Η ποίηση ως μορφή κοινωνικής παρουσίας

Γράφει ο Βαγγέλης Ποτέας


(Για το Βιβλίο του Νικόλα Κουτσοδόντη,  Ίσως φύγεις στο εξωτερικό, Θράκα 2024)

Διαβάζοντας εδώ και αρκετούς μήνες τα ποιήματα του Νικόλα Κουτσοδόντη καταλαβαίνω ολοένα και περισσότερο και πιο συνειδητά, πως έχουμε να κάνουμε εδώ μ΄έναν ποιητή που δεν προσπαθεί να «σταθεί σωστά» απέναντι στην ποίηση, αλλά αυτό που επιλέγει είναι σαφώς κάτι πιο ριψοκίνδυνο, πιο γυμνό, πιο ανθρώπινο: Επιλέγει να σταθεί αληθινά απέναντι στον εαυτό του – και μαζί με αυτόν, απέναντι σε εμάς, στην ιστορία και την κοινωνία.

Κι αυτό επειδη ο ίδιος δεν γράφει για να εντυπωσιάσει, ούτε για να επιδείξει λυρισμό, διανοητική δεξιοτεχνία ή εκφραστική δεινότητα. Γράφει γιατί κάτι μέσα του τον καλεί να πει, με την απλότητα της καθημερινής φωνής και τη βαρύτητα της εμπειρίας, αυτό που καίει, -τον- και -μας- καίει. Μπορεί, λοιπόν, κανείς εύκολα να κατανοήσει  το πώς η σύγχρονη, πολύ σημερινή, ελληνική ποίηση, που ο Νικόλας είναι εκ των εκφραστών της, είναι ικανή να μεταφέρει προβληματικές, ένστικτα και οπτικές αξιοποιώντας μια πολλαπλή, σχεδόν πολυεστιακή προσέγγιση.

Ν΄αποτυπώσει συναισθήματα, κοινωνικοπολιτικές αφηγήσεις, αλλά και να μεταφέρει την ίδια στιγμή ματαιώσεις, μετατοπίσεις και ευαλωτότητες σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται με ιλιγγιώδη ρυθμό και με αρνητικό πρόσημο τις περισσότερες φoρές.

Η γραφή του, βαθιά επεξεργασμένη και συνειδητά τοποθετημένη στο δημιουργικό μεταίχμιο μεταξύ προσωπικής εξομολόγησης και κοινωνικοπολιτικού και ιδεολογικού προβληματισμού, αναδεικνύει το ρόλο που έχει ο καθημερινός άνθρωπος…Ρόλος που πότε διαμορφώνεται, πότε επιλέγεται, πότε επιβάλλεται πότε ασφυκτιά και πότε διεκδικεί. Συναντά όμως σχεδόν πάντα και μαθηματικά τα όρια και τις δυνατότητές του μέσα σε αστικές, υπαρξιακές και κοινωνικές διασταυρώσεις. Με γλώσσα ζωντανή, κοφτή, θραυσματική, αλλά και βαθιά ενσυναίσθητη, φέρνει στο φως σώματα, φωνές και ιστορίες που δεν θα χωρούσαν ενδεχομένως στο κυρίαρχο αφήγημα.

Έτσι, η ποίησή του λειτουργεί πολλαπλά: είναι ερωτική, είναι ιδεολογική, είναι αφηγηματική, είναι μαχητική. Δεν περιορίζεται σε προσωπικές εξομολογήσεις ή απλούς στοχασμούς, είναι πυκνή, συμπυκνωμένη, διαμαρτυρόμενη. Μας θυμίζει πως το κουήρ σώμα είναι και σώμα πολιτικό. Πως η ποίηση μπορεί να είναι και ακτιβισμός, και καταγγελία, και ντοκουμέντο, και φόρος τιμής. Κι εδώ το κουήρ στοιχείο δεν αφορά μόνο το φύλο ή την επιθυμία και δεν παρουσιάζεται αποκομμένο από άλλα κοινωνικά ζητούμενα και μεγέθη. Αφορά σε θέματα ευρύτερα όπως την απόρριψη της βάναυσης λεγόμενης κανονικότητας, την αποδόμηση της ετεροκανονικής ταυτότητας, την κριτική στο πατριαρχικό κοινωνικό σύστημα, την αλληλεγγύη των αποκλεισμένων. Προφανώς γιατί δεν υπάρχει μόνο ένας και περιχαρακωμένος τρόπος να δημιουργήσει κάποιος με κουιρ πρόσημο και γιατί κουιρ μπορεί να είναι η ταξικότητα, η εθνική ταυτότητα, η αναπηρία, η ψυχική υγεία, η πολιτική ιστορία.

Και στο Νικόλα συμβαίνει ακριβώς αυτό: η κουήρ ταυτότητα πλέκεται με τον εργατικό αγώνα, με τη γεωπολιτική πραγματικότητα της Κύπρου, με την πολιτισμική μνήμη της Αριστεράς, με την οικολογική κρίση, με το τραύμα της μετανάστευσης σε μια ποιητική εκφραστικότητα που σαφώς και δεν περιορίζεται σε μια ομοερωτική θεματική αλλά αντιθέτως εντάσσεται  οργανικά στο κοινωνικό σώμα και λειτουργεί ως συγκοινωνούν δοχείο ανάμεσα στον έρωτα, τα φύλο, την ταυτότητα, την αριστερή κοσμοθεωρία και αντίληψη των πραγμάτων, το αίτημα για εξέγερση και επανάσταση, τους τόπους μας ως αστικό παριβάλλον, και τους τόπους της μνήμης, της εμπειρίας, της σύγκρουσης.

Γιατί ο Νικόλας  εντάσσεται σε μια νέα γενιά Ελλήνων δημιουργών, οι οποίοι δεν κρύβονται, δεν απολογούνται, δεν μεταμφιέζονται. Ο λόγος τους είναι καθαρός, πολιτικός, σωματικός, στοχαστικός. Και σε αυτό το πλαίσιο η ποίηση του δεν είναι απλώς μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης, αλλά μορφή κοινωνικής παρουσίας. Συναιρεί τον έρωτα με την εξέγερση, την τρυφερότητα με την ταξική ανάλυση, τη νοσταλγία με τη ριζοσπαστική επιθυμία για έναν άλλον κόσμο, με τρόπους που θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε σήμερα.

Και κάπου σ΄αυτό το πλαίσιο συναντάμε και την έννοια της φυγής (αναγκαστικής ή αποδραστικά ελεύθερης ή ως ψυχική δυνατότητα) που τίθεται ήδη από τον τίτλο Ίσως φύγεις στο εξωτερικό. Διττή η λειτουργία της: αφενός ως σχόλιο πάνω στο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της σύγχρονης νεότητας που αναζητά αλλού δυνατότητες επιβίωσης, αφετέρου ως μεταφορά για την επιθυμία διαρκούς υπέρβασης των επιβεβλημένων ορίων της ταυτότητας. Μια στρατηγική επαναχάραξης του εαυτού, ένας τρόπος να διασωθεί το μέσα, όταν το έξω γίνεται στενό, σκληρό, ή αδιάφορο.

Σε μια εποχή όπου η ποίηση συχνά περιχαρακώνεται στην αισθητική αυτάρκεια ή φιλαρέσκεια και στην άγονη και στείρα εσωστρέφεια, το έργο του Νικόλα Κουτσοδόντη έρχεται να μας θυμίσει ότι το ποίημα δεν είναι απλώς τέχνη, αλλά και στάση ζωής, πράξη ορατότητας, πολιτική χειρονομία

Και αυτή η συλλογή είναι πρωτίστως μια πρόσκληση να σκύψουμε πιο κοντά στη δική μας ευθραυστότητα και στη δική μας γενναιότητα.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΟΤΕΑΣ

(το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην εκδήλωση παρουσίασης της ποιητικής συλλογής του Νικόλα Κουτσοδόντη που έγινε τον περασμένο Δεκέμβριο στην Καλαμάτα)

Ο Βαγγέλης Ποτέας είναι δημοσιογράφος στην ΕΡΤ, απόφοιτος του τμήματος «Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού» του Παντείου Πανεπιστημίου και  με ειδικές σπουδές «κινηματογραφοθεραπείας» από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Σπούδασε επίσης δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας» και κείμενα του έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε λογοτεχνικά περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στην ΕΡΤ ΚΑΛΑΜΆΤΑΣ.