Μπαρ Μπιάνκα

© Dolf Kruger

Μπαρ Μπιάνκα
και άλλα

Αφορμές για ιστορίες
Βασίλης Αλεξάκης
γεννήθηκε Δεκέκβρη του ‘ 43 – 2021

Τάλγκο

Από το ‘43 περίπου, λειτουργεί το ζαχαροπλαστείο. Και ποτέ δεν άλλαξε τ’ονομά του. Το γράφει και στη διαθήκη. Σαν την ηχώ ενός ανθρώπου που ακούγεται από πολύ μακριά, έρχεται η ετυμηγορία, απαραβίαστη, αδιαπραγμάτευτη. Ο μακαρίτης το ‘λεγε ξεκάθαρα, όχι τίποτε μπερδεμένα μισόλογα. Έλεγε, ακριβώς τα κάτωθι. 

Ανάγνωση διαθήκης, έαρ.

“Το μαγαζί ονομάστηκε Λισαβόνα και ουχί τυχαίως. Δι’αυτό και σας ζητώ, πιστοί να παραμείνετε εις τούτο”. 

Κοιτάχτηκαν οι κληρονόμοι. Τι έκπληξη!

“Το ζαχαροπλαστείο θα φέρει μαρκίζα οποιασδήποτε ποιότητος. Μα το αναγραφόμενο θα είναι Λισαβόνα, εις τους αιώνας των αιώνων που λένε. Θα κοιτάζεστε τώρα δα που διαβάζονται αυτές οι αράδες, θα κοιτάζεστε και θα λέτε πως όλα αυτά είναι ένα παιχνίδι. Μα εγώ σας ξορκίζω να μην αλλάξετε ποτέ τ’όνομα του μαγαζιού. Και προς διάσωση της επιθυμίας μου, και επειδή ακόμη θα αδυνατώ να σας εποπτεύσω καθώς άλλες συνήθειες και άλλες ζωές θα ζω, φρόντισα διά το καλό όλων μας. Δεν θα το αφήσω πουθενά το μαγαζί. Για την ακρίβεια θα το αφήσω μονάχο του, αδιάθετο, να τριγυρίζει εκεί έξω στην πόλη, δίχως σε κανέναν να ανήκει. Μόνον στη Λισαβόνα, μόνον σε αυτήν να ανήκει. Εκεί, θα πάω και εγώ, και ίσως μακρύτερα. Δεν επιθυμώ να σας εξηγήσω το παραμικρό, μα αν το κάνω είναι για τον έρωτα. Ναι, τον έρωτα, που είναι βαθιά κρυμμένος πίσω από κάθε πράγμα. Τον έρωτα που χτενίζεται στα μαλλιά του κοριτσιού στην άκρη στην πηγή, τον έρωτα, που αντιγράφει τη θάλασσα , που καίγεται πίσω από όλες ανεξαιρέτως τις σημασίες. Πιο πέρα ο δρόμος θα βγάλει στην ομορφιά που είναι, μην φανταστείτε, παρά μονάχα εκείνο που ‘χει απομείνει ζωντανό. Εκεί θα πάω, στην Λισαβόνα. Θα με περιμένει μια Εύα, μια σπασμένη κούκλα με ροδακινιά τα χείλη, με μακριά μαλλιά να διεγείρουν τους ώμους. Αν με γυρέψετε, αν προκύψει μια ανάγκη μεγάλη, μες στην αγκαλιά της θα αποκοιμιέμαι, ένας μικρός θεατρίνος Ρεμπό από μαρμαρίνη, θα με αναγνωρίσετε. Μόνο μην είναι για τ’όνομα να παρακαλέσω, αυτά τα είπαμε. Για να σας αντιληφθώ, για να αντιληφθώ πως δεν πρόκειται για καμιά ανούσια πρόζα ετούτου εδώ του κόσμου, που κάτι περιμένει και συγκινεί. Αν με γυρέψετε μες στον έρωτά της, πείτε Τάλγκο και θα φανώ, σαν φιγούρα από παντού θα δραπετεύσω”.

Κάποιος από τους κληρονόμους είπε, “κάτι μου λέει το Τάλγκο”. “Αλεξάκης”, είπε ο άλλος και κοιτάξανε όλοι προς την ίδια μεριά. “Από εδώ θεωρητικώς πάντα, βρίσκεται η Λισαβόνα”, είπαν. Ομοφώνως.

Μια ζωγραφιά για τον δρόμο
Έντβαρτ Μουνκ
12/12/1863-23/1/1944

Το άρρωστο παιδί
1907

Τίποτε δεν γινόταν. Έτρεξε παντού, ρώτησε, ικέτεψε, πλήρωσε. Μα δεν κατόρθωσε τίποτε. Και είναι τώρα και πάντα καθισμένες στο κρεβάτι της άρρωστης. Εκείνη, σαν να φεύγει λίγο λίγο, σαν λάδι από ζωγραφιά, προσεκτικά για να συμβεί θαρρείς, φτιαγμένο. 

Και η μητέρα της, γερμένη κιόλας προς τον εαυτό της, παραδομένη στη μοίρα που υπήρξε σκληρή. Και να που η εξαίσια ομορφιά, τώρα κερδίζεται ολότελα από το σπαραγμό και την οδύνη. Το φως που παραμένει άφταστο, το φως από τα μάτια του κοριτσιού περισσότερο, που χύνεται ρευστό από το μεγάλο παράθυρο, ώσπου να γίνει ατμόσφαιρα, μια σημασία ανώτερη από τη ζωγραφιά, κάτι με ψυχή. Λευκό το βάθος, δυο βότσαλα του ουρανού τα μάτια της άρρωστης, μέρος έρημο και τρομερό εκείνη η κάμαρη, τότε, στα 1907.

Πρόσωπα
Μανώλης Καλομοίρης

“Συμφωνία της Λεβεντιάς”
Το κοιμητήρι της βουνοπλαγιάς

Και τι σημαίνει, χρωστώ τη μουσική διαπαιδαγώγηση του Έθνους σε έναν άνθρωπο; Μήπως είναι μια στάση υπερβολική, μήπως δηλώνει μια αμετροέπεια από εκείνες που τιμωρούν οι θεοί; Τι σημαίνει ο πλάστης της μουσικής παιδείας μας; Σαν τάχα να μην υπήρχε πρωτύτερα τίποτε και όλες οι φωνές του παρελθόντος να έσβησαν εμπρός στη θεία χάρη;

Όχι, οι φωνές υπήρξαν πιο γλαφυρές, πιο φανερές , σχεδόν ανάγλυφες μες στις μουσικές συνθέσεις του Μανώλη Καλομοίρη. Στερέωσαν μια σχέση ζωής ανάμεσα στο νέο και το συνεχές καθώς αρδεύεται από καινούρια μέτρα και ρυθμούς πρωτόγνωρους. Και εκείνο το άλλο πάντα, το φερτό υλικό του χρόνου που ανασυνθέτεται μες σε μια καινούρια εκδοχή. Δεν υπάρχει πρωτοτυπία σημαντικότερη από εκείνη που καταπιάνεται με μια αναδιατύπωση του παρελθόντος, με την ενσωμάτωσή του, μες στη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. 

Σαν μετεωρίτης περνάει από την ακαθόριστη ακόμη μουσική μας ταυτότητα ο Καλομοίρης. Την διαμορφώνει , την αδειάζει από νόημα παρελθοντολογικό και της χαρίζει πνοή ενός δράματος αισθητικού και ηθικού. Από τον άνθρωπο ως την αμεσότητα της μουσικής, δεν υπάρχει φτάσιμο. Μόνον μια ολόκληρη γλώσσα αντικατοπτρισμών, μια τέχνη στην οποία όλα φιλοδοξούν να καταλήξουν. Στη μουσική που συλλαμβάνει όπως τίποτε τις ψυχικές μεταπτώσεις. 

Υπέροχο σθένος εκείνης της ποίησης, που ζωγραφίζει μορφές πικρών πουλιών, κτερίσματα πάνω σε βράχους μες στις σκοτεινές, φυσικές εσοχές της Ταρκουίνια, της Αρκαδίας, της Πέτρας.  Τα μουσικά όργανα στις συμφωνίες του Καλομοίρη, μιμούνται τ’αεράκι το δροσερό που νανουρίζει τις εκατόμβες των νεκρών του Μακεδονικού Μετώπου. Διότι τίποτε το ελληνικό έξω από τη φύση δεν στέκει, τίποτε πέρα από το φως και τον αέρα της θάλασσας. Και αυτό είναι το μόνο κλειδί, ένα ερώτημα δίχως απάντηση, ένα ερώτημα μες στο δικό σου αίμα που απαντάει αδιάκοπα η μουσική. 

Πιο κάτω το ποίημα που του χάρισε την έμπνευση για το δεύτερο μέρος της Συμφωνίας της Λεβεντιάς. “Το κοιμητήρι της βουνοπλαγιάς”.

Πέρα στη βουνοπλαγιά βαθειά κοιμούνται τα παλληκάρια.
Τα νύχτια πουλιά πικρά τα μοιρολογάνε.
Καντήλια του τ’ αστέρια και νανούρισμά τους το δροσερό αεράκι,
Όμως επάνω τους η Δόξα αιώνιο στεφάνι πλέκει…
Πέρα στη βουνοπλαγιά βαρειά κοιμούνται τα παλληκάρια.

Μπαρ Μπιάνκα

Γίνανε όλα ξαφνικά, όπως γίνονται πάντα. Σηκώθηκε από τη θέση της, καληνύχτισε τους υπόλοιπους που την κοιτούσαν με απορία. Κάποιος τόλμησε να ρωτήσει, “μα γιατί δεν κάθεσαι λίγο παραπάνω;”. Μα δεν πήρε καμία απάντηση. Τώρα κρατούσε το παλτό της και προχωρούσε στη λεωφόρο με τα κλειστά μαγαζιά. Κάθε τόσο περνούσε δίπλα από κάποια παρέα. Έψαχνε σε όλη τη διαδρομή τα κλειδιά της για να τα βρει μόνο σαν έφτασε εμπρός από την είσοδο της πολυκατοικίας της. Ένιωσε πως δεν είχε τίποτε να κάνει εκεί απάνω. Έπειτα διέκρινε στο βάθος την αναμμένη μαρκίζα ενός μαγαζιού. “Μπαρ Μπιάνκα”. Αυτό μάλιστα, θα της έκανε και με το παραπάνω. 

Τρύπωσε δίχως κανείς να της δώσει την παραμικρή σημασία. Κάθισε στην μπάρα, βόλεψε το παλτό της. Ένας ηλικιωμένος κύριος την ρώτησε ευγενικά τι θα ήθελε. Σε λίγο είχε πιει κιόλας το ποτό της και ο κύριος από την άλλη μεριά ετοίμαζε το επόμενο. Τζιν, σκέτο ή με λίγο πάγο, δεν έχει σημασία, μόνο τζιν, θάλασσες από δαύτο. Έφερε στο νου του μερικές στιγμές από το γιορτινό δείπνο. Ήταν όλοι φίλοι της καλοί και σίγουρα θα τους είχε κακοκαρδίσει που έφυγε. Μα δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς. Άγγιξε το στήθος της. Δεν ήταν εκεί, δεν υπήρχε τίποτε, μόνο κάτι από το σώμα της. Τράβηξε απότομα το χέρι της. Συνέχισε να πίνει, σαν άντρας έπινε, δίχως σταματημό, ο κύριος κάθε τόσο την παρατηρούσε. Ήταν πια κομμάτια, εκεί στο βάθος ενός μαγαζιού στο πουθενά των Χριστουγέννων, σ’ένα ξεχασμένο μπαρ. 

“Δεν θα βρείτε τίποτε από ότι σας λείπει στο τζιν, κυρία”, της είπε με μια γλυκιά, απαλή φωνή. Σε κάθε άλλη περίσταση θα ‘χε φανεί αγενής, όμως με τον συγκεκριμένο κύριο δεν θα το μπορούσε. Παραήταν διακριτικός και η έκφρασή του πρόδιδε μια έμφυτη,  φυσική ευγένεια. “Το τζιν συνήθως κρύβει τα περισσότερα από τα μυστικά μας. Δεν θα το συνιστούσα”. Εκείνη που δεν είχε πια τίποτε περισσότερο να χάσει, απάντησε. “Το τζιν δεν μπορεί να κρύψει αυτό το ανύπαρκτο στήθος, έτσι δεν είναι; Μα μπορεί να κάνει κάτι με εμένα, κύριε. Μπορεί να με σκοτώσει σε μεγάλες δόσεις, έτσι δεν είναι; Οι ιατροί είπαν πως δεν πρέπει να πίνω ούτε σταγόνα, για αυτό ελπίζω πως έτσι θα πεθάνω το γρηγορότερο. Αυτό σας κάνει;”

Εκείνος δεν απάντησε. Τι να πει κανείς εκείνες τις στιγμές; Μόνο προχώρησε προς την πόρτα και γύρισε την επιγραφή. “Κλειστόν”. Έπειτα προχώρησε προς εκείνη. Εκείνες τις στιγμές μετρούσε ο μέσα χρόνος. Την αγκάλιασε, δυο φτερά σκίσανε το πουκάμισό του, το μπαρ πετούσε τώρα, μπορούσε να δει την πόλη κάτω από τα τακούνια της. Με μια της κίνηση θα μπορούσε να κάνει κομμάτια τους δρόμους, τα αυτοκίνητα. Ένας άγγελος και εκείνη μες στον άδειο κόσμο, κάτω από έναν άδειο ουρανό.

Έπειτα σαν  να σταμάτησαν όλα. Ο κύριος εμπρός της στην άλλη πλευρά του μπαρ. Και έξω η παγωνιά και τα ποτήρια στην απέναντι προθήκη. Και το παλτό της στοιβαγμένο δίπλα της. Το ποτό της είχε από καιρό τελειώσει μα δεν της έκανε πια κέφι να πιει περισσότερο. Ένιωθε αρκετά ζαλισμένη. Καλύτερα να σταματούσε πριν πνιγεί μες σε τρία δάχτυλα τζιν. Άφησε ένα χαρτονόμισμα, περιφρόνησε τα ρέστα και προχώρησε προς την είσοδο του μαγαζιού. Στο τζάμι φωτίστηκε ο εαυτός της. Το μακιγιάζ της είχε χαλάσει, το χτένισμά της χαλασμένο, άφηνε εδώ και εκεί μικρά δεμάτια στάχυ. Της λείπανε μερικά στρας από το φουστάνι και θα έπρεπε να βρει μια καλή δικαιολογία για την Σπόρκι. Αλλιώς θα έπρεπε να της αγοράσει εξαρχής ένα άλλο, αφού αυτό είχε στραπατσαριστεί. Κοίταξε καλύτερα, το φουστάνι της πήγαινε καλύτερα. Ίσως να το κρατήσει, ένα μικρό ψέμα δεν κοστίζει τίποτε. 

Μα δεν θα έπρεπε να της κάνει, θα ‘πρεπε να σχηματίζει μια φουφούλα εκεί το ύφασμα, να περισσεύει. Θέλησε να κλάψει μα θυμήθηκε πως είναι το μόνο που της μένει η αξιοπρέπεια. Αυτήν δεν την ρίχνουν τα φάρμακα, δεν την τσακίζει τίποτε. Είναι ότι καλύτερο της συνέβη ποτέ. Και είχε μάθει πως εκεί που περισσεύει το ύφασμα, εκεί ακριβώς κατοικεί η πιο βαθιά και αδιαπραγμάτευτη αξιοπρέπειά της.

Έπειτα διέκρινε το στήθος της, καλοσχηματισμένο εκεί που κάποτε δεν υπήρχε τίποτε. Η ανάσα της κόπηκε, το άγγιξε όσο περισσότερο μπορούσε για να βεβαιωθεί. Δεν μπορούσε να καταλάβει, ήθελε σε κάποιον να μιλήσει μα δεν υπήρχε ψυχή. Έκανε να γυρίσει στο μαγαζί. Μα είδε τον κύριο που γυρνούσε την επιγραφή σε Κλειστόν, σβήνοντας την μαρκίζα. Έπειτα διέκρινε στην πλάτη του δυο ευδιάκριτα φτερά. Επέστρεψε στο σπίτι.

Την άλλη μέρα ήταν κιόλας εκεί. Περίμενε κάποιον που θα γνώριζε για το μαγαζάκι. Ένας γέρος διαχειριστής της είπε ότι αυτό που ψάχνει δεν υπάρχει. Το μαγαζί, λέει είναι κλειστό τα τελευταία είκοσι χρόνια. Δεν έχει φανεί κανείς από τότε που λειτούργησε για λίγο καιρό ως μπαρ. Το ‘χε ένας πολύ καθώς πρέπει τύπος που εξαφανίστηκε γρήγορα. Δεν τον ξαναείδε κανείς από τότε. 

Κοίταξε μέσα από τα τζάμια. Κάπου έλειπε το πρωτοσέλιδο και μπορούσε να διακρίνει κουτιά φθαρμένα από την πολυκαιρία. Μια μπάρα, μερικά ποτήρια κρεμασμένα από τις προθήκες στο πάνω μέρος και ένα ξεχαρβαλωμένο σκαμπό. Χάμω στο πάτωμα, λίγο εμπρός του διέκρινε ένα λευκό φτερό. Έμοιαζε με πουλιού μα στην πραγματικότητα ήξερε καλά πως ήταν κάτι άλλο, κάτι όπως το μισοσβησμένο κάρβουνο της ελπίδας που μας κρατάει όρθιους. 

Α.Θ