Απόστολος Θηβαίος | Ένας μικρός, τόσος δα αργοναύτης

© Ray K. Metzker

Κάντο όπως ο Μπέκετ

[…σιωπή εφηβικού δωματίου, εκεί που μεγαλώνουν οι καλύτερες ελπίδες μας…]

Με αφορμή τη σημερινή, συγκλονιστική είδηση λίγες λέξεις. Ή καλύτερα μια ανακεφαλαίωση για τα παιδιά που φέτος θα βάλουν τα δυνατά τους για να τα καταφέρουν. Για μια θέση στα αμφιθέατρα που γράφεται το μέλλον της πατρίδας μας. Σε έναν άλλο κόσμο οι εκκλησιές μας θα’ταν αυτά τα πανεπιστήμια και τα σχολειά τα μοναστήρια μας. Εκεί θα πιστεύαμε με όλες μας τις δυνάμεις στον άνθρωπο, στη νέα και το νέο που ετοιμάζονται και ας μην το ξέρουν, να αλλάξουν αυτόν τον κόσμο.

Δεν έχει τελικά καμία σημασία αν τα καταφέρεις. Πρέπει να υπάρχει έρωτας σε αυτό που κάνεις αλλιώς δεν σημαίνει τίποτε για σένα. Μες στα τρομερά ολοκληρώματα και τις δυνάμεις, την οργανική χημεία και την ανόργανη ζωή που σας προσφέρουμε απλόχερα, σταθείτε για μια στιγμή. Βρείτε εκείνο που αγαπάτε περισσότερο, αυτό που σας χαρίζει φτερά. Για να κυνηγήσετε τη δική σας ευτυχία που ‘ναι πιο πέρα από το μισθό του αύριο και τη στεγαστική κρίση και τη σκανδαλολογία, αυτή τη σαχλή οπερέτα που επενδύσαμε με τόση σοβαρότητα.

Αυτός ο κόσμος δεν είναι καλός για κανέναν. Χρειάζεται να αλλάξει και ίσως αυτό να συμβεί κάποτε. Μέχρι τότε, μες στην αγωνία των ημερών, βγείτε, γελάστε, σκεφτείτε αν είναι αυτός ο δρόμος ο δικός σας, αν αυτή η δαπάνη αξίζει τον κόπο. Υπάρχουν τόσες πιθανότητες εκεί έξω, καθένας έχει τη δική του ζωή. Κάθε ένας από εμάς δεν θα μπορούσε να φορέσει τα παπούτσια του άλλου, δεν θα το άντεχε. Αξίζει λένε τον κόπο, εκείνοι που ζήσανε περισσότερο και από τα σύννεφα, αξίζει η ζωή με όλες τις δυσκολίες της, με κάθε της ανατροπή και κάθε συντριβή. Είναι το πιο ακριβό από όσα μας δόθηκε και ας τη σπαταλούμε, αμαρτωλοί από κούνια.

Άπειρα εκεί έξω τα λουλούδια του κόσμου. Μικρά και μεγάλα ψαράκια στο παιχνίδι του χαμού. Και εμείς, πότε εδώ και πότε εκεί, τον έρωτα γυρεύαμε μια ζωή. Για αυτό σου λέω, να λυπάσαι και να αγαπάς και να μετανιώνεις, να τα αναποδογυρίζεις όλα για το χατίρι σου. Για αυτό σου λέω υπάρχουν δρόμοι κρυμμένοι ακόμη, θεωρήματα να αποδείξεις που ούτε τα φαντάστηκες.

Όταν τριγύρω μου κλείνουν τα σπίτια , κοιτάζω απάνω και μετρώ τα αστράκια τα αναρίθμητα. Κάτι γυρεύω να βρω που θα στολίσει τη ζωή μου μια στάλα, όχι παραπάνω. Πάνω στην κοιλιά του κόσμου χάραξε τα αρχικά σου και εσύ, προσπάθησε. Και ζήσε με όλες σου τις δυνάμεις. Και αν αποτύχεις, κάντο όπως ο Μπέκετ. Προσπάθησε ξανά, να αποτύχεις καλύτερα.

Με συντριβή,

Στην Ασέα

Μπήκε στο λεωφορείο που τραβάει για τα άστρα. Σκοτάδι μες στην καμπίνα και μερικές φιγούρες απρόσωπες, μες στις σκιές. Κάθισε σε μια θέση, ο ελεγκτής τον πλησίασε. Υποκλίθηκε διακριτικά και αφαίρεσε το κασκέτο του ως ένδειξη ευγενείας.

Πού πάτε;

Ασέα, Αρκαδία, είπε ο άλλος, ψηλός σαν δέντρο με κάτι χέρια σαν περικοκλάδες.

Τι λέτε; Στην Αρκαδία και εγώ.

Όπως καταλαβαίνετε η διαπίστωση παράμεινε ασχολίαστη, κάτι σαν αίνιγμα αρχαίο ή πάλι μια ομορφιά πρωτόγνωρη, φαντασμαγορική.

Ο ελεγκτής έκανε μεταβολή, πήγε σε κάποιον στη γαλαρία, τακτοποίησε τα εισιτήρια στην τσέπη του γιλέκου του και επανήλθε. Κάθισε στη θέση του με τη μεταλλική επιγραφή από πάνω. “Ελεγκτής”, όπως πριν από αιώνες έγραψε “βασιλιάς των Ιουδαίων” και κίνησαν οι τροχαλίες της ανθρώπινης ιστορίας σαν πάντα να προχωρούν τον κόσμο. Έβγαλε ένα μικρό βιβλίο, ανασήκωσε το καπέλο του και πήρε να διαβάζει.

Ρεμπό;, ρώτησε ο άνθρωπος δέντρο. Συζητούσαν και δεν κοιτούσαν έξω που κρατούσε καλά ο τσάμικος, χορός της ζωής και του θανάτου, μια πράξη αντίστασης.

Ρεμπό, αποκρίθηκε ο ελεγκτής και έριξε ακόμη ένα βλέμμα στη φιγούρα του καινούριου επιβάτη.

Δεν μίλησαν ξανά. Μόνο νύχτα Κυριακής, σαν μπαίνανε στην Ασέα , ο γέρος κρύβοντας το βιβλίο του μες στο γιλέκο του είπε.

“Για δες, αλήθεια είναι. Κοίτα, μια εκκλησιά που πάει τον κατήγορο και μια λίμνη που παίρνει τον ανήφορο”.

Ανάσανε τη μέντα και το φλισκούνι και είπε του οδηγού να κινήσει. Προτού πάρει τη στροφή το βαρύ όχημα, άκουσε τον άνθρωπο δέντρο που μιλούσε μοναχός του στο βάθος της σκηνής, μες στο σκοτάδι της καμπίνας, χρόνια τώρα.

[…Αγγέλου γιασεμιά
σκόρπισες μέσα στην βρωμιά
κληρονομιά
για μας
κι εσύ παντοτινά
σε σταυροδρόμια σκοτεινά
το σατανά πολεμάς…] 

Ήσυχα, μεθοδικά, μες στις νύχτες του κόσμου, τραβούν για τα χωριά τους οι πεθαμένοι.

Δέσποινά μου

Τώρα που θα ταξιδέψεις τριγύρω τα νησιά, τώρα που θα βγεις στο πέλαγο, μην λησμονήσεις να κοιτάξεις κατά το νοτιά. Όπου και αν είσαι θα ιδείς να σαλεύει η μεγάλη και ωραία σημαία της Ρω. Ένα τόσο δα νησάκι, μονάχο του πορεύεται μες στο ωραίο πέλαγο. Το χτυπούν οι άνεμοι μα όλα τα υπομένει, επειδή πάνω σε τούτη τη γη έμελε να ζήσει η περίφημη Δέσποινα Αχλαδιώτη, η ξακουστή Κυρά.

Θυμήσου να την χαιρετήσεις με το λευκό σου μαντίλι. Κανέναν και τίποτε δεν προσμένει. Τη ζωή της λέει, την έδωκε θυσία σε μια σημαία. Την είχε ράψει μονάχη της με κλωστή από την καρδιά της. Σήμερα σκεπάζει ολάκερο το Αιγαίο, σαν ίσκιος μιας Ελλάδας ανυποχώρητης που λάμνει μες στα νερά μονάχη της. Κατέχει τη μνήμη των πετρωμάτων, γνωρίζει απ’έξω όλα τα ανεμολόγια και σαν φυσά ο αρχαίος, παλιός καλός άνεμος, στέκει μια στιγμή να χαρεί τούτη τη μυριστική την άβυσσο.

Τι να φτουρήσουμε εμείς εμπρός στην Κυρά; Μικροί πολύ, ήρωες που οι πράξεις τους δεν θα γεννήσουν καμιά συγκίνηση, πώς να συγκριθούμε εμείς με την Δέσποινα; Έζησε σε εκείνο το νησί ολόκληρη τη ζωή της. Μονάχα με το θάνατό της χάθηκε από τ’ακρογιάλι τ’αθάνατο που ευθύς περνάει στα σχήματα της ζωής μας τα υψηλά και τα ανεκπλήρωτα.

Κάθε φορά που τη θυμάμαι, στο νου μου η Κυρά της Ρω μοιάζει με την τρελή ροδιά. Μιλώ για εκείνο το ποίημα που αρχινά λέγοντας, “σε αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς, σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά που σκιρτάει στο φως”.

Είναι η τρελή ροδιά λοιπόν, ποιητή. Είναι η Δέσποινα που σήμερα επανέρχεται μέσα από τα “πέρατα του ύπνου της”, η ίδια είναι που “σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο”.

Ενός λεπτού σιγή για την Κυρά της Ρω και ένα λευκό μαντίλι στο φόντο των νησιών που ξαναγεννιούνται σαν τα ποιήματα αρχές καλοκαιριού.

Τρίτωνες
και άλλα
Μικρό διήγημα
γραμμένο
σε πακέτο τσιγάρων
Είναι βέβαιο
πως δεν θα αντέξει.
Τελείως φυσικά
αναμένεται όλοι του
οι όροι να ριχτούν
μες στο πραγματικό
και να το χρωματίσουν

Ξύπνησε μετά από ώρα. Είχε λέει αποκοιμηθεί μες στην απόκρημνη σπηλιά. Βρήκε τ’απάγκιο που ζητούσε και τρύπωσε εκεί για να τα καταφέρει. Πίστεψε πως όλα θα τελειώνανε τόσο γρήγορα. Μα η καταιγίδα, έσκισε τους χασέδες πέρα μακριά και αρχίνισε μια βροχή καταρρακτώδης. Στεκόταν εκεί με τα κόκκινα τα μάτια του ζωντανού. Τι γρήγορα που τον εκέρδισε ο ύπνος, δεν μπορούσε να τ’αντισταθεί.

Σηκώθηκε και έριξε μια ματιά. Πρασίνιζε το πέλαγο, ανακατωμένο από τους αέρηδες. Πετάγανε τα πουλιά τώρα που η ζέστη υποχωρούσε και έπαιρνε ο κόσμος τη μεγάλη του την ανάσα. Κοίταξε στον ορίζοντα μην τύχαινε και περνούσε κανένα καϊκι. Ήταν μάταιο, δεν φαινόταν ψυχή. Και είπε θα προσμένω το πρωί. Έγειρε ανάμεσα σε αργοναύτες και σε τρίτωνες. Είπε, θα περάσει και παρατήρησε τον ουρανό που έπαιρνε πέρα μακριά ένα πολύ βαθύ, μοβ χρώμα. Πολύ μακριά διέκρινε τα πολύ άσπρα τα σπίτια. Αν το μπορούσε θα άναβε μια φωτιά, μεγάλη ίσαμε εκεί απάνω. Να την δούνε ως απέναντι στο νησί να καταλάβουν πως κρέμεται από μια κλωστή η ύπαρξή του. Μα δεν είχε τα μέσα και έτσι γρήγορα εγκατέλειψε το σχέδιό του.

Μονάχα την αυγή, προτού πετάξει το κλωνάρι ολόλευκο το φως, πέρασε στα νερά για να γίνει γοργά μια κουκίδα, σαν του Τέρνερ τις θαλασσογραφίες με τα αυτοσχέδια, τα έκτακτα τα σημάδια.

Ως το πρωί κάτι είχε αλλάξει εντός του. Και είπε πως δεν θα επιστρέψει στην παλιά του ζωή. Είπε, “θα γίνω τρίτωνας, πλάσμα των βράχων”. Οι φίλοι του ακόμη τον προσμένουν και όταν κοιτάζουν τη θάλασσα τη θαμπωτική κάποιοι λυπούνται.

Υπάρχουν άνθρωποι που τα δίνουν όλα στην προσπάθειά τους να συλλάβουν τ’αγγελικό μες σε τούτο τον κόσμο. Σε αυτούς ανήκει του λόγου του, στην τάξη τους κατατάσσεται.

Απόστολος Θηβαίος