Γεωργία Καλαφάτη | Η Αγέραστος Ρόζα

Γράφει ο Γιώργος Χ. Ζαχαρόπουλος

 

«Η Πηνελόπη είχε και αυτή σίγουρα κάποια ηρωική ιστορία, απλά ως γυναίκα, δεν την έκανε και πολύ θέμα

Η Γεωργία Καλαφάτη στην πρώτη της ποιητική απόπειρα δεν υποπίπτει σε αυτό το ατόπημα, και αφηγείται τη δική της. Η Αγέραστος Ρόζα είναι ένα σχοινοτενές έργο, μια μαρτυρία, μια πανσπερμία άλγους, θρήνου, εμμονής και έρωτα.

Χωρισμένη σε πέντε κεφάλαια, που ονοματοδοτούνται από τα στοιχεία της φύσης της αριστοτελικής φιλοσοφίας, όσα και τα στάδια του πένθους σε αριθμό παρεμπιπτόντως, η συλλογή εξελίσσεται γραμμικά, μετουσιώνοντας στο χαρτί μια διαδρομή. Η διαρκής αντιπαραβολή του πενθούντος με το ερωτευμένο ποιητικό υποκείμενο, η διάχυτη θρησκευτικότητα και η ταυτόχρονη αναζήτηση του Θείου, κόντρα σε έναν ακραιφνή τοτεμισμό, θέτουν τη βάση στην οποία η Καλαφάτη χτίζει την ποιητική της.

Τοτέμ

Το τριαντάφυλλο και η τσάρλεστον είναι σημεία στα οποία η συλλογή επιστρέφει αδιάκοπα. Το ρόδο ως μετουσίωση του κάλλους, ως κτέρισμα, ως έκφανση πίστεως. Σύμβολο πότε αγνότητας και αφθαρσίας και πότε οίστρου και ιερού ερωτισμού. Το σύμβολο διεισδύει πανταχόθεν μέσα στη συλλογή και ανατροφοδοτεί τη δύναμη της γράφουσας. Το ρόδο εμφανίζεται διαρκώς στο ποιητικό υποκείμενο και το ποιητικό υποκείμενο αποκτά νέα υπόσταση κάθε φορά, μέσα από τη σύνδεσή τους. Σε όλες τις παραστατικές τέχνες η μυρωδιά, κατά το σύνηθες, είναι απούσα. Στην περίπτωση της Καλαφάτη, λόγω της συχνότητας και της στρατηγικής τοποθέτησης του σημείου στο έργο, οι αισθήσεις του αναγνώστη μάλλον διαταράσσονται. 

Η τσάρλεστον, από την άλλη, φαντάζει σαν το απόκρυφο τελετουργικό της γράφουσας. Σε ένα έργο με εμφανές θρησκευτικό υπόβαθρο, εν είδει Θείας Κοινωνίας, η ιεροτελεστία της τσάρλεστον έρχεται ως επικοινωνία με το απόκοσμο, ως εκστατική εμπειρία, ως απάγκειο. Παραφράζοντας τον Hartmut Rosa –ευχάριστη σύμπτωση το όνομά του, διαιωνίζει την εμφάνιση του προαναφερθέντος συμβόλου–  η τελετουργία στην ποιητική της Καλαφάτη εγκαθιδρύει άξονες κατά το μήκος των οποίων βιώνονται κάθετες που συναντούν το Θείο, τον κόσμο, το χρόνο και την αιωνιότητα.

Λόγος

Μέσα στο ποιητικό αυτό αφήγημα, η ποιήτρια αναζητά ψήγματα του Θείου. Στο θάνατο, στον έρωτα, στον οργασμό. Η θέωση ενός έρωτα και η αποκαθήλωση του, οδηγούν στο θρήνο. Ένα θρήνο που ανταγωνίζεται και συνυπάρχει με το πένθος ενός θανάτου. Η απώλεια και το τραύμα είναι η κοινή συνιστώσα που άγει τη γραφή και ξετυλίγει την εικονοποιία. Μικρά ενσταντανέ, μέσω της αλγηδόνας της δημιουργού, αποκτούν τη βαρύτητα μιας εξόδιου ακολουθίας. Η γλώσσα της Καλαφάτη ακροβατεί ανάμεσα στο λυρισμό και την ωμότητα. Οι σεξουαλικές αναφορές στο έργο είναι άμεσες και σκαιές, στοιχείο που προσδίδει ένα επιτελεστικό έρεισμα στο έργο. Η γλώσσα είναι κατά βούληση πηγαία και η ποιήτρια εκφράζεται χωρίς φίλτρο και καθωσπρεπισμούς, με αποτέλεσμα να δημιουργεί ένα κοντράστο ανάμεσα στην τρυφερή και λυρική ποίηση και στη δικαιωματική αυτοέκφραση μιας περφορματίφ γραφής, έξω από τα στεγανά και τα στερεοτυπικά καθιερωμένα. Αυτό το κιαροσκούρο που γεννάται εν μέσω της βωμολοχίας και της θρησκευτικής ευλάβειας στο έργο της Καλαφάτη αναδεικνύει την εγγύτητα οργασμού και θανής, τη γειτνίαση πίστης και έρωτα. Η δισδιάστατη αυτή υφολογική προσέγγιση προσθέτει στην πολυεπίπεδη ανάγνωση της Αγέραστου Ρόζας. 

Η παράλληλη ποιητική εξιστόρηση ενός άκαρπου έρωτα και ενός επικείμενου θανάτου, καθώς και τα επακόλουθα αυτών, ξετυλίγονται στα πέντε κεφάλαια με την συνάφεια μιας μουσικής συμφωνίας. Επίπονες στιγμές, μια διαδοχή σκηνών από τη φροντίδα ενός αρρώστου ως και το άδειασμα της κατοικίας της εκλιπούσας γεννούν δυνατές εικόνες, που η αμεσότητά τους κλονίζει τον αναγνώστη, ο οποίος οδηγείται σταδιακά στο εννοιολογικό κρεσέντο της συλλογής. Αυτούσια κάθαρση δε βιώνει ποτέ ο αναγνώστης, στα δυο τελευταία ποιήματα έρχεται αντιμέτωπος με τη δύναμη και την αναλγητική δράση της τελετουργίας και με μια υπόσχεση/απειλή για το μέλλον.  

Εξετάζοντας το ευμέγεθες έργο της Καλαφάτη, ο αναγνώστης δεν μπορεί να μη σταθεί αφενός στο φετιχιστικό κομμάτι, τόσο έντονο και επιδέξια τοποθετημένο, ώστε να δημιουργεί μια υπερπραγματικότητα, με το ρόδο στη θέση του ομοιώματος κατά Μπωντριγιάρ και αφετέρου στην ειλικρίνεια που διέπει τη συλλογή αυτή. Στην κατά στιγμές έκθεση του ποιητικού υποκείμενου, όχι με ένα συγκαλυμμένο τρόπο, προστατευμένο από περίτεχνο λυρισμό, αλλά με έναν ορμητικό και άμεσο λόγο. Ευθυτενής και τίμια απέναντι στο τραύμα της και στο κοινό, η Καλαφάτη καταθέτει εαυτόν στην ποίησή της. 

Είναι πολύ δύσκολο να κατηγοριοποιήσεις την Αγέραστο Ρόζα και να την κατατάξεις στο ποιητικό γίγνεσθαι. Η θρησκευτική αναζήτηση, το φεμινιστικό υπόβαθρο, η μετουσίωση του τραύματος και του πένθους σε στίχους, σε συνδυασμό με τον έντονο συμβολισμό, συνθέτουν ένα έργο βαθιά προσωπικό και ιδιαίτερο. Ούτως η άλλως, η κατηγοριοποίηση αυτή καθαυτή θα ήταν μάταιη και ασήμαντη, αρκεί να θυμηθούμε τα λόγια του Βάρδου: Τι κρύβει τ’ όνομα; Αυτό που λέμε ρόδο / κι αλλιώς να το’ λεγαν, δε θα μοσχοβολούσε;