
Δυο αφηγήσεις
Δανεικές Καρδιές
Πάνε μερικοί μήνες από τότε. Τίποτε πια δεν του φαίνεται αδύνατο. Ίσως καμιά φορά να λυπάται για τα χρόνια που χάθηκαν, μα η δική του η μοίρα ήταν έτσι γραμμένη. Καμιά φορά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε με τη ζωή που μας δόθηκε. Κάθε πιθανότητα να τα καταφέρουμε έχει να κάνει με τη θέλησή μας. Όταν όλα στέκουν εμπόδια στο δρόμο μας, είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να αντιστρέψουμε τα πράγματα. Η τύχη θα κάνει τη διαφορά για εκείνον που την έχει. Πολλοί δεν τα κατάφεραν.
Να το θυμάσαι Άνταμ, του είπε με μια φωνή ξεψυχισμένη προτού παραδώσει τον εαυτό της στον Κύριο. Η μητέρα τού στάθηκε όσο κανείς. Χρόνια ολόκληρα γυρεύανε μαζί μια καινούρια καρδιά, μια ελπίδα. Και όμως όλα σταθήκανε αδύνατα, μέχρι εκείνη την Κυριακή που χτύπησε το τηλέφωνο του ιατρού Κέιλ.
“Έχω μια καρδιά για σένα, δεν περνάς από εδώ να το τακτοποιήσουμε; Ακόμη και αύριο”, του είπε με τη γνωστή, χαρακτηριστική του φωνή. Επόμενη σκηνή το παγωμένο χειρουργείο, ένα βιαστικό “αντίο” στην Άννα που στέκει στην πόρτα του θαλάμου, προσπαθώντας να σώσει ότι μπορεί από τη στιγμή.
Ω, ναι, πέρασε καιρός από τότε. Η καρδιά του χτυπά δυνατά, η καρδιά του είναι γερή, μια καρδιά που μπορεί να αγαπήσει, να λυπηθεί, να πονέσει και να νιώσει την πιο ανείπωτη ευτυχία. Μια καρδιά που γίνηκε δική του, ένα δώρο που ποτέ του δεν πίστεψε πως του αξίζει. Δεν έμαθε ποτέ το όνομα του δότη, κάτι τέτοιο αντίκειται στην πολιτική των μεταμοσχεύσεων. Και εκείνος ποτέ δεν ρώτησε, θαρρείς και αν μάθαινε, μπορεί κάποιος να του τη ζητούσε πίσω. Και ας το συλλογίζεται κάθε βράδυ, όταν απομένει μόνος με την καρδιά του, δεν θα τολμούσε ποτέ να αναζητήσει εκείνον που του τη χάρισε.
Και όμως, εδώ και μέρες δίχως κάποια προφανή αιτία, η καρδιά του τον πηγαίνει σε κάποια γειτονιά της πόλης. Τίποτε δεν του λένε οι δρόμοι και τα πρόσωπα των ανθρώπων του είναι παντελώς άγνωστα. Κάθε που διαβαίνει από εκείνο το μέρος η καρδιά του θερμαίνεται με μια τρυφερότητα που ποτέ του δεν ένιωσε. Και ίσως να χτυπάει στα αλήθεια δυνατά όταν πλησιάζει το χαμηλό σπίτι, στην άκρη του δρόμου. Πώς γλίτωσε από την αντιπαροχή, πώς διέφυγε από την προσοχή των οικοπεδοφάγων αυτό το επίμονο σπιτάκι, παραμένει άγνωστο. Μοιάζει με ραγισμένα καρδιά, γοργά τα χρόνια θα φέρουν τη θεραπεία με τόνους τσιμέντου και χάλυβα.
Ο Άνταμ στέκει έξω από την παλιά, σιδερένια αυλόπορτα. Μια πινακίδα με την πληροφορία “πωλείται” παλιώνει, αφού τίποτε δεν κατάφερε χρόνια ολόκληρα. Είναι ένα σπίτι σχεδόν αρχαίο με ένα μισάνοιχτο παράθυρο και συνθήματα στους τοίχους. Μα είναι ο τόπος της δικής του καρδιάς, ένα μέρος που συνήθισε να αγαπάει για έναν ανεξήγητο λόγο.
Όταν βρίσκομαι εμπρός σε εκείνο το σπίτι, εξομολογείται στον φίλο του, νιώθω πως η καρδιά μου θα σπάσει, πως θα βγει μέσα από τα στήθια μου για να επιστρέψει εκεί που ανήκει. Είναι τόσο παράξενο. Οι δυο τους σωπαίνουν, καθένας τους ξέρει τι σημαίνουν όλα ετούτα. Και έτσι την επόμενη μέρα ο Άνταμ μαθαίνει το όνομα του δότη και αφήνει λίγα λουλούδια στο μνήμα του. Είναι το λιγότερο που μπορεί να κάνει. Έπειτα πηγαίνει όπου του λέει η καρδιά του και αυτό είναι το τίμημα μα και η ευλογία.
Τρεις ψηλές κερασιές
Αυτές οι τρεις ψηλές κερασιές, στο πλάτωμα του δρόμου, έχουν μια πολύ θλιβερή ιστορία να σ’αφηγηθούν. Μοιάζουν σιωπηλές, απάνω στο χείλος του ποταμού που μπαζώθηκε, καμωμένες από ένα είδος αδιαπραγμάτευτης αιωνιότητας.
Αυτές οι τρεις ψηλές κερασιές έχουν απάνω στα πιο γερά κλαδιά τους, σημάδια από σχοινιά. Τις νύχτες, όποιος τολμά να διαβεί από εκείνο το σταυροδρόμι, θα αντικρίσει το κουφάρι του Τζέιμς Ελβιν να αιωρείται σαν μεγάλο, ακίνητο θαυμαστικό. Να τι χρησίμευαν τα σχοινιά που άφησαν μια βαθιά χαραγματιά στα πιο γερά κλαριά.
Εκείνη τη νύχτα ο Τζέιμς επέστρεφε από τα χωράφια. Τα χέρια του ήσαν ματωμένα, μα δεν τον πείραζε και ας πονούσε. Και τα πόδια του βαριά, ίσα που τον ακολουθούσαν. Μα είχε το σκοπό του, ένα σφύριγμα μονότονο και ίσως κομμάτι πληκτικό. Μα για τον Τζέιμς αυτή η μελωδία ήταν η καλύτερη συντροφιά και του ζέσταινε μια στάλα την καρδιά.
Καθώς σας γράφω ετούτες τς αράδες, εκείνος ανοίγει το βήμα του και περπατάει κάπως βιαστικά. Θέλει να περάσει από το δρόμο με τις τρεις ψηλές κερασιές όσο πιο γρήγορα μπορεί. Όχι, η νύχτια δεν είναι καθόλου καραμελένια , όπως γράψανε κάποτε τα βιβλία του κόσμου. Όχι, η νύχτα δεν είναι θλιμμένη, δεν είναι μια σοφή και ειρηνική νύχτα.
Ακούει καλπασμούς αλόγων, φωνές, τώρα τρέχει, τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Μα είναι τόσο αργά πια και τ’απόσπασμα τον πλησιάζει. Εκεί, εμπρός στις τρεις ψηλές κερασιές θα γραφτούν οι τελευταίες αράδες της ιστορίας του. Ως αύριο το πρωί ο Τζέιμς θα ‘χει βρει μια θέση κάπου ανάμεσα στις φυλλωσιές και οι σκοτεινές μπαλάντες του φόνου θα τραγουδιούνται σε καφενεία και τρίστρατα, οι μπαλάντες που μιλούν για αδικοχαμένα παλικάρια και προσόψεις μισογκρεμισμένων σπιτιών.
Διάβασα για τον Τζέιμς σε κάποια νουβέλα. Δεν ξέρω αν είναι μια ιστορία αληθινή ή πάλι μια επινόηση από εκείνες που αλλάζουν περιεχόμενο από στόμα σε στόμα. Δεν τολμώ να σκεφτώ την αγωνία του εκείνες τις στιγμές, απάνω στο τέλος της σκληρής πορείας.
Το μόνο που ξέρω και το μόνο για το οποίο είμαι σίγουρος είναι πως σήμερα φέρανε στο γαλάζιο μου στενό τρεις ψηλές κερασιές. Τις ξεφορτώσανε το πρωί και ένα συνεργείο έσκαψε βαθιές τις τρύπες για να τοποθετηθούν. Τρεις ψηλές κερασιές συνιστούν το καλύτερο σχόλιο που μπορεί να κάνει κάποιος μες στην ασχήμια αυτής εδώ της πολιτείας.
Καθώς τις κοιτάζω διακρίνω τον Τζέιμς που αποκοιμιέται κρεμασμένος από ένα χοντρό καραβόσχοινο, μισό αιώνα πίσω. Δεν θέλω μήτε τον ίσκιο τους να βλέπω, τρέμω εκείνα τα δέντρα. Το θέαμα με τον μετέωρο Τζέιμς μου τάραξε την καρδιά, αυτό είναι αλήθεια. Μπορείτε να απομείνετε εσείς πλάι στον ίσκιο τους, μπορείτε εσείς να ξαποστάσετε εκεί κοντά. Εγώ δεν τ’αντέχω όλα αυτά, εγώ δεν αντέχω πια άλλα βασανισμένα χρώματα που δεν μιλούν, μόνο στέκουν σαν πελώρια θαυμαστικά, παιδιά του θανάτου και ξενιτιές πελώριες.
Απόστολος Θηβαίος
