ISBN 978-618-5928-02-5
Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου
Η ποιητική συλλογή MOTHER’S TONGUE [Beyond]– η γλώσσα της μάνας της Ανθής Ηλιάνας Δρίλλια (Θράκα, 2025, ISBN 978-618-5928-02-5) αποτελεί βαθιά σωματικό, υπαρξιακό και μνημονικό έργο, οργανωμένο σε τέσσερις ενότητες που λειτουργούν ως θάλαμοι εσωτερικής κατάβασης και ανασύνθεσης. Το έργο στηρίζεται σε μια βασική αντίθεση: η ανάγκη έκθεσης του τραύματος και της επιθυμίας και η ανάγκη απόκρυψης και αυτοπροστασίας, επιστρέφοντας στην «γλώσσα της μάνας», τη γλώσσα της προ-λεκτικής εμπειρίας και της μνήμης του σώματος. Πέτρες, δέρμα, νερό, εντόσθια και καθημερινά αντικείμενα γίνονται φορείς μνήμης, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο όπου η εμπειρία εγγράφεται πάνω στην ύλη.
Η ιδιότητα της Δρίλλια ως χορογράφου διαπερνά ολόκληρο το έργο: η συλλογή εκτυλίσσεται σαν μια άυλη χορογραφία, όπου οι στίχοι κινούνται με ρυθμό, ανασαίνουν και πάλλονται στον υπόγειο ήχο της ζωής. Η ποιητική φωνή δεν μένει στατική· μετατοπίζεται, συστρέφεται, επιταχύνεται, δημιουργώντας μια κινητική εμπειρία ανάγνωσης, σαν το σώμα να γράφει ποίηση και η ποίηση να επιστρέφει στο σώμα.
Ο τίτλος λειτουργεί διπλά: η αγγλική εκδοχή [Beyond] εισάγει διάσταση υπέρβασης προς το άρρητο και το σωματικό, ενώ η ελληνική επιστρέφει στη συναισθηματική μνήμη και τη σχέση μητέρας–παιδιού. Η συνύπαρξη των τίτλων υποδηλώνει τον διχασμό της συλλογής: ανάμεσα στο προσωπικό και το καθολικό, στο βιωμένο και στο υπερβατικό. Το εξώφυλλο, με έντονο κίτρινο φόντο και μαύρη τυπογραφία, ενσωματώνει την αισθητική ένταση του έργου: δύναμη και ευθραυστότητα, φως και σκοτάδι, αποκάλυψη και απόκρυψη.
Η πρώτη ενότητα, «ΑΦΑΙΡΕΣΕΙΣ», επιστρέφει στον προ-λεκτικό πυρήνα της ύπαρξης, εκεί όπου η μητρική φροντίδα και η αρχική γλώσσα εγγράφονται στο σώμα. Το ποίημα «Η ουρά (στα τέσσερα)» (σ.11) λειτουργεί ως ιδρυτική διακήρυξη της συλλογής: το σώμα μεταμορφώνεται, η πτώση γίνεται τέχνη και η αποτυχία δημιουργία. Η πτώση, η επιθυμία και η δημιουργία συνδέονται με τη μνήμη της μάνας: «η πτώση είναι / κατακόρυφη / και / ευφορική… η πτώση / είναι μια μορφή / τέχνης και αυτή / την κάνω 20 χρόνια…». Στα σπασμένα τσόφλια και τον μαύρο σπόρο εμφανίζεται ο πόνος της γέννησης: «με τα σπασμένα τσόφλια / να σου πονάνε / τα μυαλά / θα είναι ο πόνος της γέννησης». Η γκρι ουρά που φυτρώνει από τα αφτιά, οι φλογίτσες και τα μαργαριτάρια, καθώς και οι μικρές «κληρονομιές» των γονέων, αναδεικνύουν τη σχέση με τη μητρική μνήμη ως σταθερό σημείο αναφοράς, ακόμα και μέσα στη διαρκή μεταμόρφωση και την έκθεση. Το υπαρξιακό ερώτημα παραμένει ανοιχτό: «Αν βγάλεις την τέχνη απ’ την πτώση, τότε τι είναι;». Ο λόγος είναι θραυσματικός, ασκητικός και χαμηλόφωνος, δημιουργώντας την αίσθηση ότι ο/η αναγνώστης/-στρια δεν διαβάζει απλώς μια ιστορία, αλλά ακροάται υπόγειες κινήσεις μνήμης.
Η δεύτερη ενότητα, «Β’ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ (Οριζόντια) ΠΕΡΙΣΣΕΥΜΑΤΑ (Κάθετα)», μετακινεί τη φωνή από τη φύση προς την ανθρώπινη έκθεση. Εδώ το βλέμμα, ο φόβος και η αυτοπροστασία οργανώνουν τον ποιητικό χώρο. Στο ποίημα «Επιτακτική ανάγκη (βασίλισσα του πάγου)» (σ.27), η παγωμένη αυτοκυριαρχία συγκαλύπτει την ευαλωτότητα· όπως γράφει η ποιήτρια: «ένας παγωμένος / λώρος στέκεται / σε σχήμα φαλλικό / απ’ το / κέντρο της γης / μέχρι / τις / άκρες των μαλλιών σου / σα γλυπτό του Modigliani — / έλικα του DNA / σαν τη γάτα / που θα ’χω για ουρά / σε 30 χρόνια από τώρα / πάρε σφυρί / σπάσε τον πάγο / Γεννιέμαι / άνοιξε σα ρόδι τα μυαλά / Σπας…». Η γεννημένη μοιάζει με βασίλισσα του πάγου, φτιαγμένη από το Α το στερητικό, τη θεά Αθηνά· θέλει γάλα και ψωμί, δόντια δεν έχει· είναι ακόμη σχετικά παιδική, εύθραυστη αλλά ισχυρή. Το ποίημα «Σουρωτήρι» (σ.30) λειτουργεί ως εμβληματικό σύμβολο επιλογής και απώλειας: τι μένει, τι περνά, τι χάνεται μέσα από τα «τρύπια» φίλτρα της εμπειρίας. Στο «Blow» (σ.31) ο λόγος αποκτά κινητική ένταση, θυμίζοντας εσωτερική έκρηξη, ενώ στο «Δοκίμιο επιδοκιμασίας (στη Μεσόγειο)» (σ.34) η γεωγραφία μετασχηματίζεται σε μήτρα συλλογικής μνήμης και ιστορικού φορτίου. Η ενότητα αυτή αναδεικνύει το βασικό ερώτημα της συλλογής: πώς επιβιώνει η ταυτότητα μέσα από όσα διαρρέουν.
Η Γ’ ενότητα «Γ’ ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΚΟΜΗ Ή ΣΧΗΜΑΤΟΜΟΡΦΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΣΤΕΚΕΤΑΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΑΠO ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ Ή KΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ» δηλώνει διαρκή πτώση και επαναπροσπάθεια. Στο ποίημα «Προειδοποίηση» (σ.42), η τέχνη εμφανίζεται ως εργαλείο εξουσίας:
«Καμιά φορά κάθομαι στην τέχνη μου σαν υφάντρα που κλωσαίνει το αβγό / και σαν αράχνη που υφαίνει τη μοίρα των ανθρώπων-κοριτσιών / Εκεί κρύβομαι και ξαποσταίνω / Έπειτα σε κάνω μια χαψιά».Στο «Είσαι μέσα σε ένα όνειρο- α’ Χείλη ερμητικά κλειστά» (σ.46), η πτώση «κάτω από την επιφάνεια» μεταφέρεται στο σώμα και στην αποσύνθεση της ταυτότητας στο ποίημα «Κάνει κρύο» (σ.57): «Δεν είμαι τίποτα / Δεν έχω κάτι / Το αόριστο ενσαρκώνω / Απεκδύομαι – Βγάζω – Χαϊδεύω – Γδέρνω / Πάλι μια στρώση σάρκας / Με αναζητά». Η επαναληπτική αλληλουχία «απεκδύομαι – βγάζω – χαϊδεύω – γδέρνω» μετατρέπει τη σάρκα σε πεδίο ατέρμονης δοκιμασίας. Η «μία προσπάθεια ακόμη» δηλώνει μηχανισμό επιστροφής στο τραύμα, σε πλήρη συνάφεια με την αισθητική της παραμόρφωσης και της έκθεσης.
Η Δ’ ενότητα, «Η ΓΗ ΤΗΣ ΑΦΘΟΝΙΑΣ», λειτουργεί ως χαμηλόφωνος επίλογος αποδοχής, όπου το τραύμα μετασχηματίζεται σε μνήμη, κίνηση και σχέση. Στο «ΔΟΥΒΛΙΝΟ» (σ.71) – Διήθηση | Reflections» η εμπειρία του τόπου και της ύπαρξης απογυμνώνεται: «Όπου κι αν πάω στο ίδιο μέρος. / Όταν μένω εκεί, μπορώ να πάω παντού», ενώ η μνήμη επανεμφανίζεται ως χαμένη αποσκευή παιδικής ηλικίας. Στο «Δέλεαρ» (σ.77), η ποιητική πράξη αντιστρέφει τη σχέση ελέγχου· το υποκείμενο φροντίζει να «τσιμπάει το δόλωμα». Στο «Fever 103°F +1» (σ.78), η μνήμη της Σύλβιας εγγράφεται φλεγμονωδώς στο σώμα: «καίω σαν ελαφίνα με ανοιχτή πληγή», δηλώνοντας προστασία απέναντι στην επανεμφάνιση του τραύματος και άρνηση μεταφυσικής λύτρωσης. Τέλος, στο «Στο ψυγείο» (σ.86), η μνήμη παλινδρομεί μεταξύ ύλης και συναισθήματος, ολοκληρώνοντας την ενότητα ως χώρο όπου η «αφθονία» δηλώνει συνύπαρξη σώματος, μνήμης, απώλειας και επιθυμίας: «Στο ψυγείο / Κακά τα ψέματα. / Η μνήμη συντηρείται με την ύλη. / Καλά τα ψέματα. / Η μνήμη συντηρείται με την καρδιά».
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα ποιήματα που γράφονται απευθείας στην αγγλική γλώσσα. Η φωνή γίνεται ωμή, εκτεθειμένη και απογυμνωμένη από το προστατευτικό φίλτρο της ελληνικής γλώσσας: “to eat my lungs”, “I ran a pistol in my brains”. Ο έρωτας μετασχηματίζεται σε καθαρά θανατική επιθυμία. Η διγλωσσία ενισχύει τη διαρκή ταλάντωση ανάμεσα στη μνήμη που προστατεύει και στη μνήμη που καταστρέφει.
Η συλλογή συγκροτεί πυκνό διακειμενικό ιστό: μυθολογικά αρχέτυπα (Περσεφόνη, Προμηθέας, Σειρήνες, Αθηνά), παραμυθικά μοτίβα (Αλίκη), χριστιανικές εικόνες θυσίας και ανάστασης, λαϊκά τελετουργικά σύμβολα (ρόδι, ματόχαντρο, Μάης), σύγχρονη τέχνη (Modigliani, Francis Bacon), μοντέρνα ποίηση του τραύματος και ποπ αναφορές (Queen, Thin Lizzy).
Στις τέσσερις ενότητες αναπτύσσεται ενιαίο σύστημα εκφραστικών μέσων: βιολογικές και φυσικές μεταφορές (αβγό, σπόρος, αγκάθι, δόντι), υπερρεαλιστικές εικόνες, επαναληπτικές λέξεις-εμμονές, σπαστή στιχοποιία, οπτική ποίηση, ρητορικά ερωτήματα. Το σώμα λειτουργεί ως τόπος γραφής: μήτρα, δέρμα, εντόσθια, μαλλιά, κόκαλα αποκτούν συμβολικό και τελετουργικό βάρος. Οι αντιθέσεις (ζωή/θάνατος, τρυφερότητα/βία, έκθεση/ασφάλεια) δημιουργούν διαρκή ταλάντωση μεταξύ κινδύνου και προστασίας.
Το ύφος της Δρίλλια χαρακτηρίζεται από έντονη λιτότητα που δεν ισοδυναμεί με απλότητα. Οι λέξεις είναι κοφτές, επίμονες, απογυμνωμένες από ρητορικά στολίδια. Τα αντικείμενα της καθημερινότητας μετατρέπονται σε φορείς μνήμης. Η γραφή κινείται στον ενδιάμεσο χώρο ονείρου και εγρήγορσης. Η συλλογή δεν δηλώνει — υπαινίσσεται. Δεν καθοδηγεί — προσκαλεί τον/την αναγνώστη/-στρια σε συμμετοχή.
Η ποιητική συλλογή Mother’s Tongue [Beyond]-η γλώσσας της μάνας διαβάζεται ως πορεία μέσα από θαλάμους μνήμης και ενσώματης εμπειρίας. Η Δρίλλια κατορθώνει να γράψει ποίηση ταυτόχρονα γήινη και υπαρξιακή, σκληρή και τρυφερή, σιωπηλή και εκρηκτική. Οι στίχοι της δεν αφηγούνται — αναπνέουν. Οι εικόνες της δεν περιγράφουν — ενσαρκώνονται. Ο/Η αναγνώστης/-στρια, διατρέχοντας τα ποιήματα, γίνεται συμμέτοχος σε μια βαθιά, εσωτερική παλίρροια.

