
Η πικρή ζωή του
Ρεϋμόνδου Κάσερες
και κάτι ακόμη.
[…στα ηχεία, Jack Savoretti – Vedrai Vedrai…]
Η ιστορία του Ρεϋμόνδου Κάσερες υπήρξε μια περιπέτεια γεμάτη ατυχίες και έναν πικρό έρωτα. Όλοι είχαν να λένε πως παρά τις δυσκολίες άντεξε όλα τα χτυπήματα της μοίρας. Ας πάρουμε τα πράγματα λοιπόν από μια αρχή, ελπίζοντας πως θα δείξετε συμπόνοια για αυτόν τον άσημο ήρωα.
Ο Ρεϋμόνδος από μικρό παιδί κιόλα, υπήρξε από τη φύση του αισιόδοξος και γεμάτος καλοσύνη. Τόσο φανερά ήσαν αυτά τα δυο στοιχεία επάνω του που επανειλημμένως και ώσπου να βγάλει γένια, συμμετείχε ως πρώτος των βοσκών στην εκδήλωση της φάτνης. Μήτε που σκέφτηκε κανείς μια γιορτή δίχως εκείνον. Μια φορά που αρρώστησε του πηγαίνανε ζεστά όλη νύχτα και εκείνος ξανάνιωσε. Το απέδωσαν στο αστέρι της Βηθλεέμ, το θαύμα λέω είπαν πως ήταν της νύχτας αυτής σινιάλο.
Αργότερα, όταν ξέσπασε ο πρώτος μεγάλος πόλεμος και είδε από κοντά τη φρίκη, όλοι είπαν βλέποντας τον πως ίσως να έχασε και αυτός ακόμη το κουράγιο του. Όμως, όχι, ο Ρεϋμόνδος τέλειωνε πάντα τις φράσεις του με τη λέξη “βεντράι”, που σήμαινε πως όλα θα πάνε καλά. Τον αγαπούσαν όλοι για αυτή του την πίστη, όμως θεωρούσαν πως ήταν από άλλο κόσμο φερμένος και πως ο νους του είχε από τα μικρά του ακόμη, ταραχτεί. Δεν έπρεπε κανείς να λογαριάζει έτσι ελαφρύ τον κόσμο και τη ζωή έπρεπε να τη θεωρεί ακριβή.
Όταν ο Ρεϋμόνδος αγάπησε, αγάπησε για πάντα την Ελικάντε Βογιάν, την κόρη του εμπόρου υποδημάτων στην εβραϊκή συνοικία. Παντρεύτηκαν με δόξα και τιμές στον τοπικό ναό και ο γάμος τους στάθηκε το γεγονός της εποχής. Όλοι θέλανε να δουν πώς μοιάζει ο πλούτος, με χρυσά και ασημένια κηροπήγια, κηροστάτες επενδυμένους με φίλντισι και πολύτιμες πέτρες. Αργυρά ποτήρια και σκεύη από ασήμι γεμάτα με όλα τα αγαθά.
Το πρώτο παιδί που θα συμπλήρωνε την ευτυχία τους ήρθε μετά από ένα χρόνο και μερικούς μήνες. Όλη η περίοδος της εγκυμοσύνης στάθηκε μια χρυσή εποχή χαράς για την Ελικάντε. Ο Ρεϋμόνδος στεκόταν πλάι της και η ελπίδα είχε ριζώσει μες στο σπιτικό τους. Μα δεν θα ‘ταν για πάντα. Η ζωή, βλέπετε, μια παρθένα, ακατηγοριοποίητη ιδέα. Κανείς δεν γνωρίζει το σωστό στο ποντάρισμα, όλα κρίνονται από τη στιγμή. Ο μικρός Κάσερες αρρώστησε βαριά. Πνευμονία είπαν οι ιατροί και το παιδί με κατάμαυρα μάτια αποχαιρέτησε αυτόν τον μάταιο κόσμο. Πέρασε σε σύμπαν κατόπτρων ή κάτι ανάλογο και θαυμαστό. Οι άνθρωποι έσφιγγαν με λύπη το χέρι του Ρεϋμόνδου. Εκείνος αποκρινόταν, “βεντράι, βεντράι” με δακρυσμένα τα μάτια.
Το πένθος τους όμως δεν θα σήμαινε τίποτε για την εποχή που δεν δίνει δεκάρα στη μελαγχολία σου. Ένας ολόκληρος στρατός που σαρώνει την Ευρώπη, το κατεπείγον της πραγματικότητας σε πρώτο πλάνο δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Από εδώ και πέρα εκείνη φορά το κίτρινο άστρο της και περνάει στην άλλη πλευρά. Οι φίλοι απομακρύνονται, το υποδηματοποιείο μια νύχτα καίγεται και ο γέρος Βογιάν σέρνεται έξω στο δρόμο για να θανατωθεί από είκοσι σχολιαρόπαιδα, δυναμωμένα με το δηλητηριώδες γάλα του ράιχ. Την ίδια νύχτα αναζήτησαν την Ελικάντε, εισέβαλαν στο σπίτι.
Ο Ρεϋμόνδος άρπαξε το άστρο και το κάρφωσε στο χέρι του. Οι στρατιώτες ρώτησαν για την Ελικάντε, είπαν πως δεν βρισκόταν ανάμεσά τους, πως είχε διαφύγει. Αυτό τους εξόργισε, η Ελικάντε απέμεινε στο σαλόνι κοιτάζοντας το απόσπασμα που έφευγε. Εκείνος πρόλαβε μονάχα να της γνέψει, σχηματίζοντας με τα χείλη του τη λέξη “βεντράι, βεντράι”.
Ακολούθησαν τα χρόνια των στρατοπέδων. Χιλιάδες νεκροί, μια ατέλειωτη θηριωδία στο όνομα ενός καινούριου κόσμου. Ο κόσμος παραμένει ανυποψίαστος για το δράμα που παίζεται σε αυτά τα μέρη. Ο Ρεϋμόνδος Κάσερες κρατιέται στη ζωή. Εμπρός του η εικόνα της Ελικάντε, με το καλοκαιρινό της φουστάνι , βράδυ Ιουνίου στο χορό των εμπόρων, η ομορφότερη από όλες.
Έπειτα, το ταξίδι της επιστροφής, ο σπαραγμένος κόσμος. “Βεντράι, βεντράι” έλεγε σε εκείνους που χάνανε το κουράγιο τους. Μια ατέλειωτη μεραρχία επιζώντων που έχασαν τα πάντα και τώρα επιστρέφουν από την κόλαση. Οι περισσότεροι δεν έχουν μήτε τη φωνή να πουν όσα έζησαν. Ο Ρεϋμόνδος στέκει έξω από το παλιό σπίτι. Κάποιος κάρφωσε τα παράθυρα και τις πόρτες. Με τι ανόητους τρόπους προσπαθούν μάταια οι άνθρωποι να κρατήσουν τον πόλεμο έξω από τα σπίτια τους. Δεν βρήκε κανέναν, μονάχα κάποιος που ζούσε εκεί από χρόνια, τον αναγνώρισε και έπειτα από τα δάκρυα της χαράς του αποκάλυψε όσα είχαν συμβεί.
Η Ελικάντε είχε ξαναφτιάξει τη ζωή της. Ήταν μια άλλη, εκείνο το βράδυ άλλαξε για πάντα όνομα. Κάποιοι της ετοίμασαν μια καινούρια ταυτότητα. Τους χάρισε το σπίτι για αυτό το σκοπό και έφυγε για πάντα. Δούλεψε στο μοδιστράδικο των Τριών Οδών και έζησε όλη την τραγωδία του πολέμου. Τη νύχτα της απελευθέρωσης γνώρισε κάποιον. Ο κόσμος πίστεψε πως όλα είχαν τελειώσει. Αγαπήθηκαν παράφορα, παντρεύτηκαν και απέκτησαν οικογένεια. Εκείνο το μαγαζάκι της παραχωρήθηκε. Τώρα η Ελικάντε, ονομάζεται Χριστίνα, κρατάει το δικό της ραφτάδικο και κανείς, μα κανείς στον κόσμο δεν γνωρίζει τι απέγινε ο παλιός της εαυτός.
Τελευταία σκηνή. Ο Ρεϋμόνδος Κάσερες, στις Τρεις Οδούς, τόσο καιρό μετά. Όλα έχουν αλλάξει τόσο πολύ πια, η πόλη που θυμάται είναι απρόσιτη. Ο χρόνος, ξέρεις δεν έχει υποκοριστικό.
Φορεί ένα παλιό καπέλο, μυρίζει ταξίδι και πορτοκαλιές. Εμπρός του το ραφτάδικο, η Ελικάντε πίσω από τη βιτρίνα, καπλάνι ενός παλιού, καλού καιρού. Προχωρεί, ζητάει να δει μερικά υφάσματα, χρειάζεται ένα καινούριο κοστούμι. Παραμένει αγνώριστος, εκείνη χαμένη στις παραγγελίες, κοριτσόπουλα με δέματα έρχονται και φεύγουν σαν πεταλούδες φορτωμένες χρώματα.
Θα ‘ναι μόνο για μια στιγμή που θα συναντηθούν τα βλέμματά τους. Οι καρδιές τους νεκρές μες στα χέρια τους και η σιωπή το καλύτερο σχόλιο για μια αγάπη που έχασε στα σημεία. Εκείνος την κοιτάζει όπως τότε, είναι η Μπρέσια που κατακτιέται από την αρχή. Θέλει να τρέξει κοντά της, όμως η μνήμη τον κρατάει ακίνητο. Διαλέγει το ύφασμα κάπως αδιάφορα και της γνέφει από μια απόσταση ακατανίκητη πια σαν να λέει, “σου είπα, βεντράι, βεντράι”.
Ο θάνατος τον βρήκε δυο νύχτες μετά. Η καρδιά του ήταν ραγισμένη είπαν. Τη μέρα του αποχαιρετισμού λίγοι φίλοι, ο ιερέας, οι εργάτες. Μονάχα μακριά μια γυναίκα και ο άνεμος. Στο μνήμα του κάποιος χάραξε τη λέξη “βεντράι”.
Ο εργάτης, ένας χοντροκομμένος τύπος που τα ‘χε βρει από καιρό με τον παλιοθάνατο, είπε σαν τέλειωσαν όλα. “Ωραίο τσαρδί έχει του λόγου του. Κάτασπρο, σαν από πούπουλο, σαν από πούπουλο”. Και αυτό ήταν το λιγότερο που άξιζε στον Ρεϋμόνδο Κάσερες.
Επίμετρο
Πρόσωπα
Πάμπλο Πικάσο
1881- 1973
[…Coltrane, “My Favorite Things”…]
Φαντάσου, ένα φόρεμα από ηλεκτρικά λαμπιόνια. Μια κάμαρη φωτισμένη με τρόπο θερμό. Στον καθρέφτη, σαν από ένα βάθος ή μια διάσταση για πάντα διφορούμενη, το είδωλο του κοριτσιού. Λέω κορίτσι, μα εννοώ μια κούκλα από ψυχή και μορφή, μια κούκλα ανάγλυφη, σαν το καλύτερο σχόλιο απάνω σε μια ζωγραφιά. Γυάλινες νύχτες εκεί έξω, ένα περιστέρι που ορμά να σπάσει τον ουρανό. Εμείς δεν το βλέπουμε χωμένοι κάτω στην άβυσσο του δρόμου, διαλυμένοι κιθαρωδοί από τον καιρό που τα έγχορδα συνιστούσαν μια αυτοκρατορία αισθημάτων.
Το κορίτσι φέρνει βόλτες τριγύρω από τον εαυτό του. Βασανισμένα όνειρά μου, εμπρός κάντε λίγο πάταγο μες στην πληκτική νύχτα, ψιθυρίζει ο ζωγράφος και χαράζει πάνω στον αιώνα το όνομά του, επειδή εκείνος στάθηκε το σύνορο, το σημείο συνάντησης όλων των παγκόσμιων, ζωγραφικών ρευμάτων. Επειδή κάθε τόσο μες στους αιώνες κάποιος καταθέτει μια άλλη μαρτυρία, μια τολμηρή υπόθεση εργασίας και αισθήσεως.
Και όλα ξαναγίνονται συντρίμμια μετέωρου στοχασμού και εμείς επιστρέφουμε στη γνώριμη συνήθεια, να ανεβάζουμε κάθε τόσο ένα νησί με σπηλιές και με κάβους και ανθισμένους γκρεμούς. Ένα τοπίο σαν να λέμε ανάγλυφο, σαν να ξαναδιαβάζουμε από την αρχή, πρώτοι εμείς, το πρώτο πάντα ποίημα του κόσμου. Αιωνίως αναθεωρητικοί και ερωτευμένοι.
Ο Πάμπλο Πικάσο γεννήθηκε σαν σήμερα το 1881 και άλλαξε για πάντα την τέχνη.
Α.Θ
