
Ραφαέλ Αλμπέρτι
16/12/1902-28/10/1999
Τα βαλς τ’ ουρανού δεν είχαν ακόμα αρραβωνιάσει
τo γιασεμί και το χιόνι,
δεν είχαν οι άνεμοι συλλογιστεί την πιθανή μουσική των μαλλιών σου,
ούτε κι ο βασιλιάς είχε προστάξει να ενταφιαστεί σ’ ένα βιβλίο η βιολέτα.
Όχι.
Ήταν ο καιρός που ταξίδευε το χελιδόνι
χωρίς τ’ αρχικά μας στο ράμφος του.
Που οι καμπανέλες κι οι κληματίδες μαραίνονταν
δίχως εξώστες κι άστρα για να σκαρφαλώσουν.
Ήταν εκείνος ο καιρός
που δεν υπήρχε ένα άνθος για να γείρει το κεφάλι του στον ώμο ενός πουλιού.
Και τότε, πίσω απ’ τη βεντάλια σου, το πρώτο μας φεγγάρι.
Κάπως έτσι το ποίημα περνά το σύνορο του ουρανού μας. Και γίνεται προσωπικό, φέρνοντας στο φως την παλιά εκείνη ιστορία. Τότε που ‘χε μια αθωότητα ο κόσμος και πώς να μην την ξεχωρίσει ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, πώς να μην δει τα σημάδια, τη μυρωδιά από καραμέλα να μην αισθανθεί, το φτεροκόπημα από τ’αρχαγγελικά του καιρού που γυρεύουν μια αντίσταση; Δεν θα μπορούσε να ξαστοχήσει ο ποιητής , μήτε που φοβάται το μεγαλόσωμο γκρίζο φάντασμα του χρόνου. Αν δεν την αγαπούσε τη ζωή θα ‘ταν χαμένος ο κόπος. Όμως εκείνος σαν τα στοχαστικά τηλεγραφόξυλα που και αυτά στήθηκαν σε κάποια στροφή, σε κάποιο ποίημα που ‘χω πια ξεχάσει, όλο γελάει εμπρός στη ζωή. Πού ακούστηκε λέει, το χειμώνα να ονομάσεις της αγάπης σου εποχή, πού;
Για όλα φταίει εκείνη η λεπτομέρεια που μας περιμένει στο τέλος, κάτι σαν τέλος της σιωπής. Για όλα την ευθύνη φέρει ακέραια το πρώτο μας φεγγάρι, κομματιασμένο στο φόντο της βεντάλιας σου. Τέτοια πράγματα θα μπορούσε να τα νιώσει ο μεροκαματιάρης που αναρρώνει κάθε μέρα από τη συνήθεια. Και αυτό ακριβώς συνιστά μια ποίηση μεγεθυσμένη, περισσότερο και από τη σημασία της, μια ποίηση που ξέρει να φύεται πάνω στο σκελετό του δωματίου, σαν σπάνιο αναρριχητικό του πνεύματος σου λουλούδι, μια σκόνη τρικυμισμένη που σαρώνει τα πάντα.
Με μια αίσθηση ευγνωμοσύνης, με το λάβαρο της νοσταλγίας υψωμένο, κάνουμε τραγούδι το φιλί που δεν δώσαμε. Και έτσι γεννιούνται ποιήματα σαν και αυτό του Αλμπέρτι που γεννήθηκε μια φορά και έναν καιρό στο Ελ Πουέρτο ντε Σάντα Μαρία.
Χωρίς Αίσιο τέλος
Άκουσε το τρίξιμο μες στο μεγάλο δωμάτιο. Προσπάθησε να θυμηθεί αν είχε ξεχάσει τη φωτιά. Έπειτα αποφάσισε να πάει ως εκεί και να δει με τα μάτια του την αιτία του θορύβου. Ίσως κανένας αρουραίος βρήκε εδώ καταφύγιο. Δεν του ‘χει ξεφύγει μήτε ένας, σκέφτεται καθώς σέρνει τα κοκαλιάρικα πόδια του στα σανίδια. Τον ακολουθεί η ρόμπα του, ένα ξεφτισμένο ύφασμα που σέρνεται χάμω, σαρώνοντας τα πάντα. Εμπρός του πηγαίνει ένας κακότροπος εαυτός.
Πασχίζει να συνηθίσει το χαμηλό φωτισμό στο δωμάτιο. Αρπάζει ένα μισολιωμένο κερί και ώσπου να το ζωντανέψει μονολογεί.
Ώστε εσύ είσαι! Έχεις δεν έχεις, κάθε χρόνο με θυμάσαι. Με κολακεύεις αγαπητέ, μα μήπως να πας αλλού; Εδώ, σαν να λέμε , “πήραμε, πήραμε”. Μου φαίνεται πως γεράσαμε και οι δυο προσμένοντας κάτι που δεν θα γίνει ποτέ. Εδώ πιο κάτω έχει κάτι φοβητσιάρηδες, πρώτης τάξεως για να κάνεις τη δουλειά σου. Και μην μου ξαναπείς ποτέ για άρρωστα παιδιά. Ο κόσμος δεν είναι μια εύκολη υπόθεση, πρέπει κανείς να το παλέψει με ότι έχει στα χέρια του. Άντε, λοιπόν, εδώ δεν πιάνουν τα κόλπα σου, λυπάμαι που στο λέω.
Έκλεισε πίσω του την πόρτα. Πρόλαβε μόνο να πει, “εγώ ο Εμπενίζερ σου λέω να πας στον αγύριστο!” Το κερί στάλαζε στα γέρικα χέρια του μα δεν ένιωθε το παραμικρό.
Και είδε τότε εμπρός του τον μικρό Στίβενς, χλομό με το μεγάλο του κασκέτο, βρεγμένο και αυτό. Τα ρούχα του είναι παλιά και λερωμένα, το ίδιο τα γόνατά του. Ο μικρός μοιάζει να καίγεται στον πυρετό. Κρατάει ένα σκεπασμένο πήλινο πιάτο. “Σας το στέλνει η μητέρα μου”, είπε ο μικρός και ξέσπασε σε έναν επίμονο βήχα. Μια στάλα αίμα φάνηκε στα χείλη του. Αμέσως τη σκούπισε με την ανάποδη του χεριού του και έκανε βιαστικά να φύγει.
Ο Εμπενίζερ πλησίασε το αγόρι και του έβαλε στο χέρι μερικά κέρματα. Έπειτα χαμήλωσε το κασκέτο του με μια χειρονομία μάλλον ενοχλητική. Ανακοίνωσε πως επρόκειτο να ξαπλώσει και σύρθηκε ως το δωμάτιό του.
Το απόγευμα ξύπνησε με μια παράξενη διάθεση. Όλα επιβεβαιώθηκαν όταν ένα σημείωμα ριγμένο κάτω από την πόρτα του έγραφε, “ο Στίβενς κατέληξε σήμερα κύριε Εμπενίζερ, αιτούμαι αδείας”, και τα λοιπά, και τα λοιπά. Σαν να βάρυνε η καρδιά του, σαν να θυμήθηκε το αγόρι χθες εμπρός του, γεμάτο απορία. Λυπήθηκε αληθινά, μακάρι να μπορούσε να γυρίσει προς τα πίσω το χρόνο. Αυτό είναι ανεκτίμητο κύριε, αδύνατο από καταβολής του κόσμου, σχολίασε. Κοίταξε από το παράθυρο, κάτι λίγοι διαβάτες. Και στο απέναντι πεζοδρόμιο, μια φιγούρα ντυμένη μάλλον επίσημα, που του χαμογελά απόμακρη, πικρή. Μια φιγούρα χριστουγεννιάτικη, αν δεν κάνει λάθος, ναι, ολοφάνερα χριστουγεννιάτικη.
Απόστολος Θηβαίος
