Απόστολος Θηβαίος | Μυγδαλιά

© Francesca Woodman

Τι ταλέντο να’ναι εκείνο που σου επιτρέπει να φτιάχνεις σύμπαντα, επιστρατεύοντας μοναχά συναρμολογημένα κομμάτια από ποίηση, για από ζωή συνηθισμένη. Έτσι το ‘γραψε ο Μουντές και απόψε τον πιστεύω καθώς διαβάζω αυτό το απλό, το δίχως καμιά μεγαλοσύνη, ποίημα του Δροσίνη.

Ἐκoύνησε τὴν ἀνθισμένη μυγδαλιὰ
μὲ τὰ χεράκια της
κι ἐγέμισε ἀπὸ ἄνθη ἡ πλάτη, ἡ ἀγκαλιὰ
καὶ τὰ μαλλάκια της.

Και ευθύς καθώς αφήνομαι στον στίχο, μες στην ιστορία εκείνη περνώ. Την ιστορία ενός κοριτσιού, νέου πολύ. Που βιάστηκε να γευτεί μεγάλα κομμάτια από χρόνο. Άκου λοιπόν, πώς το φαντάστηκε ο ποιητής για να δεις με πόσα μάτια μπορεί κανείς να αντικρίσει αυτόν εδώ τον κόσμο. 

Μου φαίνεται πως πάντα θα με συγκινούν αυτά τα αδιόρατα και τα άφταστα δράματα. Σαν και εκείνο μες στο λυπητερό τραγούδι του Γεωργίου Δροσίνη που  με την καθαρότητα της αίσθησης του  μας παίρνει από το χέρι. Στο τέλος της ιστορίας του, η ιδέα του γέρο χρόνου που όλα τα σκεπάζει και η ζωή μες στην εκδοχή της την πιο ιδεατή. Τίποτε δεν ξεχωρίζει έξω από την ειλικρίνεια του δημιουργού που έρχεται πάντα πρώτη, μέτρο και στάθμη της αξίας του. Η ζωή ακολουθεί και εκπλήσσει.

Ἄχ! χιονισμένη σὰν τὴν εἶδα τὴν τρελλὴ
γλυκὰ τὴ φίλησα,
τῆς τίναξα τὰ ἄνθη ἀπ᾿ τὴν κεφαλὴ
κι ἔτσι τῆς μίλησα:

Στην “Γυναίκα του Πόρτο Πριμ” ο Αντόνιο Ταμπούκι γράφει πως ο κόσμος γυρεύει να ζήσει. Μες στην εμπειρία του αποκοιμιέται η απόλαυση. Όχι σαν την άλλη, την λιγοστή των λογοτεχνών που δρουν δίχως φαντασία. Δεν ξέρω ποιος λέει αλήθεια μα νομίζω πως διαθέτει ένα άλλο ειδικό βάρος, μια φλόγα ακμαία και ολοζώντανη εκείνο το “Τρελλή να φέρεις στα μαλλιά σου τη χιονιά τι τόσο βιάζεσαι;”

Εμπρός στα μάτια μου επιμερισμένο σε μεγάλες φέτες ονείρου, σώμα και αίμα Ανθρώπου. Και η ποίηση, έξω στους δρόμους να τρέχει, μήπως και προφτάσουμε κάτι δικό της να γευτούμε. Αυτό είναι που συλλαμβάνει ο Δροσίνης, σαν λέει να βρίσκει ένα κομμάτι από τον τσακισμένο μας ουρανό.

-Τρελλὴ νὰ φέρεις στὰ μαλλιά σου τὴ χιονιὰ
τὶ τόσο βιάζεσαι;
Μόνη της θὲ νὰ ῾ρθεῖ ἡ βαρυχειμωνιά,
δὲν τὸ στοχάζεσαι;

Τι σημασία έχει εκείνο το “μεγάλος”, οι βαθμοί οι πιο υπερθετικοί. Φτάνει εκείνη η στιγμή που γκρεμίζει όλες του κόσμου τις πλατωνικές τις πολιτείες. Μια στιγμούλα μοναχά, μια φράση που δειλά κοιτάζει τον κόσμο, λίγη ζεστασιά να κάνει και για μας. Μια στιγμούλα, να ‘ρθει και να χωρέσει σε λίγες λέξεις όλη η ευτυχία και όλες του κόσμου οι μεγάλες και ανεξήγητες ιδέες. Μια στιγμούλα μονάχα και η φιγούρα μέσα από τη ζωγραφιά για πάντα δραπετεύει, έτσι που εκείνη η μικρούλα, η τρελλή, παρανάλωμα να γίνει. Άκουσε τις καρδιές μας, με ένα σκίρτημα απλό, με ένα κρακ σαν εκείνο του Ρίτσου που ακούγεται κάθε φορά που πέφτεις μες στις λέξεις για να χαθείς. Είσαι τότε, ελεύθερος και σοφός και ακόμη μπορείς να λες πως είσαι κατασκευαστής και ονειροπόλος. Ο στίχος σου χέρια, σωθικά και αίμα αποκτά και μονάχος του μας στεφανώνει με μια συγκίνηση πολύ προσωπική, αφού εκείνη η στιγμούλα μες στην καρδιά του καθενός μεγεθύνεται. Όλη η σιωπή μετά από αυτήν ,σημαίνει τον κόσμο που είναι έτοιμος να ξαναγεννηθεί.

Τοῦ κάκου τότε θὰ θυμᾶσαι τὰ παλιὰ
τὰ παιχνιδάκια σου,
κοντὴ γριούλα μὲ τὰ κάτασπρα μαλλιὰ
καὶ τὰ γυαλάκια σου.

Έτσι απόψε διαλέγω από όλες τις στιγμές εκείνο το εξατμιζόμενο, μια ηχώ που ακούγεται, κάτι λεπτότατο, σαν το φτερούγισμα μιας καρδιάς. Διαλέγω την “Μυγδαλιά” του Δροσίνη, διαλέγω τη ρευστότητα του περιγράμματος που γίνεται ατμόσφαιρα. Τα ανθάκια στην πλάτη, την αγκαλιά και τα μαλλάκια εκείνου του κοριτσιού, αυτά διαλέγω.

Απόστολος Θηβαίος