
από όσα συνέλαβε ο φακός
Ημερήσιος τύπος
Γροιλανδία
Ρεπορτάζ
Ρεπορτάζ σε τύπο απογευματινό. Εφημερίδες δεμένες ακόμη με το σπάγκο και όμως τόσο παλιές κιόλας.
“Απεριόριστη ποσότης καμινέτων, σε αριθμό χιλιάδων, παρελήφθησαν από τας υπηρεσίας του λιμένος. Τα κοντέινερ, το ένα μετά του άλλου, ξεφορτώθηκαν και έσπευσαν οι έμποροι να πάρουν όσα μπορούσαν. Λέγεται πως ορίστηκε αντίτιμο υψηλό που κατ’επέκταση εκτόξευσε τας τιμάς σε ύψη δυσθεόρατα. Όπως και να’χει οι αρχές δεν έκαναν τίποτε διά να εμποδίσουν τη διοχέτευση των εμπρηστικών μηχανισμών στην αγορά, θαρρείς και υπήρξε ένα σχέδιο προκαθορισμένο με σαφή σχεδιασμό. Διότι συνδυάζοντας το γεγονός με εκείνο το άλλο που θέλει να αδυνατούν οι δορυφόροι να καταγράψουν την περί ου ο λόγος χώρα μ’όλες τις αρχές του πλανήτη να αναζητούν την πολιτεία. Μα αυτή, παγωμένη καθώς είναι λιώνει διαρκώς κάτω από τους μηχανισμούς των χιλιάδων καμινέτων που αλλοιώνουν τις γραμμές της. Σε λίγες μέρες δεν θα ‘χει μείνει ούτε η μισή και τότε πάνε περίπατο οι γαίες οι σπάνιες και οι δανέζικες κορώνες περί πατρίδος. Περίπατο, ακριβώς αυτό.
Παραμένει θαυμάσιο με μια πατίνα αφέλειας παιδικής, το γεγονός πως με έναν τρόπο τόσο απλοϊκό θέλησαν οι άνθρωποι να σώσουν την πατρίδα των. Σαν να προσφέρεις ας πούμε, λουλούδια χάρτινα, με το περίσσευμα όμως της αθωότητός σου”
Αδύνατο, είπε ο Μίμης και φώναξε πως “καταρρέουν οι τιμές και τα απίδια χαρίζονται, δεν πωλούνται!” Άκου λέει, με τα καμινέτα. Ο Μίμης στάθηκε πάντοτε άνθρωπος πρακτικός, σαν να λέμε λογάριαζε τον Φλεβάρη για χειμώνα και υπολόγιζε πετρέλαια και τα ρέστα.
Πρόσωπα
Του επίκαιρου
Γεωργίου Σουρή
[…συνοδευτικά μια απόμακρη λατέρνα που όμως – γιατί δεν μας εκπλήσσει; – παίζει ένα αταίριαστο στα κουδουνίσματά της, βαλσάκι.. Δυτικότροπες γίνανε και οι λατέρνες, τα ανταλλακτικά θα φταίνε, μετά βεβαιότητος νεοελληνικής…]
Τον μνημονεύουμε σήμερα όλο και περισσότερο, σαν τάχα να ‘ταν περισσότερο ένα πρόσωπο της εποχής μας, ένας δημιουργός του καιρού του δικού μας παρά ένα πρόσωπο του περασμένου αιώνος και ακόμη παραπίσω. Σαν τάχα θέλουμε να μεταφράσουμε τη ζωή μας την κοινωνική, σε αυτόν συντρέχουμε. Διότι αυτός γνωρίζει από τι υλικό είναι φτιαγμένη η ψυχοσύνθεσή μας. Και με τα χρονογραφήματα και με τα άρθρα του που σήμερα κατέχουν επίκαιρη αξία, αποκάλυψε κάθε φορά μια πτυχή μας.
Μας αφόπλιζε ο Σουρής και εξακολουθεί να το κάνει, σατιρίζοντας τούτη την πολιτεία που ουδόλως έχει αλλάξει. Κάτω από τα παντελόνια τα λονδρέζικα, η φουστανέλα μας καλά κρατεί. Το φέσι του ραγιά το ‘χουμε στην τσέπη την εσωτερική και αν τάχα, για το συμφέρον μας κάτι παρουσιασθεί ευεργετικό, όλα τα ξεπουλάμε και με χάρη το φορούμε. Με τι σύνεση που κλέβουμε και με τι χάρη που μετανιώνουμε και δίνουμε όρκους και υποσχόμεθα, “ποτέ ξανά”.
Μου φαίνεται παράσημο ξεχωριστό αυτό που σημειώνει η βιογραφία του Σουρή. Πως καταδικάστηκε λέει, “επί εξυβρίσει του ιερού προσώπου της Βασιλίσσης”. Σαν τάχα να πρόκειται για μια ιδιότητα που κανείς σπανίως αποκτά και που τον εφέγγει εις τους αιώνας, με μια δόξα παράδοξη – το πιάσατε, το λεκτικό το παιχνιδάκι;
Είναι δε ακόμη που το ύφος του στάθηκε πάντοτε προφορικό, σαν να λέμε άμεσο. Διότι είναι γνωστό πως ο προφορικός ο λόγος έχει μια παρουσία που το γραπτό δεν μπορεί να συλλάβει και να αποδώσει, ένα τραύλισμα, μια παύση για να συλλογιστεί απάνω στο κωμικό του νεοελληνικού μας του εαυτού, του μπαγαπόντη.
Ζωγραφιές
Τσαρούχης Γιάννης
Άγιος Σεβαστιανός, 1970
[…στα ηχεία ο ίδιος ο καλλιτέχνις, μιλώντας για το έργο του. Μιλά για “ορίζον θεάτρου”, εν αφθονία φωτισμού…]
Υπάκουσε στο μύθο. Και έκανε τον Σεβαστιανό, δεμένο εις έναν πάλο. Και επάνω στο σώμα του έφτιαξε πυκνά τα βέλη. Τους τοξότες τους έκανε αλφαμίτες νεοελληνικούς, πρόσωπα υπαρκτά στην πύλη των στρατοπέδων. Και τους χάρισε ένα πρόσωπο κυνικό, μια ειρωνεία τους έδωσε, κάτι τ’απρόσωπο και το γαλήνιο. Σαν τάχα να μην γνωρίζουν τι κάνουν. Ειδικά εκείνος ο δεύτερος που μοιάζει να οπλίζει για να επιφέρει τη βολή τη θανατική στον νεαρό Σεβαστιανό, τι φριχτές που θα’ταν οι γραμμές του προσώπου του.
Όχι, όχι, αυτός ο Σεβαστιανός δεν είναι ένας άγιος. Είναι κάτι παραπάνω, ένας Εσταυρωμένος βυζαντινός που θα πέθαινε το ίδιο λυρικά στη φυλακή του Μυστρά, στην Πόλη ή την Τοσίτσα του’ 70. Ο Σεβαστιανός προτού γίνει άγιος κοιτάζει ψηλά εκπληρώνοντας ένα όραμα, το όνειρο δηλαδή, που ‘ναι αντικειμενικά οργανωμένο στα μεγάλα και εκφραστικά έργα, στις αλληγορίες τις πιο θαυμάσιες.
Πρόσωπα
Θάνος Ανεστόπουλος
03/2/1967-03/9/2016
[…Ξέρω πως θα έρθει και δεν θα ‘μαι όπως είμαι…]
Ξέρω πως θα έρθει και δεν θα ‘μαι όπως είμαι. Ο χρόνος θα ‘χει διαβεί από πάνω μου. Και εκείνο το παιδί που κοιτούσε τον κόσμο μέσα από τα Διάφανα Κρίνα του Θάνου Ανεστόπουλου, δεν θα ‘ναι πουθενά. Ίσως εδώ και εκεί να βρω τα χνάρια από το πέρασμα εκείνου του παιδιού, μα ίσως να μην έχει καμία αξία να προσπαθήσει κανείς να γυρέψει όλα αυτά. Όλα ξεθωριάζουν τώρα πια. Μια σημαία αυτοκρατορική σαν εκείνη του πένθιμου πρίγκιπα Χρήστου Βακαλόπουλου, με ξέφτια και δόξα θα ‘ναι το μόνο πράγμα που θα μιλά για μένα. Ξέρω πως θα έρθει, μα δεν θα πρέπει να στηριχτεί σε παλιές συνήθειες. Όλα ετούτα γίνηκαν αναμνήσεις πια, δεν μιλάει κανείς για όλα αυτά.
Και εγώ που ξέρω πως οι στίχοι από εκείνα τα τραγούδια ίδιο δεν θα με βρουν και ας επιστρέφουν κάθε φορά με την πρώτη μέσα μου άνοιξη, και εγώ που ξέρω να μετρώ πια τις αποστάσεις, θα σταθώ σε μια άκρη. Και θα αφήσω τις μελωδίες να διαβούν από μέσα μου, φωτίζοντας σαν προτζέκτορες κάτι παλιό, δικό μου και περαστικό που όμως δεν μ’ανήκει πια.
Το μόνο που ελπίζω είναι πως ο Ανεστόπουλος και η μουσική εκείνου του καιρού, θα βρει λέει, τον τρόπο να κρατηθεί όρθια. Μια μουσική ως γλώσσα, που αντίκρισε το όνειρο με την ευκρίνεια και τη συγκίνηση που του αρμόζει. Μια μουσική που με κάνει σήμερα, τόσα χρόνια μετά, να ματώνω από την ομορφιά της.
Στις 3 του Φλεβάρη του 1967 γεννιέται ο Θάνος Ανεστόπουλος. Για να κλείσει μια πορεία ζωής που σήμερα αφήνει το σημάδι της, τον Σεπτέμβρη του 2016. Από όλους τους φίλους Θάνο , και από την Ελένη ακόμη, έχεις χαιρετίσματα.
Πρόσωπα
Μαλβίνα Κάραλη
Όχι μόνο ένα αστείο κορίτσι
[…Το ροκ αρχίζει και δεν τελειώνει, σου ροκανίζει το παντελόνι γιατί είσαι ροκ. Και δεν βρίσκω λόγια να ‘χεις άδικο Σταμάτη. Ροκ είναι έχεις, είναι να πίνεις και όταν δεν έχεις τότε να δίνεις, σωστά; Στα ηχεία πάντα…]
Νόμιζα πως την είδα κάπου σε κάποιον από τους μικρούς εκείνους δρόμους του εμπορικού κέντρου. Ήμουν βέβαιος, είπα, “πώς γίνεται, αφού πέθανε, πάνε τόσα χρόνια, πώς;”
Φυσικά δεν έχασα καιρό σε άκαρπες ερωτήσεις και άλλο τόσο ανώφελες αναζητήσεις. Οπλίστηκα με υπομονή και την ακολούθησα. Ελισσόταν ανάμεσα στο πλήθος, τρύπωνε στο κατάστημα με τις επώνυμες φίρμες, χαμογελούσε σε κάποια πωλήτρια, εκείνη της ανταπέδιδε μεμιάς την ευγένεια. Αμέσως έφευγε, κάθε τόσο σταματούσε , παράγγελνε ένα σκέτο καφέ και καθόταν στα τραπεζάκια του ξαφνικού καφέ που ξεφύτρωσε τελείως αναπάντεχα σε μια μικρή εσοχή, αρχιτεκτονική.
Τώρα είμαι βέβαιος. Ώστε ήταν τρικ και του λόγου της κουκλίτσες μου, – και εσύ Σιμόνη μου που διδάχθηκες από πρώτο χέρι μαζί της τις πολεμικές τέχνες και εσύ; – ζει και βασιλεύει. Μάλλον διέσπειρε παντού την είδηση επειδή κουράστηκε να μας δείχνει τον εαυτό μας και αποφάσισε επιτέλους να κάνει ότι βαθύτερα επιθυμεί. Μια μεγάλη βόλτα στα μαγαζιά, συναντήσεις με φιλενάδες τελείως απρογραμμάτιστα, μια αναπάντεχη βροχή, άνθρωποι που τρέχουν μες σε στοές και άνθρωποι ερωτευμένοι που διαφεύγουν του νερού. Χρόνια μετά θα τους πνίξει αυτή η αγάπη.
Θέλω να πάω να της πω ότι είχε δικιο. Πως είχε δίκιο να μνημονεύει τον Πολάνσκι στις “Πολεμικές” της “Τέχνες”, επειδή κάθε κοινωνία και τούτη περισσότερο, επιδεικνύει τη μέγιστη βία ενάντια στα ζώα, τις γυναίκες και τα παιδιά. Ανερυθρίαστα, θα της τόνιζα, πως θανατώθηκαν προ μηνών τέσσερις και βάλε χιλιάδες ζώα με το φόβο μιας ασθένειας. Το κάναμε για μας, δεν τα συλλογιστήκαμε καθόλου αγαπητή Μαλβίνα. Και όταν ένα κορίτσι ήρθε ως την πόρτα μας ζητώντας βοήθεια τη διώξαμε. Ή ακριβέστερα της υποδείξαμε να πάρει ταξί.
Τώρα κλαίμε πάνω από το μνήμα της και αυτό το λέμε συγχώρεση ή σοφία, κανείς δεν ξέρει. Κάναμε κομμάτια Μαλβίνα μου τον λουλουδένιο κύκλο της γυναικείας ζωής που λέει και ο D.H. Lawrence. Ξέρω Μαλβίνα μου, βρίσκεις τους Βρετανούς κάπως άνευρους. Και ας έχουν λέει το Νότινγκ Χιλ μες στα πόδια τους.
Προτιμώ να μείνουμε στη ρήση του Πολάνσκι, προτιμώ να σου πω όσα έχασες, τι πράγματα φοβερά που γίνονται εδώ πέρα. Μα αφού είσαι ζωντανή θα τα ξέρεις ή απλούστατα θα τα φαντάστηκες αφού δεν γίνεται αλλιώς όσα είπες με το καπέλο του ναύτη στραβά βαλμένο και την παραλλαγή να μας αφορούν με μια φρεσκάδα που ουδόλως μειώνει τη συλλογική μας μελαγχολία. Ας πούμε, τι εύστοχα που έγραψες, – πάνε χρόνια Μαλβίνα μου – “μικροί οι ήρωες, μικρές οι πράξεις τους, μικρές οι ατάκες τους, μικρά τα ψέματά τους, μικρές και άθλιες οι συμβάσεις του. Τόσο μικροί που είναι αδύνατο να ταυτιστείς μαζί τους”.
Μα δεν ήταν εκείνη, μόνο που της έμοιαζε. Τζάμπα τόσο περπάτημα, όλο τ’απόγευμα ξοπίσω της και τώρα να αποδεικνύεται πως ήσαν όλα λάθος. Θα το ‘νιωσες και εσύ κάποτε Μαλβίνα και θα έβαλες τα δυνατά σου να το καταγράψεις αυτό το “όλα λάθος”. Ας πούμε να το εξομολογηθείς στον άλλο με την προσφυγή σου στη γλώσσα. Ας πούμε δηλαδή, να ονομάσεις τον έρωτα. Έτσι δεν γράφεις Μαλβίνα;
Ξέχασα, Δεν είσαι εκείνη , εσύ πάει καιρός που μαζί με την Πατησίων και κάθε τι παλιό, έχεις κιόλας ντυθεί το θειαφένιο ασύλληπτο του Κλοντ Λοριάν. Μα πού τον θυμήθηκες αυτόν κουκλίτσα μου, θα έλεγες τώρα και θα ξεσπούσα στα γέλια, όπως τότε που έκανες κομμάτια τους τηλεοπτικούς δέκτες.
Τραγούδια και ιστορίες
Τρίτο Στεφάνι
Σταμάτης Κραουνάκης
[…καρδιά μου τι να σε κεράσω, που δεν με πιάνει λίγο ο ύπνος να ξεχάσω…]
Την είδα, Κοδριγκτώνος και 3ης Σεπτεμβρίου. Παλιό μακιγιάζ και δεκαετίες ατόφιες να σκάβουν το πρόσωπό της. Κατηφόριζε το δρόμο που τώρα πια ησύχαζε. Μόνον κάτι πουλιά στο παλιό σπίτι του Γιώργου Σαραντάρη του ποιητή πετούσαν νευρικά, μεθυσμένα τόσα χρόνια από τα ποιήματα.
Θα ‘θελα να την ρωτήσω τι τάχα να συλλογίζεται, μια κυρία βγαλμένη από το τρίτο στεφάνι του Ταχτσή, ένας πεθαμένος ίλιγγος πια. Δεν είπα τίποτε, μόνον την ακολούθησα ως τον προορισμό της. Γύρισε και με κοίταξε με μια νοσταλγία άλλο πράμα. Και ύστερα προτού προλάβω να της χαμογελάσω, την κατασπάραξε το σκοτάδι της πολυκατοικίας του ‘ 60.
Συνέχισα και είπα πως είχαν δίκιο τα “αηδόνια” του Κητς, όταν κάναν λόγο για μια αχλή αιωνιότητας πάνω στην ομορφιά. Αντίο Κατερίνα, Ελπινίκη, Μαρία, Κλειώ, Δανάη, σκοτωμένο μου μακιγιάζ, αντίο.
Ένας πλανόδιος σαξοφωνίστας σε μια εσοχή του δρόμου, έπαιξε την εισαγωγή από το Τρίτο Στεφάνι, θέλοντας ίσως να με παρηγορήσει. Ή πάλι, όλα ήσαν πράγματα αφιερωμένα σε εκείνη που τώρα τυλιγμένη στη ρόμπα από δυνατό πράσινο χρώμα, με στοιχεία παραληρηματικού χρυσού, βάζει τα δυνατά της να θυμηθεί και ίσως δακρύζει κρατώντας το νεκρό της βιβλίο, καθισμένη στη σοφή πολυθρόνα, μες στο δωμάτιο της μελαγχολίας.
Απόψεις
Αλέκος Φασιανός
[…στα ηχεία η Αθανασία του Χατζιδάκι. Παντού ο έρωτας που αλλάζει τη σύσταση του κόσμου…]
Δίκιο είχε ο Αλέκος Φασιανός, ο μεγάλος ζωγράφος, αυτός ο ονειροπόλος του χρώματος. Την αγάπησε πολύ την Αθήνα, το γράφει στα Περιπλανώμενα του που σταλάζουν αθωότητα. “Δεν συλλογιόμαστε νεοκλασικά” σημειώνει ο Αθηναίος δημιουργός και έτσι ερμηνεύεται ετούτη η αφασία που παραδέρνει τις πολιτείες μας. Καινούρια μουσεία από χάλυβα και γυαλί, περίτεχνες μουσικές αίθουσες, με ένα σορό φιοριτούρες και διακοσμήσεις, απέραντοι κήποι, τεχνητά κανάλια, γυάλινες προσόψεις με χονδρό τζάμι που δεν αφήνει το φως να φθάσει, γήπεδα και κατασκευές που κάνουν τον μοντέρνο άνθρωπο να μοιάζει τόσο μικρός και τόσο ασήμαντος.
Δίκιο είχε ο Φασιανός. Και τούτο το δίκιο του το ‘χε τόσο για την Αθήνα, όσο και για την Θεσσαλονίκη και τον Βόλο και την Κατερίνη και τόσες άλλες, μικρές και μεγάλες πολιτείες. Πολιτείες που πέρασαν από την εποχή του ρομαντισμού τους σε μια περίοδο υπερβολής που τις πνίγει και τις αλλοιώνει.
Θυροτηλέφωνα, ασανσέρ, ενεργειακή αυτονομία, μεγάλα μπαλκόνια ολότελα αποστειρωμένα. Εδώ δεν ζει κανείς αλλιώς θα ‘βρισκες κανά φύλλο φθινοπώρου στο περβάζι, ίσως ένα σπασμένο γλαστράκι και μια φωλιά χελιδονιών για τώρα και για πάντα. Μια στάμπα υγρασίας χάμω στις πλάκες για να ‘ρθουν να ξεδιψάσουν τα πουλιά του ουρανού.
Μα λείπουν όλα αυτά και μου φαίνεται πως η ζωή μας έχασε την επαφή της με την πραγματικότητα μα και με το όνειρο. Αυτή η ζωή που σας λέω, πάει, χάθηκε πια. Όλοι μας κουβαλούμε ετούτη τη συνείδηση πια και ζούμε λυπημένα, επειδή, λέει, μας είναι αδύνατο να βρούμε κάπου την ποίηση. Χαίρε Αλέκο που ‘χες πάντα τόσο δίκιο όταν έλεγες πως η μορφή, αυτό το τόσο εσωτερικό πράγμα, όλα τα περιέχει εντός της. Τη μνήμη μας την αλλοτινή και ίσως μια δυστυχία που συνηθίσαμε, Αλέκο.
Α.Θ
