
Πρόσωπα
Χάρρυ Χουντίνι
[…στα ηχεία Just a perfect Day…]
Καμιά φορά, σαν βρίσκεται σε δύσκολες και άβολες κατευθύνσεις, ονειρεύεται πως είναι ο θρυλικός Ούγγρος μάγος. Ο περιβόητος Χουντίνι, ο μάγος των αποδράσεων. Ο άνθρωπος που κλειδώθηκε έξω από το αδύνατο, εκτελώντας τα πιο παράτολμα σενάρια.
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να αποφύγει την οργή του διευθυντή για την καθυστερημένη αναφορά; Πώς αλλιώς θα άντεχε τη ζωή του , την ίδια διαδρομή, τη γειτονιά που νυχτώνει νωρίς, το αργοκί νητο υπερωκεάνειο του σαββατόβραδου,ένα σορό πράγματα, λέξεις, λέξεις, λέξεις.
Μία απόδραση θα ‘ταν ότι πρέπει για τις αμήχανες στιγμές. Όταν είναι κοντά της, όταν στρέφει τη ματιά της επάνω του, τότε που θέλει περισσότερο από ποτέ να ήταν ο Χουντίνι. Όχι για να αποδράσει, όχι για αυτό, μα για να επιστρατεύσει όλη του την τέχνη, μήπως και ξεκλειδώσει τις πόρτες που βγάζουν στον εαυτό της.
Όμως, δεν είναι ο Χάρρυ. Κανείς δεν γλιτώνει από τον εαυτό του, λένε. Κανείς δεν μπορεί να διαφύγει, εδώ οι δραπέτες πέφτουν νεκροί από τα πυρά της ζωής. Στο τέλος όλοι πλέκουμε με ιστούς αράχνης τις ιστορίες μας. Και εκείνη ίσως να μην μάθει ποτέ όλα όσα την αφορούσαν μια φορά και έναν καιρό. Έτσι είναι τα πράγματα, και δεν υπάρχει καμιά θεραπεία για αυτό. Άλλωστε μια φορά μόνο μπορεί να υπάρχει κάποιος τόσο απρόβλεπτα θαρραλέος και επιδέξιος. Ένας Χουντίνι, χίλιες και μία νύχτες, η Μπλανς Ντιμπούα, η καθαρή ψυχή της Σάρα Κέην και τόσα άλλα “μικροπράγματα”, συμβαίνουν μόνο μια φορά.
Χρονογραφήματα
Κίμων
(όχι η φρεγάτα)
Σήμερα σηκώθηκε με άλλον αέρα. Διέθετε μια στόφα μεγαλείου και κάτι το αριστοκρατικό. Ένιωθε πως είχε ανέβει κάμποσα σκαλιά στην κλίμακα της ζωής. Τώρα, είχε και εκείνος κάτι για να ανεμίζει σαν παντιέρα. Τώρα είχε και αυτός με το μέρος του μια στάλα τύχη.
Πλύθηκε με επιμέλεια και φόρεσε το κυριακάτικο πουκάμισο. Το σακάκι του ήταν γεμάτο μπαλώματα μα σήμερα δεν φαίνονταν καθόλου, επειδή τα μπαλώματα λάμπουν μες στην φτωχική κάμαρη και πουθενά αλλού. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, του άρεσε ο εαυτός του. Τελευταία πινελιά τα κόκκινα παπούτσια του, ένα σήμα κατατεθέν που λένε. Τώρα ήταν πια έτοιμος.
Η μέρα ήταν θαυμάσια, γεμάτη χρώματα, σε πλήρη ανθοφορία, άνοιξης αληθινή σαν να λέμε. Ο κύριος Κίμων κατέβηκε στην κεντρική αυλή. Δυο γυναίκες απλώνανε στα σχοινιά τα ρούχα και κάτι συζητούσαν που τους προκαλούσε γέλιο. Κάτι που διέκοψαν όταν φάνηκε του λόγου του.
“Καλώς τον, νωρίς κύριε Κίμωνα, άφεχτα είναι ακόμη. Καλέ μεσημέριασε!” είπε η μια και γέλασε ξιπασμένα. Έπειτα σκύβοντας στην άλλη, είπε, όχι και τόσο χαμηλόφωνα. “Θα αρχίσει να λέει για φρεγάτες τώρα, κοίτα να δεις. Θα τον ετσιγγκλίσω!”
Τον πλησίασε γελώντας και τον κοίταξε επισταμένως. “Καλέ τι περιποίησης είναι αυτή! Σαν καινούριος βγήκατε σήμερις κύριε Κίμωνα. Και δεν μου ‘πατε, το επιβάλλει καμιά περίπτωσης;”
Ο Κίμων, μειδίασε και ερυθρά σημάδια εφάνηκαν ψηλά στις παρειές. Σημάδια ντροπής, σαν να λέμε, τέτοια σημάδια φανήκαν.
“Η μέρα βλέπετε. Δεν ακούσατε τα νέα; Δεν τα ακούσατε; Μάθετε λοιπόν πως μια φρεγάτα – όχι καμιά ψαρόβαρκα δηλαδής – πήρε το όνομα Κίμων. Τέτοιο το μεγαλείο σας λέω. Και επειδή, μπορεί κανείς να ´ρθεί για τα συχαρίκια, είπα να με φτιάξω μια στάλα σήμερα. Τι λέτε, έκανα καλή δουλειά;”
Οι δυο γυναίκες στάθηκαν γελώντας εμπρός του και με μια φωνή είπαν, “πώς!”. Έπειτα ξεμάκρυναν, χορτασμένες από διασκέδαση. Μόνο μια στιγμή η πιο ξιπασμένη από τις δυο γύρισε και του ‘πε κάτι που δεν το αντιλήφθηκε.
“Ο τρελός και νεκρός ενίκα, τ’ακούς κύριε Κιμωνά μου;”
Δεν κατέληξε πουθενά και έπειτα από συλλογισμούς βαρύγδουπους του λεπτού, ωσάν τα θερμόμετρα, πήρε να πλέει με τις μηχανές του συγκρατημένες και τα πολυβόλα του παροπλισμένα τραβώντας για να δέσει στο καφενεδάκι του Σίμου, καθώς συνήθιζε.
Μικρές Περιπέτειες
Ι.
Τάσος Λειβαδίτης
20 Απριλίου 1922 – 30 Οκτωβρίου 1988
*από το ποίημα, “Αυτός που σωπαίνει”
Ὅταν τέλος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ξαναγύρισα…
δὲ βρῆκα παρὰ τοὺς ἴδιους ἔρημους δρόμους,
τὸ ἴδιο καπνοπωλεῖο στὴ γωνιά…
Κι ὁλόκληρο τὸ ἄγνωστο
τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει…
Μια ζωή αφιερωμένη σε λέξεις και στίχους, στο πώς και το γιατί της καρδιάς που σπαράζεται. Και στο τέλος τα ποιήματα τριγύρω στη νεκρική την κλίνη, παιδιά που δεν μεγαλώνουν ποτέ.
Γεμάτα ειλικρίνεια στέκουν ανάμεσα στους δυο κόσμους του Λειβαδίτη, γεφύρια για να φτάσει κανείς στο αμίλητο. Τσακισμένα, δαγκώνουν τα χείλη τους και ας είναι όλη τους η αλήθεια φυλακισμένη μες στις ανθολογίες ενός κάποιου καιρού. Καμιά φορά ένα κέλυφος ραγίζει, γεννιέται το παλιό φεγγάρι, μια αρχαία συντομογραφία του χρόνου. Και εκεί, απάνω στο θάμβος, ιδού το άγνωστο που παραμένει σαν ένα μουσικό ολόκληρο στο τέλος της διαδρομής.
Όνειρο από τ’όνειρο Τάσο και τίποτε ψιθυρίζουν οι άνεμοι και οι δεκαετίες. Τώρα όλα μοιάζουν κολασμένα μαζί και άχραντα. Οι έρημοι δρόμοι, ολόκληρο το άγνωστο, η ώρα που βραδιάζει, μπορεί να ´ναι στιγμές αληθινές που κάποτε βίωσε ο ποιητής. Ή πάλι οράματα που ποίησε ο στοχασμός του κάτω από τις στάχτες και τη λαμπρή αναθεώρηση.
Οι λέξεις του Τάσου Λειβαδίτη, ο τρόπος που ταιριάζουν σαν ρούχο τη στιγμή και το αίσθημα, συνιστούν μια αντιμισθία του φόρου που καταβάλλεται στο όνομα του θαύματος.
ΙΙ.
……Ἀπ᾿ τὸν πατέρα μου κληρονόμησα αὐτὸ τὸ δυστυχισμένο χέρι κι ἀπ᾿ τὴ μητέρα μου ἕνα μεγάλο φτερό, ἀπὸ κεῖνα ποὺ ἔβγαζε ἀπ᾿ τὴν ψυχή της καὶ τὰ κάρφωνε στὸ ἀστεῖο καπέλο τῆς — εἶναι ἀπὸ τότε ποὺ τὶς νύχτες ἡ παλιὰ ντουλάπα ἀνοίγει μόνη της καὶ βγαίνει ἡ λαιμητόμος, ἐγὼ παλεύω μαζί της, παίρνω τὸν μπαλντὰ καὶ τὴν κάνω κομμάτια, ὕστερα καταπίνω τὶς σανίδες γιὰ νὰ μὴν τὶς βροῦν, πολλοὶ ναυαγοὶ σώθηκαν ἔτσι.
……Χρόνια ἔζησα τρέμοντας τὶς πόρτες, ὥσπου μάζεψα τὰ χαρτιά μου, τὶς τύψεις μου κι ἔφυγα. Μὰ στὸν πρῶτο σταθμὸ εἶδα πάλι ἐκεῖνο τὸ παιδικὸ φτερὸ καὶ κατέβηκα.
……Ἀπὸ τότε ἔμεινα γιὰ πάντα στὴν Κόλαση.
Τι μας κρατάει καρφωμένους στη γη; Πώς τάχα αντέχουμε τόσα χρόνια την ίδια φάρσα, συνιστά απορίας άξιο. Είμαστε ένα παράξενο κοινό, με προτιμήσεις ξέφρενες. Τις νύχτες ντυνόμαστε παιδιά και ορμούμε στο δωμάτιο με τις αναμνήσεις καίγοντας μερικά υλικά για να θρέψουμε τις φωτιές. Είναι και αυτό λένε μια γραμμή άμυνας.
Πρόσεξε μόνο, γιατί το πρωί από τις στάχτες θα σηκωθεί ένα ποίημα, σαν πουλί θα φτερουγίσει. Οι ξόβεργες που έβαλες μήτε που πιάσανε τη φωνή του, μην λυπηθείς.
Μόνο να το συγκρατήσεις θα μπορούσες. Και ίσως μετά από χρόνια κάτι να το κάνεις, σαν στίχους ξεχασμένους που τώρα βρίσκουν το πόστο τους μες στην καρδιά σου. Και αν αντέχεις να το διαβάσεις δυνατά, να το ακούσουν τα χρόνια. Χρειάζεται θάρρος για να γράψεις κάτι τέτοιο, θάρρος ασυλλόγιστο, όπως χρειάζεται τόλμη για να φορέσεις τους στίχους σου στην δύσκολη πρόζα του καιρού.
Θα πρέπει να νικήσεις δυνάμεις βαρυτικές που στέκουν εμπόδιο. Αν θες να σώσεις το ποίημα, που μιλά με αλλιώτικη φωνή πρέπει να δοκιμάσεις τ’αφάνταστο. Είναι το ίδιο με την προσπάθεια του ζωγράφου να συλλάβει έναν άγγελο.
Εκεί έξω βλέπετε, ζουν, μεγαλώνουν, πενθούν και φλέγονται όλα τα είδη της μεταφοράς. Συμβαίνει αυτό με τα μυθιστορήματα και η εποχή μας δεν θα μπορούσε να διαφέρει. Ο Χίλμαν που είχε προβλέψει όλα ετούτα μίλησε για αρχέτυπο. Ίσως να πρόκειται όμως απλά για τη ζωή, τίποτε το υψηλό και το μεγάλο.
Καμιά φορά πιστεύω πως καθένας θεωρεί κόσμο του κάτι πολύ προσωπικό. Οι μεταφορές και οι παραφράσεις, οι αλληγορίες, όλα ετούτα έχουν σκοπό να επιχειρηματολογήσουν για αυτό το ατομικό δημιούργημα. Η μνήμη θα μπορούσε να επιβάλλει μια παρόμοια πραγματικότητα, η μνήμη που σε κρατάει κοντά σε πράγματα ανεπανάληπτα.
Το ερώτημα, λοιπόν δεν είναι “τι μας κρατάει καρφωμένους στη γη;”. Όχι , αυτό θα ήταν προφανές. Το ερώτημα με την κατάλληλη διατύπωση θα πρέπει να το βρει ο καθένας, όπως ακριβώς πλάθει τον κόσμο του για να αντέχει. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα όταν εισβάλλουν από παντού τα φαντάσματα του παρελθόντος. Δεν υπάρχει καμιά απάντηση μες στην πρόζα που χωρεί το ταλέντο του Τάσου Λειβαδίτη, την ανθρωπιά του. Κάποιος ρίχνει ένα μπουκάλι στη θάλασσα με ένα σύντομο μήνυμα, για να το βρουν μετά από χρόνια, για να μην ξεχάσουν ποτέ. Είναι ο ποιητής , η φωτιά που κρατιέται αναμμένη κάτω από στάχτες.
Μονάχα το παλαμικό , το “ζηλεμένο άνθισμα της ποίησης” μπορεί κανείς να παραδεχτεί για τον παντοτινό, Νυχτερινό επισκέπτη της ποίησης μας. Ο Τάσος Λειβαδίτης κατόρθωσε να εκφράσει εκείνο που δεν θα μπορούσε να συλλάβει ο νους μας, κάτι θαυμαστό και μελαγχολικό.
Α.Θ
