Απόστολος Θηβαίος | Τα γουέστερν του Δεκέμβρη

© Saul Leiter

Συλλογή πολύ μικρών
δυστυχισμένων
διηγημάτων

Άννα Σου

Σαλούν Τζ. Σι. Κάρνιβαλ
(εκλεκτό μπέρμπον, όχι τίποτε
αποπιόματα)

Η Άννα Σου χορεύει με όλους. Άμα ανάψει το γλέντι στου Τζέι Σι κανείς δεν το βάζει κάτω. Και οι κοπελιές φέρνουν ξέφρενες βόλτες, γίνεται χαλασμός μες στο μαγαζί. Κάποτε όλοι παραμερίζουν για την Άννα Σου που κάνει εκείνη τη φιγούρα παριστάνοντας το τραίνο. Έπειτα την μιμούνται και όλο το μαγαζί μοιάζει με το παλιό εκείνο κτήνος που τράνταζε το δρόμο και σκόρπαγε εδώ και εκεί πουλιά και αργόσχολα μεσημέρια. Τι βρισιές δεν εκτοξεύθηκαν από αγουροξυπνημένους που βγαίνανε με τα σώβρακα και τα σπιρούνια τους και ήσαν μια πρώτης τάξεως διασκέδαση, με τα μουστάκια τους ξεσηκωμένα. Συνήθως ήταν ο δήμαρχος και ο γέρος υποτακτικός του, με τις τιράντες, ένας πραγματικός κακομοίρης, κακοβαλμένος και μπατίρης στα σίγουρα. Τ’άρεσε το πιοτό και ο δήμαρχος είχε επίσης τη συνήθεια και έτσι οι δυο τους κάνανε χωριό και είπαν πως θα ξεγελάσουνε την κυρά. 

Μα εδώ και μέρες έχουν και οι δυο τους ερωτευτεί την Άννα Σου. Και επειδή δεν το μπορούν να χωρίσουν το κορίτσι στα δυο, μήτε που κανείς τους κάνει πίσω, αποφάσισαν το χάραμα να μονομαχήσουν. Και αν το θέλει ο Θεός κάποιος θα κερδίσει την Άννα Σου που γελάει μαζί τους και έπειτα τους μαλώνει. Τους ζητά να μονιάσουν και αυτοί το κάνουν αδιαμαρτύρητα και καταλήγουν όλοι μαζί να μεθούν ώσπου όλοι τους να βρεθούν πλαγιασμένοι στην μπάρα και τα τραπέζια, βλέποντας στο όνειρό τους πως περνάει ένα τραίνο, πως κορνάρει δυο φορές και μαζί του τους παίρνει. Η Άννα Σου βγάζει το κεφάλι της από το παράθυρο του βαγονιού. Είναι ευτυχισμένη και δίχως τίποτε να υποψιαστεί, την κούκλα την Άννα Σου αποκεφαλίζει μια άγνωστη, εξωγενής αιτία, πιθανότητα μεταλλική και προτεταμένη στο δρόμο του συρμού.


Μέλι στη λαβή

Κορίτσια, όχι με το στανιό
όχι με το στανιό

Ο Μπίλου Μπου φοράει το καλό του σακάκι. Μπότες, καπέλο, περίστροφο, χρυσή καρφίτσα. Και να ‘σου έξω στο δρόμο. Γέρνει το γείσο του καπέλου του και αυτό σημαίνει “χαίρετε, τι κάνετε, καλά ευχαριστώ”. 

Το περίστροφό του γυαλίζει μες στη θήκη του. Άλλοτε ήταν γρήγορο πιστόλι ο Μπίλυ Μπου. Μα τώρα τρέμει, τρέμει διαρκώς και χάνει γρήγορα την αυτοκυριαρχία του. Σε λίγες ώρες θα αποκοιμιέται πλάι στη γούρνα και τα παλιόπαιδα θα τ’αδειάσουν ένα τενεκέ μέλι και φτερά με μπόλικη, στα σίγουρα κοτόψιρα, την πλέον επιτήδεια του είδους της. 

Το πρωί, επιστρέφει ταπεινωμένος. Ένα σύννεφο μύγες τον στεφανώνει, για μια στιγμή σταματάει, κάνει να βγάλει το περίστροφο του, εκείνο γλιστρά μέσα από τα χέρια του, ω, τι ταπείνωση είναι αυτή Μπίλυ Μπου, του λένε οι φίλοι και οι γονείς του. Πιάνει τη λαβή σφιχτά με το ένα του χέρι, τώρα θα τα καταφέρει. Και κανείς δεν θα γελάσει, και το επικρατέστερο συναίσθημα επί σκηνής δεν θα ‘ναι πια  μια αίσθηση ταπείνωσης.

Καφέ γιλέκο

Πολυκατάστημα Γκρέιτ Μπέαρ
(αγκρρρρ!!!!
Στην μαρκίζα.
Σε μπλε ηλεκτρικό χρώμα.
Καθώς πρέπει και άκρως
εμπορικόν)

Καφέ γιλέκο, δερμάτινο με τη μέσα τσέπη λειτουργική. Αυτό το τελευταίο το τόνισε ο αξιότιμος κύριος Ντίνος. Πεθερός να σου πετύχει, με καφετιά γιλέκα, να νεανίζει μαζί με κάτι άλλα τζόβενα. Έπειτα, ένα μαύρο μπαστούνι, σκέτη λάκα με ασημένια λαβή. Αν δεν κάνει τα κόλπα της Λάιζα Μινέλι δεν θα της το πάρω. Αποκλείεται, και άλλωστε είναι και ο προϋπολογισμός. Και επίσης να μην ξεχνάμε πως ήδη διαθέτει από ξύλο του τόπου της, με αξία συναισθηματική, γκλίτσα. Με αυτήν μπορεί κανείς να ανέβει ως το Κιλιμάντζαρο, αρκεί να ‘χει και λίγο οξυγόνο για το δρόμο. Ο Ορφέας δεν θέλει τίποτε οπότε αυτό σημαίνει πουκάμισο. Μόνο να θυμηθώ ποιο χρώμα δεν του ‘χω πάρει και να μην έχει ρίγες παρακαλώ, διότι τότε πλαταίνει ο Ορφέας και πάει περίπατο η πεποίθηση πως καλογερνάει. Αν τάχα και αντιληφθεί πως η δροσιά του σκορπάει ο Ορφέας είναι ικανός να πέσει και να πεθάνει. Τέλος, η Νανά η συνάδελφος, αυτηνής δώσε της κραγιόν και πάρτης την ψυχή. Μόνο να κατορθώσω να ξεχωρίσω ποια απόχρωση δεν έχει αγοράσει, κάνε Θεέ μου μην πάει τίποτε στραβά.

Πάει τα κατάφερε. Τώρα μένει να ελιχθεί μέσα από το πλήθος και να φτάσει εγκαίρως, αυτό πρέπει. Τα έχει όλα, η επιτυχία ήταν εκατό τοις εκατό. Μέχρι και την τσέπη τη λειτουργική βρήκε. Κατηφορίζει όλο δόξα με την κυλιόμενη του υπογείου σιδηρόδρομου. Δυο καλόπαιδα την κοιτάζουν με τρόπο, μάλλον την έχουν βάλει στο μάτι. Εκείνη τα μυρίζεται κάτι τέτοια. Οι νεαροί ανεβαίνουν και έπειτα παίρνουν την σκάλα καθόδου. Και είναι πίσω της τώρα, ακριβώς πίσω της. Ψάχνει στη ζώνη της το περίστροφο. Ναι, περίστροφο, καλά διαβάσατε. Και εδώ που τα λέμε, δεν κατάλαβα πώς σας ήρθε στο νου πως η πρωταγωνίστρια, ετών σαράντα και κάτι, τομεάρχης παρά κάτι, πτυχιούχος και κάτι θα κυκλοφορούσε έναν τέτοιο άγριο Δεκέμβρη δίχως το περίστροφό της. Έι, Τζο, πιάσε τη φυσαρμόνικα σου. Εμπρός μάγκα , έχω μια ιστορία να πω!

Στα γρήγορα, το λοιπόν άρχισε το πιστολίδι, εκείνη ταμπουρώθηκε πίσω από μια διαφήμιση γνωστού αποσμητικού, γέμιζε και άδειαζε το όπλο της και οι άλλοι ανταπέδιδαν. Δεν την ένοιαζε καθόλου που πήγε έτσι το πράγμα. Δεν την ένοιαζε μήτε και αν ιδρώσει, αφού το προΐόν της διαφήμισης το είχε κιόλας αγοράσει, εξασφαλίζοντας μυρωδιά πρώτης που λέμε, τάξεως. Σε λίγο είχε έρθει η ώρα για την ύστατη αναμέτρηση. Οι διερχόμενοι είχαν πέσει χάμω και συζητούσαν, εκεί μάλιστα προέκυψαν και κάτι έρωτες, άλλο να σας λέω. Οι αντίπαλοι ξεμύτισαν από τις γωνιές τους. Τα μαλλιά τους ήταν χιονισμένα μ’ασβέστη. Κοιτάχτηκαν και τότε τράβηξαν τα όπλα τους και οι δυο. Μα είχαν σωθεί τα πυρομαχικά. Και είπαν, καλύτερα να το αναβάλλουμε, μέρες που είναι. Και εδώ είμαστε, θα τα ξαναπούμε με την πρώτη ευκαιρία. Πήγαν ως το περίπτερο που κρατιόταν ανοιχτό ως αργά, χαιρέτησαν εγκάρδια τον ιδιοκτήτη, αγόρασαν τέσσερις μπύρες – μία και για εκείνον – και τελικώς υπέγραψαν απάνω στο ένθετο της απογευματινής φυλλάδας, τη δέσμευσή τους. Χωρίστηκαν με ευχές και καθώς ξεμάκραιναν πυροβολούσαν οι τρεις τους χαρούμενοι που δεν σκοτώθηκαν απόψε. Μα πού βρέθηκαν οι σφαίρες, ένας Θεός ξέρει. Κάποιος λέει ψέμματα εδώ γύρω, η ιστορία φαντάζει σκάρτη.  Ο πιανίστας στο μεταξύ, στη μέση του δρόμου έπαιζε κάτι ωραίο και σχετικό. Υπήρξε τελείως ανεξήγητος, ένας πιανίστας φάντασμα ή απλά το αποτέλεσμα της παρέμβασης επιδέξιου χρωστήρα σε μισοτελειωμένο αριστούργημα. Αυτά τα δυο συνιστούν το αυτό, δηλαδή το ίδιο.

Γράμμα στον κύριο
Όττο Ντιξ

Φίνο ουίσκι
Αμβούργο
μπαρ
Κοστάνδη

Θα τον θυμάται για πάντα ρωμαλέο. Την τελευταία τους νύχτα σε ένα δωμάτιο στο Αμβούργο. Από κάτω περνούσαν μεθυσμένες οι μεραρχίες. Υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο ο πόλεμος γίνεται συνήθεια. Έκαναν έρωτα και έπειτα σιωπηλοί έμειναν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και το Αμβούργο πετούσε μαζί με εκείνους πολύ πάνω από την εποχή τους. 

Το πρωί περπάτησε μαζί του ως το λιμάνι. Της έδειξε το πλοίο που περίμενε να αποπλεύσει, της έδειξε σε ποιο σημείο ακριβώς στα ύφαλα του γράψανε οι τεχνίτες μια προσευχή. Δεν έχει καμπίνα να της δείξει, κοιμάται χάμω στο κατάστρωμα με όλους τους καιρούς. Για αυτό η αγκαλιά της όλη τη νύχτα ήταν μια δυνατή φωτιά, μια καρδιά ζεστή και προικισμένη με δώρα μονάχα για αυτόν. Δεν θα το συγχωρέσει ποτέ στη νύχτα που τέλειωσε. Όσο για το Αμβούργο θα το αγαπάει για πάντα και όλο εδώ θα επιστρέφει, στις ίδιες λιμανίσιες παμπ και τα μαγαζιά που είναι ύποπτα, μα στην πραγματικότητα προσφέρουν μια κρυψώνα για μερικούς απόκληρους της ζωής, αυτό είναι όλο.

Μόνο ένα γράμμα του έλαβε. Ακριβώς ένα μήνα μετά την αναχώρησή του. Μια παροδική ασθένεια με έχει αφήσει στο Κέηπ Τάουν. Εδώ οι νοσοκόμες είναι καλές και ευγενικές. Μα η ζέστη αφόρητη και παντού μες στα δωμάτια πετούν σμάρια μύγες. Λίγο ακόμη και θα με τρελάνουν, μα ο γέρος απέναντι που πεθαίνει αργά και σταθερά όπως λέει, μου προτείνει να υπομείνω το άγγιγμά τους. Μου λέει, τίποτε δεν μπορείς να κάνεις και τον πιάνει ένας επίμονος βήχας. 

Κάπου εδώ το γράμμα διακόπτεται. Μπορεί να πέρασε ο ταχυδρόμος και δίχως να περιμένει να του τ’άρπαξε από τα χέρια. Τα επόμενα νέα ήταν μια καρτ ποστάλ και μια επίσημη επιστολή εκ μέρους του σώματος. Λυπούμεθα διά την απώλειά σας και δεσμευόμαστε διά την αιώνια δόξα του ανδρός που πέφτει ηρωικώς. Προτιμά την καρτ ποστάλ που λέει μια ιστορία δίχως διακοσμήσεις πολλές. Στάζει μελαγχολία η καρτ ποστάλ, αγορασμένη κάπου στο Αμβούργο, ένα βράδυ σπαρμένο τ’άστρα και μεθυσμένες μεραρχίες. Μα λέει την αλήθεια, λέει για την τελευταία νύχτα, το δέρμα της στα χέρια του, μια αίσθηση που ξεθωριάζει τώρα πια. Και έπειτα ωραίος ταξιδευτής σε μια από τις πόζες που βγάζουν οι ναυτικοί προτού μπαρκάρουν για καιρό. Την αφήνουν στη γυναίκα ή τη μάνα τους, ένα μικρό, προσωπικό προσευχητάρι για όταν θα θυμάσαι και θα πονάς. 

Φυσικά, στην πραγματικότητα τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Και κάθε τι ρομαντικό σκορπίζει ενώ αυτό που μένει δεν είναι άλλο από εξαρθρωμένα πρόσωπα, μια οδός Πράγκερ, δυο προτεταμένα μάτια κρυμμένα μες στο βλέμμα του άλλου, οι κύριοι Φριζ και Περλς και άλλα. Αυτό που μένει είναι ο παραμορφωμένος κόσμος του Όττο Ντιξ.

Η γέννα

Βιενέζικο βουλεβάρτο
χιονισμένο πολύ
με έναν άνεμο παγωμένο
Αχνά φανάρια,
μια σκιά,
από πού να
ξεστράτισε
και τα λοιπά
τα πλέον
υποβλητικά

Η γυναίκα σου γεννά. Τρέξε να φέρεις έναν ιατρό. Ω, συμφορά, τι τον βρήκε! Ήταν την ώρα που δεν το περίμενε. Ο χιονιάς είχε πιάσει για τα καλά, το άλογο είχε μαζευτεί σε μια γωνιά, ψυχή δεν υπήρχε έξω. Η κυρία Χανς ήταν ξεκάθαρη. Το παιδί έρχεται, το ίδιο πρέπει και ο ιατρός, έτσι Χανς, καταλαβαίνεις; Πώς! Βρες είκοσι για τη γριά, δέκα για τους άλλους, πενήντα ο ιατρός , βάλε και τ’άλογο που πρέπει να ζαλωθεί, ύστερα τα συχαρίκια, κεράσματα, πράγματα! Και εκείνο το ποίημα, που θα ‘γραφα και τέλος, άφαντο! Μ’αυτό θα τα τέλειωνα όλα και θα’μουν διάσημος και σπουδαίος! Μα πού είναι λοιπόν!

Και ίσως το ποίημα να μην φαινόταν και σίγουρα δεν θα το έκανε, αφού ως απάντηση στα αγωνιώδη ερωτήματα του νέου πατέρα, εμφανίστηκε το τραμ, παρδαλό, γεμάτο επιβάτες, κρεμασμένα χαμίνια, στολίδια και με δυο φτυαριές χιόνι στον ουρανό του. Και έδωσε μια του νεαρού, που ήταν αρκετή. Έπειτα φάνηκε μια λίμνη από βαθύ κόκκινο χρώμα κάτω από το κασκέτο του. Και όλοι κατάλαβαν. Κάποιος που ήξερε καλά τι πρέπει να κάνει σε τέτοιες περιστάσεις τράβηξε την μπότα του νεκρού, την ταρακούνησε γερά. Από μέσα έπεσε ένα μασούρι χαρτονομίσματα και μια χρυσή λίρα. Ο τύπος τράπηκε σε φυγή πριν τον αντιληφθούν οι άλλοι. Λίγο μετά τον είχαν σκυλέψει και αυτοί, για τα καλά μάλιστα, γυρεύοντας ακόμη μια λίρα, αφού καθώς σχολίασε κάποιος, “ποτέ δεν έχει κάποιος μία και μόνη λίρα μες στην μπότα του”. 

Απόστολος Θηβαίος