
Ο Ζόσουα Ζόρντι ξαναβγήκε στα μονοπάτια για να σώσει τον κόσμο από την Ούρσα Λατάνια.
Δεν ήταν κανένας μεσσίας, απλώς ειδικευόταν στο κυνήγι μαγισσών. Και πιο συγκεκριμένα στο κυνήγι μαγισσών καιρικών φαινομένων και, ακόμα πιο συγκεκριμένα, στο κυνήγι της Ούρσα Λατάνια.
Όλα άρχισαν όταν ακούστηκε ότι «αυτή η μοχθηρή γυναίκα κατευθύνεται προς την κωμόπολη Πολλά Δέντρα για να αναζητήσει θύελλες σε ένα δάσος αρχαίων κέδρων». Στο Πολλά Δέντρα τρόμαξαν τότε και κλειδαμπαρώθηκαν, προτιμώντας να μην ανακατευτούν σε μια τέτοια υπόθεση. Άρχισαν, λοιπόν, να πίνουν τσάγια μπροστά στο τζάκι, καθισμένοι σε κουνιστές πολυθρόνες, παίζοντας παιχνίδια ή πλέκοντας εκατοντάδες μέτρα κασκόλ και στοίβες ολόκληρες από κάλτσες.
Στο μεταξύ, η μάγισσα κατέφθασε και έστησε το δεντρόσπιτό της στην καρδιά μιας συστάδας βελανιδιών. Μόλις τελείωσε με αυτή τη δουλειά, άρχισε να περιφέρεται στους λόφους και στα διπλανά δάση, για να μαζέψει καιρούς, βότανα κι ό,τι άλλο της κινούσε το ενδιαφέρον. Ώσπου μια μέρα, ύστερα από μήνες περιπλάνησης, ο δρόμος την έβγαλε μέχρι το χωριό. Έριξε μια ματιά στα σπίτια και στους κήπους, αλλά κανείς δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που την θύμωσε. Ήξεραν μόνο ότι επέστρεψε στις βελανιδιές και άρχισε να σκαρφαλώνει σε έναν διχαλωτό κορμό με σανιδένια σκαλοπάτια. Ανέβηκε ψηλά, μπήκε στο κρησφύγετό της και στάθηκε μπροστά σε μια εταζέρα γεμάτη βάζα με φυλακισμένα καιρικά φαινόμενα. Καθώς τα δάχτυλά της γλιστρούσαν από το ένα στο άλλο, μουρμούριζε «Όχι αυτό, ούτε αυτό, χρειάζεται κάτι πιο ζόρικο. Κάτι που θα κόψει τις αναμνήσεις με το μαχαίρι». Στο τέλος είπε: «Χαλάζι Λάνις Άλτις. Εδώ είμαστε, αυτό είναι ό,τι πρέπει» και, καθώς κούνησε το διάφανο δοχείο, δεκάδες κόκκοι πάγου άρχισαν να χτυπούν βίαια στα τοιχώματα.
Δεν άργησε να μαθευτεί ότι η Ούρσα Λατάνια σηκώθηκε κι έφυγε από το Πολλά Δέντρα. Ναι, ήταν αλήθεια. Χάθηκε εντελώς ξαφνικά, αφήνοντας πίσω της γούρια και φυλαχτά, κρεμασμένα από τα κλαδιά της βελανιδιάς, να κουδουνίζουν με το φύσημα του ανέμου, γύρω από εκείνο το άθλιο δεντρόσπιτο. Όμως, πριν φύγει, δεν παρέλειψε να ανεβεί στη σκεπή του και να εκσφενδονίσει το Λάνις Άλτις προς το χωριό.
Ωστόσο, τους είχε αδειάσει τη γωνιά και ήταν όλοι χαρούμενοι. Στην αρχή, πίστεψαν ότι την έβγαλαν καθαρή με ένα παλιοχαλάζι σταλμένο για να καταστρέψει τις καλλιέργειες. Έστησαν, μάλιστα, τραπέζια στις αυλές και γιόρτασαν την απελευθέρωσή τους. Αλλά καθώς περνούσαν οι μέρες, μια ύπουλη και μεταδοτική αμνησία άρχισε να χτυπάει τον έναν μετά από τον άλλον και να εξαπλώνεται από χωριό σε χωριό. Σιγά σιγά, η κατάσταση σοβάρευε, η ζωή δυσκόλευε και, στο τέλος, κανείς δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει για να τα βγάλει πέρα με την αρρώστια.
Τότε, ο Ζόσουα Ζόρντι, ένας συνταξιούχος μαγισσοκυνηγός με σκουριασμένο ποδήλατο και καρό ταξιδιωτικό κοστούμι, ένιωσε το παλιό μίσος να ξυπνάει. Κι όταν ο βασιλιάς τον διέταξε, βρέθηκε πανέτοιμος να ξανανοίξει τον πόλεμο, για να σώσει τον κόσμο από την μοχθηρία της μάγισσας. Άρχισε, λοιπόν, να ταξιδεύει σε μονοπάτια απ’ όπου είχε περάσει καιρό πριν η Ούρσα Λατάνια. Έδειχνε ήρεμος, σχολαστικός και ανθεκτικός. Αλλά, καμιά φορά, όταν έμενε μόνος του, χρειαζόταν να ανοίγει ένα φθαρμένο σημειωματάριο και να διαβάζει μεγαλόφωνα φράσεις όπως «Σκοπός: να σταματήσω την επιδημία», ή «Θυμήσου: κυνηγάς τη Λατάνια».
Κάπως έτσι, ένα χειμωνιάτικο πρωινό του έτους εξήντα τρεις χιλιάδες οκτακόσια είκοσι οκτώ, βρέθηκε να διασχίζει τον τελευταίο οικισμό πριν από τις ακτές της Σάλε Ομπλίβιουμ. Είχε από μέρες αποχωριστεί τα γυαλιά του, επειδή κρυστάλλιαζαν και θάμπωναν από το ίδιο του το χνώτο. Αναγκάστηκε, μάλιστα, να διακόψει το ταξίδι και να επισκεφθεί αυτό που υπέθεσε ότι ήταν το τελευταίο κατάστημα γενικού εμπορίου πριν από το τέλος του κόσμου. Μπαίνοντας, το βλέμμα του έπεσε σε ένα ημερολόγιο με αλλοπρόσαλλη χρονολογία, κρεμασμένο δίπλα από την πόρτα. Αλλά ο μαγαζάτορας σήκωσε τους ώμους. “Ποιος μπορεί να τα βγάλει πέρα με τον χρόνο σε τούτον εδώ τον ερημότοπο;” μουρμούρισε. Ο Ζόρντι συμφώνησε και κοίταξε να αγοράσει ένα γούνινο κασκέτο και το πιο βαρύ πανωφόρι που υπήρχε στις κρεμάστρες. Στη συνέχεια, ποδηλάτησε στον ανήφορο προσπαθώντας να μετριάσει το αδιάκοπο κροτάλισμα των δοντιών του, ανάμεσα στα «Κουράγιο Ζόρντι» και τα «Προχώρα φίλε μου» όσων είχαν σταθεί στην άκρη του δρόμου για να τον ξεπροβοδίσουν.
Στο μεταξύ, η Ούρσα Λατάνια, φεύγοντας από το Πολλά Δέντρα, είχε βαδίσει προς τον βορρά, πιάνοντας ένα δύσκολο μονοπάτι δίπλα στη θάλασσα. Ακούστηκε ότι κατευθυνόταν προς τις αλυκές της Σάλε Ομπλίβιουμ, για να μαζέψει το αλάτι της λησμονιάς. Κι ενώ προχωρούσε αδιάκοπα προσπαθώντας να κερδίσει δρόμο, την ακολουθούσαν οι συνήθεις φήμες. Στις κατοικημένες περιοχές, κάποιοι είδαν μια μαυριδερή φιγούρα να βαδίζει κόντρα στην καταιγίδα. Είπαν ότι σκαρφάλωνε σε βράχους και κατέβαινε τρέχοντας τις κατηφοριές, ότι βάδιζε τη νύχτα και νωρίς το πρωί και αργά το απόγευμα. Το σίγουρο είναι ότι δεν στάθηκε στιγμή να ξαποστάσει, δεν ζήτησε καταφύγιο για να ξεκουραστεί, ούτε χρειάστηκε φαγητό και νερό.
Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, φθάνοντας στον προορισμό της, διάλεξε να στήσει το παιδικό της δεντρόσπιτο πολύ ψηλά, πάνω στις κοφτερές αιχμές των βράχων. Εκεί, περίμενε υπομονετικά την παλίρροια να υποχωρήσει, ακούγοντας τους ανέμους να σφυρίζουν.
Ώσπου ένα βράδυ, ενώ τα κεραμίδια ψιθύριζαν ξόρκια και το κύμα έσπαγε με δύναμη στα παράθυρα, κάθισε μπροστά στη μαγική της σφαίρα. Δεν άργησε να εντοπίσει τον Ζόρντι στη μέση ενός αγρού, στο χωριό Πολλά Δέντρα. Είχε μόλις τελειώσει τις ετοιμασίες και ξεκινούσε. Πριν ανεβεί στο ποδήλατό του, αποχαιρέτησε μερικούς φίλους και αυτοί στάθηκαν να τον παρακολουθούν ενώ ξεμάκραινε στις βόλτες του μονοπατιού. Η Ούρσα είδε τη φιγούρα του να χάνεται σιγά σιγά, ώσπου έγινε μια τόση δα κουκίδα στο βάθος και η μαγική σφαίρα γέμισε με τα λουλούδια του αγρού.
Την άλλη μέρα το πρωί, σκαλίζοντας το παλιό ημερολόγιο στο γείσο του τζακιού, διαπίστωσε ότι είχε μόλις ξημερώσει ένα πρωινό του έτους δέκα τρεις χιλιάδες οχτακόσια εξήντα. Έτρεξε στο παράθυρο και είδε τα νερά να υποχωρούν, αφήνοντας πίσω τους μια μεγάλη έκταση γεμάτη όστρακα, αστερίες και μικρά θαλασσινά, που σπαρταρούσαν επάνω σε φυκιάδες και νερόλακκους. Στο μεταξύ, ένας ήλιος με δόντια και οι θυμωμένοι άνεμοι της ακτής εργάζονταν για να ξεράνουν αυτόν τον ξέσκεπο βυθό. Να, λοιπόν, που η παλίρροια είχε επιτέλους υποχωρήσει. Χωρίς να χάσει χρόνο, η Ούρσα σκαρφάλωσε στη στέγη από το ρείθρο του βρόχινου νερού και στάθηκε όρθια επάνω στα πρασινισμένα κεραμίδια. Κι ενώ απολάμβανε τη θέα των αλυκών ξέσπασε σε κάτι ασυγκράτητα γέλια, δυσοίωνα και ανατριχιαστικά, όπως θα έκανε στη θέση της οποιαδήποτε κακιά μάγισσα σε μεγάλα κέφια.
– Αυτή εδώ θα είναι μια καλή σοδιά, μονολόγησε και μπήκε στο σπίτι για να πάρει το πρωινό της.
Μερικές δεκάδες χρόνια μετά (ή και πριν) κι ενώ η συγκομιδή στην ακτή πήγαινε καλά, ο Ζόσουα Ζόρντι στάθμευε το ποδήλατό του στη βάση της απότομης σκάλας της. Ήταν ένα κρύο φθινοπωριάτικο πρωινό. Ο ήλιος είχε μόλις ανατείλει και λεπτές ανταύγειες φωτός στραφτάλιζαν στις αλυκές. Ο μαγισσοκυνηγός σήκωσε το βλέμμα και είδε το σαραβαλιασμένο δεντρόσπιτο να ακροβατεί επάνω στα κοφτερά βράχια. Χάζεψε για λίγο το θέαμα και ύστερα έβγαλε ασυναίσθητα το ταξιδιωτικό του μπερέ και επιχείρησε να χτενιστεί με τα δάχτυλά του δεξιού του χεριού. Παραιτήθηκε γρήγορα από αυτήν τη δουλειά, για δυο λόγους. Πρώτον, επειδή τα μαλλιά του ήταν ανεπανόρθωτα μπερδεμένα από τους ανέμους και τις βροχές και δεύτερον επειδή εντόπισε μια ψιλόλιγνη φιγούρα να πλατσουρίζει στους νερόλακκους. Δοκίμασε να την πλησιάσει. Αλλά αυτή τον προσπέρασε αφηρημένη, πριν κροταλίσει τα δυο της δάχτυλα και βρεθεί, με ένα σάλτο, στο μπαλκόνι του κρησφύγετου της. Αυτός, σκαρφάλωσε τότε με κόπο την απότομη σκάλα και χτύπησε την πόρτα. Όμως, αντί για απάντηση ένα αστροπελέκι Μάτσου Ζαξ, πέρασε σύριζα από αφτί του κι έσκασε στο κεφάλι μιας φώκιας, που ξέχασε αυτοστιγμεί ποια ήταν και τι έκανε εκείνη την ημέρα στη ακτή.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Ζόρντι προτίμησε να κρυφτεί. Όμως, την άλλη μέρα το πρωί, όταν η μάγισσα βγήκε για τη συνηθισμένη της περιπολία στις αλυκές, ξανασκαρφάλωσε στο δεντρόσπιτο. Την περίμενε καθισμένος στη μαγισσοπολυθρόνα μπροστά στο τζάκι, ώσπου η πόρτα άνοιξε και μπήκε ξεπαγιασμένη, με δέρμα σκασμένο και μαλλιά κρυσταλλιασμένα κι ανάκατα από τους αέρηδες και το τρεχαλητό. Μπήκε, λοιπόν, με το κεφάλι σκυφτό, έβγαλε το κουρελιασμένο της παλτό, χουχούλισε τις παλάμες της και προχώρησε προς τη μικρή κουζίνα για να μαγειρέψει.
– Καλησπέρα Ούρσα Λατάνια, είπε ο Ζόρντι και η μάγισσα τινάχτηκε και τεντώθηκε σαν γάτα με σηκωμένη τρίχα.
– Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να σηκωθείς και να φύγεις, του είπε στην αρχή. Ύστερα, συνέχισε με κατάρες και βρισιές, ενώ η φωνή της γινόταν όλο και πιο τσιριχτή, καθώς συνειδητοποιούσε την παρουσία του. Ο Ζόρντι την κοιτούσε απορημένος. Γιατί, σε κανονικές συνθήκες, μια μάγισσα σαν αυτή πετάει αστροπελέκια ή το σκάει από την καμινάδα, αντί να κάθεται και να εκτοξεύει απειλές.
– Χρόνια και χρόνια κυνηγιόμαστε στους πάγους και στις ερημιές, της είπε. Ας πούμε τουλάχιστον δύο κουβέντες, πριν ξεπαστρέψουμε ο ένας τον άλλον.
– Σαν τι θα μπορούσα να κουβεντιάσω μαζί σου; ρώτησε αυτή.
– Λοιπόν, να ξέρεις ότι το ξόρκι σου στο Πολλά Δέντρα έχει χαλάσει τον κόσμο. Η αμνησία εξαπλώθηκε και οι άνθρωποι δυσκολεύονται να συνεννοηθούν και να τα βγάλουν πέρα με τις δουλειές. Όλο και πιο συχνά αναρωτιούνται «Πότε επιτέλους ο… τέτοιος… ο κυνηγοαπαυτός… θα συλλάβει την Ούρσα Αποτέτοια για να ησυχάσουμε;». Κι όσο περνάει ο καιρός τόσο περισσότερο με αντιπαθούν επειδή δεν τα κατάφερα. Όλο και πιο συχνά σκέφτονται ότι είμαι άχρηστος, γιατί «δεν είναι και καμιά μάγισσα της προκοπής η Ούρσα Λατάνια, αν το καλοσκεφτείς». Τι δουλειά μπορεί να έχει, σου λέει, μια μάγισσα της προκοπής σε ένα τόσο αξιοθρήνητο δεντρόσπιτο; Κοίταξε γύρω σου, κυρά μου. Είναι μέρος αυτό για μάγισσα; Δεν έπρεπε το κρησφύγετό σου να έχει όψη τρομακτικού εργαστηρίου με ξύλινους πάγκους, τσουκάλια και δοκιμαστικούς σωλήνες; Δεν έπρεπε να κατοικοεδρεύεις σε έναν καρβουνιασμένο λόφο, μέσα στον σκοτεινό πύργο σου, ακούγοντας τα κρωξίματα των κορακιών και σκαρώνοντας ξόρκια; Τότε θα είχα κι εγώ μια δικαιολογία για να μην τα βγάζω πέρα μαζί σου. Αλλά τώρα; Τώρα ο βασιλιάς απειλεί να με φυλακίσει. Οι άνθρωποι με κοιτούν αγανακτισμένοι καθώς περνάω από τα χωριά τους και μουρμουρίζουν «Νάτος πάλι ο αποτέτοιος… ο άχρηστος ο μαγισσοτέτοιος του βασιλιά του Απαυτού». Λυπάμαι, αλλά κάτω από αυτές τις συνθήκες οφείλω να σε εξοντώσω…», είπε ο Ζόρντι και η φωνή του ακούστηκε όπως ενός ανυποχώρητου και ξεροκέφαλου ανθρώπου.
Όσο μιλούσε, η μάγισσα στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας και τον άκουγε, έτοιμη να κάνει κάτι φοβερό. Τόσο φοβερό έπρεπε να είναι αυτό που θα έκανε, ώστε δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει.
Τότε ακριβώς, το δεντρόσπιτο άρχισε να κλυδωνίζεται και οι δυο τους κοιτάχτηκαν για δευτερόλεπτα, σαν αγρίμια έτοιμα να το βάλουν στα πόδια. Ωστόσο, δίσταζαν. Γιατί η μισοτελειωμένη δουλειά κρατούσε τα πόδια τους καρφωμένα. Και, στο μεταξύ, το κύμα βούιζε και οι αιχμές των βράχων θρυμματίζονταν και υποχωρούσαν.
«Θα με πάρεις μαζί σου», ούρλιαξε ο Ζόρντι, που μόλις κατόρθωνε να στέκεται όρθιος μέσα σε αυτόν τον χαλασμό. Η Ούρσα σήκωσε, τότε, το δεξί της χέρι και κροτάλισε δυο δάχτυλα. Όμως, ο ήχος χάθηκε στη βουή. Καμιά δύναμη δεν είχε εκείνο το κροτάλισμα και κανενός είδους ξόρκι δεν μπορούσε πλέον να εξαπολύσει η μάγισσα. Τον κοίταξε και σιγουρεύτηκε ότι ούτε αυτός ήταν σε θέση να αποτελειώσει τη μάχη. Απλώς, στεκόταν εκεί και την απειλούσε. «Θα σε σκοτώσω, για να ησυχάσει ο κόσμος», έλεγε κάθε λίγο, έντρομος από το αίμα στα μάτια της.
Στο μεταξύ, το σπίτι κατέρρεε. Ένα μουγκρητό ακουγόταν τώρα άγριο και απειλητικό, ενώ το σανιδένιο πάτωμα τραμπαλιζόταν και μεγάλοι βράχοι γκρεμοτσακίζονταν και κατρακυλούσαν προς το νερό. Η Ούρσα μίλησε για τελευταία φορά, πριν γύρει προς τα εμπρός και αγκαλιάσει το κενό. «Δεν μπορείς να με σκοτώσεις. Έχεις ξεχάσει για ποιον λόγο άρχισες να με κυνηγάς» του φώναξε βουτώντας προς τη θάλασσα. Και τότε ο Ζόσουα, την έφερε στο μυαλό του χαμογελαστή. Κατάφερε να την φέρει στο μυαλό του χαμογελαστή. Κι αυτή θα πρέπει να ήταν η τελευταία, η καλύτερα μόνη του ανάμνηση. Γιατί μέσα σε μερικά λεπτά όλα τα υπόλοιπα είχαν σβηστεί από τη μνήμη του. Απλώς, του χαμογελούσε σε εκείνη την παλιά γιορτή, στην πρώτη τους συνάντηση. Την είδε έτσι, χωρίς αίμα στα μάτια, χωρίς θυμό γύρω από τα χείλη, και σκέφτηκε ότι δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει από το να την ακολουθήσει.
Ο Ζόσουα Ζόρντι και η Ούρσα Λατάνια δεν ξαναφάνηκαν στα μονοπάτια. Αλλά όταν οι άνεμοι ταξιδεύουν προς την ακτή, οι ψαράδες ακούνε μια γυναικεία φωνή να ξεστομίζει κατάρες και μια αντρική να γελάει αδιάκοπα. Και σε κάθε πανσέληνο, δυο μαύρες φιγούρες σκιαμαχούν επάνω στο άσπρο του φεγγαριού. Η γυναικεία είναι γερτή, σαν να ανεβαίνει ανηφόρα. Και η αντρική, μοιάζει ανεβασμένη σε ποδήλατο με ρόδες περιστρεφόμενες, τόσο όσο χρειάζεται για να κρατούν τον ποδηλάτη καρφωμένο στο ίδιο πάντα σημείο.
Η Κυριακή Σαμπατακάκη κατάγεται από την Λακωνία. Σπούδασε στο ΕΚΠΑ και εργάζεται στη δημόσια τηλεόραση (Ε.Ρ.Τ.), στην επιμέλεια και τον προγραμματισμό ζωνών ελληνικού κινηματογράφου. Έχει δημοσιεύσει διηγήματα σε έντυπα και διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά”.
