
[…μετά από καιρό αντελήφθη πως αυτός ο Ανδρόνικος που ‘χει αναδειχτεί στον τομέα της μηχανικής και είχε ξεχωρίσει για τις αστρονομικές του προβλέψεις, – νους με άλλα λόγια προικισμένος – είχε βιώσει το φοβερό που λένε. Είχε δηλαδή βρεθεί λησμονημένος ενώ το έργο του παρέμενε δείγμα μιας τέχνης παλιάς και υψηλής, ακμαίο μες στην επικαιρότητα του…]
αφήγημα
Είχε πάρει τον καφέ του και τώρα επιδιδόταν στην αγαπημένη του ασχολία. Δίχως τίποτε να κάνει, περιεργαζόταν τους περαστικούς, τις ζωές τους αναλογιζόταν. “Να, ετούτος εδώ ίσως πάσχει από μια ανίατη ασθένεια. Το επληροφορήθη μόλις και είναι συντετριμμένος. Και η κυρία, απάτησε χθες βράδυ τον άνδρα της και σήμερα φλέγεται από τύψεις και ενοχές και μια συνείδηση φριχτή. Τι τέλος εδώ πιο πέρα για αυτόν τον σκυφτό τύπο, ζωγραφισμένο σαν καρικατούρα από το χέρι του Γκόγια, δίχως αμφιβολία”.
Καθόταν κανά δυο ώρες και άμα ευχαριστιόταν η ψυχούλα του, έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι. Πάντα σκεπτικός και βλοσυρός, περνούσε από τα ίδια μέρη, παραμέριζε τα ίδια εμπόδια. Και αν κανένα έλειπε τόσο συγκλονιζόταν που έχανε την ισορροπία του και ο δρόμος μπερδευόταν.
Εκείνο το μεσημέρι τίποτε από όλα αυτά δεν θα γινόταν. Θα ‘σπαζε η συνήθεια κομμάτια εδώ και εκεί, σπαράγματα μιας μουσικής που δεν αγάπησε κανείς. Ο σερβιτόρος, ένα παιδί είκοσι χρονών, τον πλησίασε διστακτικά. Τον ρώτησε αν θα επιθυμούσε νερό και ευθύς γέμισε το ποτήρι του. Ύστερα ακούμπησε εμπρός του ένα μπιλιέτο. Ένα χαρτί υπόλευκο διπλωμένο στα δυο στάθηκε στο τραπέζι του, ανάμεσα στα σύνεργα εκείνης της στιγμής.Το πήρε στα χέρια του και διάβασε. “Στις εννιά. Στου Ανδρονίκου του Κυρρήστου”.
Ταράχτηκε και του χύθηκε το νεράκι. Ανταλλάξανε ένα βλέμμα και καθένας πήρε εκείνο που ‘θελε από τον άλλον. Τώρα μένει να φανταστεί τις ωραίες στιγμές, τις ανεπανάληπτες. Τόσο που ‘χε κρατήσει μυστικό τον εαυτό του, κόντευε να λησμονήσει τα πάθη του. Ω, Θεέ μου, τι θα γινόταν τότε ένας άνθρωπος δίχως πάθη. Θα ‘μοιαζε με τον χτυπημένο από τη μοίρα κύριο Σέσιλ που ‘χασε τον ίσκιο του για πάντα. Μια κακή, εμπορική συμφωνία του κόστισε κάτι πολύ σπουδαίο , δίχως το οποίο δεν λογαριαζόταν για άνθρωπος. Ένας πεθαμένος ήταν δίχως ίσκιο ο κύριος Σέσιλ και τώρα αυτός, σε μια τέλεια αναγωγή, βρισκόταν μια ανάσα προτού χάσει τα πάθη του, πριν στερηθεί την βαθύτερη την ανθρωπιά του.
Ξανάπιασε το σημείωμα, ξαναδιάβασε τα λόγια τα γεμάτα από υποσχέσεις. Μοναδική παραφωνία εκείνο το “Ανδρονίκου του Κυρρήστου” που έγραφε ο νέος του έρωτος. Τον κοίταξε μια στάλα που περιφερόταν ανάμεσα στα τραπεζάκια του αναψυκτηρίου. Ο κόσμος είχε αραιώσει και όλα συγκεντρώνονταν επάνω του. Τίποτε δεν είχε τ’ακαδημαϊκό , ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους ήταν, μια ψυχή γεμάτη κοιλώματα και μυστικές σπηλιές, μια ζωγραφιά ήταν, σε δυο διαστάσεις. Κάθε τόσο ο νεαρός γυρνούσε να κοιτάξει, πάντοτε διακριτικά και αδιάφορα χαρακτηριστικά. Ήταν τότε που αδυνατούσε να καταλάβει αν ήταν η νευρική του η προσδοκία για το μελλούμενο ή πάλι, μοχθούσε να δώσει μια υπόσταση επιτέλους πραγματική και ανέφελη στ’ασύλληπτο της ομορφιάς. Δεν έμαθε ποτέ του την αλήθεια. Μόνο ξεχώρισε μια για πάντα την τρίτη διάσταση των ποιητών που όλα τα συνοψίζει.
Παρήγγειλε ακόμη έναν καφέ. Στο διάβολο τα νεύρα του, να σπάσουν και αυτά. Να ‘χει κάτι να θυμάται βρε αδερφέ, αφού κανένας από όσους διαβήκανε από μπροστά του κανένας δεν διεσώθη. “Έναν καφέ”, είπε και έσβησε τη φωνή του σαν γύρισε το παιδί και του ‘γνεψε ναι με όλη την ορμή της νιότης του.
Και όμως, αυτό το “Ανδρονίκου Κυρρήστου” παρέμενε το μέγα μυστήριον. Ουδείς γνώριζε πού να βρισκόταν το περί ου ο λόγος σημείο. Τον κυρίευσε η αγωνία, το ενδεχόμενο να μην μπορέσει ποτέ να βρεθεί στο σωστό σημείο, η πιθανότης να ξεθωριάσει η προοπτική ολόκληρης της ζωγραφιάς, του κόβε την ανάσα. Η νευρικότης τον βασάνιζε, “στου Ανδρονίκου του Κυρρήστου”, μα ούτε λέξη για αυτόν. Λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε μαζί με τη μνήμη του. Άντε να βρει κανείς τώρα πού τάχα να βρίσκεται αυτό το μέρος. Και όμως εκεί, σε μια σκοτεινή γωνιά, κάπως απόμερη, θα γραφτεί, αν το θέλει η τύχη, μια ιστορία.
Πήρε τους δρόμους πέριξ του κέντρου. Ρώτησε στα στέκια τα γνωστά, “μα ποιου Ανδρόνικου, κύριε;”, “καλά, εσείς τα βάλατε με τις αρχαιολογίες, όρεξη που την έχετε”, “σταθείτε, μήπως λέτε για δω πιο πάνω από το ζαχαροπλαστείο, εκεί λέτε;” Του είπαν και άλλα, μα δεν του ‘πε κανείς πού να βρισκόταν εκείνο το μέρος. Ο ήλιος είχε πέσει, είχε περάσει οκτώ η ώρα. Και αν ήταν μακριά αυτό το Ανδρόνικου, αν δεν το ‘βρει ποτέ, Ίσως ο νέος του αναψυκτηρίου να ‘χει προνοήσει. Ίσως να φορά φτερά αγγέλου, χάρτινα μα τι τα θες; Και ίσως τον ξεχωρίσει ανάμεσα σε άλλους νεαρούς που πάνε πάνω κάτω στην απάνω μεριά της πλατείας. Προσμένουν τα ταίρια τους και έπειτα, από ντροπή – Θεέ μου, τι δοκιμασίες γνώρισε το σώμα; – φεύγουν για τον έρωτα. Ναι, σίγουρα θα φορεί φτερά αγγέλου, να ‘χει το νου του, να πήγε εννιά, τώρα είναι η ώρα και τώρα δα, από στιγμή σε στιγμή θα φανεί, μια υπόμνηση μες στην πόλη που μεγαλώνει μες στα σπλάχνα της, ώρες τώρα μια καταρρακτώδη βροχή. Μόνο να μην τον νικήσει η ομορφιά του, μην τον κάψει η θερμότης της στιγμής. Θα ‘ταν κρίμα τόση θέληση να πάει στράφι, σκέφτηκε, κοιτάζοντας με απόγνωση τους εραστές των σφαιριστηρίων και τους άλλους, μοντέλα για ζωγράφος και για τη ζωή την ίδια, κατάστικτοι από λάθη.
“Ανδρονίκου Κυρρήστου” και κουραφέξαλα, σκέφτηκε. Βρήκε την αυτοκυριαρχία του και έκανε να φύγει. Αυτός, ένας άνθρωπος της πιάτσας να πέφτει θύμα ενός μπιλιέτου. Και αν τάχα είναι αλήθεια; Και τι με αυτό; Δεν έχει καμιά δουλειά με αυτά τα πράγματα, πρέπει κανείς να είναι επιφυλακτικός.
Ίσιωσε το σακάκι του, έριξε μια ματιά στα παπούτσια του, συγκέντρωσε μερικά παράξενα και αταίριαστα μεταξύ τους πράγματα και έκανε να φύγει. Ήταν τότε που βρήκε τη λύτρωση. Μια παρέα Ιταλών πλησίασε την πλατεία. Διάβαζαν όλοι μαζί τον χάρτη, σαν τάχα από την απόφαση που θα έπαιρναν να κρινόταν κάποιο πολύ σημαντικό ζήτημα. Τότε διέκρινε την φράση “Ανδρονίκου του Κυρρήστου”, την είπε η κυρία με την πεθαμένη περμανάντ. Την πλησίασε και προθυμοποιήθηκε να την βγάλει μια φωτογραφία. Κοίταξε μέσα από το φακό και τη διέσωσε με τον ίδιο τρόπο που έσωσε για πάντα τον σκλάβο του ο Μιχαήλ Άγγελος. Ίσως ποτέ τόσο χειροπιαστή όσο ετούτη τη στιγμή, ίσως ποτέ.
Εκείνη χαμογέλασε, παραμέρισε τα μαλλιά της που φθάνανε ως το λαιμό, ο άνεμος τα ‘κανε δικά του. Ξέφρενοι χοροί μαίνονταν πάνω στη μορφή της όταν είπε με σπαστά ελληνικά, “Ανδρονίκου Κυρρήστου” και έδειξε πίσω τους Αέρηδες. Ώστε αυτό είναι όλο, σκέφτηκε και προσπάθησε να βρει την ανάσα του.
Βρήκε μονάχα τον νεαρό που τον χαιρετούσε χαρούμενα από το βάθος της σκηνογραφίας. Επέστρεψε τη μηχανή, ανταπέδωσε το χαμόγελο στην τουρίστρια και πέρασε βιαστικά τη λεωφόρο. Κινδύνευσε να σκοτωθεί, μα τότε θα ‘ταν από την αγάπη. Και όλα θα μέναν τότε ανεκπλήρωτα σαν πεπρωμένο που δεν πρόλαβε.
Τώρα μιλούν , καθένας λέει για τον εαυτό του, πότε γελούν και έπειτα σοβαρεύουν ή προσβάλλονται , έτσι για να νοστιμίζει αυτή η γνωριμία. Απομακρύνονται όσο πίσω τους με μια έκρηξη πρωτόγνωρη ανάβουν ως μες στο βάθος των οριζόντων τα δημοτικά φώτα. Αυτή η νύχτα που γεννιέται μονάχη της, οι δυο τους, φιγούρες στο βάθος του τοπίου, όλα όσα φτιάχνονται απόψε με το τίποτε, βρίσκουν την ευκαιρία τπυς μες στην πιο τρομερή μοναξιά. Βράχοι, πάνω τους να χτυπούν, λέει τα κύματα της σοφής ασυναρτησίας που ‘χε από πάντα τ’όνειρο του Παπατσώνη.
Απόστολος Θηβαίος
