Απόστολος Θηβαίος | Κλοπ κλοπ

© Albert Renger-Patzsch

μες στο κουρνιαχτό
πώς λογάριασες το κέρδος
δίχως κόπο,
την ποίηση της ζωή σου,
πες μου,
πώς τάχα την κατήντησες
επάγγελμα

Πήρε την οδό των λεόντων, αψήφιστα προχώρησε είναι η αλήθεια. Μα τώρα δεν υπήρχε πια γυρισμός για το έρμο το γαϊδουράκι. Αδέσποτο καθώς λέει το τραγούδι τριγύριζε τον κόσμο και δεν το ‘νοιαζε αν ήταν πρωί ή βράδυ, φίλος καρδιακός, με τη βροχή και με τον άνεμο. Και τα δυο τα περιγελά σαν κουνάει ρυθμικά τα αυτιά του. Κάποιος είπε, δέκτες της παγκόσμιας σιωπής, κάτι περισσότερο από το διάβασμα του καιρού, λοιπόν. Μα πού να υποψιαστούμε εμείς τέτοια πράγματα λεπτά, σχεδόν υφαντά, τρόφιμοι στο άσυλο των αλητόπαιδων, με κρίση θαμπωμένη.

Μα τώρα πάνε όλα ετούτα, τελεία που λένε και παύλα. Ε ρε τι μελαγχολία ήταν εκείνη που νιώθε βαθιά στα φύλλα της καρδιάς καμιά φορά το γαϊδουράκι σαν τα θυμόταν. Έτσι με το ντέρτι κάγκελο τραβούσε όξω από τα λαϊκά τα μαγαζιά. Καθόταν σε καμιά γωνιά με φρέσκο χορταράκι και άκουγε με τι καημό γράφεται αυτό που λένε οι άνθρωποι, η μουσική. Ιδού η μέθοδος, τα άλλα ήλθαν με τρόπο φυσικό και τίποτε το λογοτεχνικό δεν έχουν. Μα, έτσι από γινάτι ας δούμε τι τέλος πάντων μπορεί να γίνει με αυτήν την ιστορία.

Το γαϊδουράκι είδε και γνώρισε όλους τους τύπους των ανθρώπων που σύχναζαν σε εκείνα τα μαγαζιά. Οι περισσότεροι ήρθαν να του μιλήσουν απρόσκλητοι, ορισμένοι δε του αποκάλυψαν φοβερά πράγματα. Και άκουγε το γαϊδουράκι και μάθαινε του ανθρώπου το α και το ω, σαν να λέμε τη βαθύτερη ουσία, την λεγομένη και σημασία. Ξέπεσε σήμερα ο όρος, γεμίσαμε από δαύτες. Σαν τα πατάρια των σπιτιών μας ξεχειλίσαμε και μια μέρα όλες μαζί θα μας έλθουν στο κεφάλι.

Ήξερε λοιπόν πως θα συναντούσε δύσκολους δρόμους. Και έμαθε το γαϊδουράκι να συνηθίζει τον κόσμο. Και ατρόμητο πια να κατέχει το φέρσιμό τους, να γνωρίζει σε ποια πλευρά στέκει η καρδιά τους. Για αυτό και δεν φοβάται καθόλου που διαβάζει, η οδός των λεόντων.

Πφ, έκανε το γαϊδουράκι και προχώρησε. Σε μια γωνιά, για προίκα μονάχα σκοτεινιά. Μια χούφτα φονιάδες και γυρολόγοι και όλων των λογιών οι τυχοδιώκτες του παίρνανε τα μέτρα. Το γαϊδουράκι τους περιφρόνησε και τράβηξε σιγανά και ειρηνικά. Τι το νοιάζει εκείνο για προδότες και προδομένους, για ζωντανούς νεκρούς και πολιτείες κοπαδιαστές.

Κλοπ κλοπ, επήγαινε το ζωντανό δεμένο με τη φύση και με τον κόσμο. Φορούσε μοναχά το δέρμα του και άμα του ‘κανε κέφι, έπαιρνε του λιβαδιού το δρόμο που ´χει άφθονο χορτάρι πρώτης ποιότητος. Και άλλοτε, άμα το βάζει σκοπό του να φθάσει κάπου, άγνωστο πού, άγνωστο πότε, τότε παίρνει τις εθνικές οδούς και τις λεωφόρους. Βάζει το κεφάλι κάτω και πηγαίνει στ’άγνωστο, κλοπ κλοπ το γαϊδουράκι το καλό.

Οι φονιάδες δεν θα τον πειράξουν, σαν κάτι να υποψιάζονται για εκείνο. Χρειάζεται κότσια για να ‘ρθει ως εδώ, θα’ναι σπουδαίος, αληθινά και όχι κάλπικα και ελαφριά.

Το ζωντανό βγήκε στη διασταύρωση και ευθύς σαν αντίκρισε το ωραίο μονοπάτι ονειρεύτηκε πως ήταν άλογο και μάλιστα ιπποδρόμου. Τότε να δείτε που έβαλε μπρος τα μικρά του ποδάρια και γλιστρώντας πάνω στην άσφαλτο πήρε να καλπάζει.

Περνούσε και το πλήθος χειροκροτούσε. Κυρίες και κύριοι, ο Γκρέι (σικ), γνήσιο γαϊδούρι, αυθεντικό δείγμα του είδους. Οι μαντάμ με τα κρινολίνα και τα καπέλα υπαίθριους κήπους, λικνίζονταν κοριτσίστικα και χαιρετούσαν το περήφανο άτι. Κρατούσαν τον κόρφο τους και πόζαραν σαν παλιά θαυμαστικά σε μια γλώσσα που δεν μιλάει πια κανείς. Ο Γκρέι (σικ) φέρνει ένα γύρο του κουλουάρ και δεν χορταίνει δόξα και τιμές. Και μια ντάνα τριαντάφυλλα ρίχνεται από τον εξώστη για του λόγου του. Πάει, πλανήθηκε το άμοιρο το ζωντανό που δίχως να το αντιληφθεί βρέθηκε στο στενό των κροκοδείλων. Αλόγιστο μου θάρρος, καρδιά μου ξιπασμένη, τι λόγια να βρω για να σου πω; Έπεσες θύμα του εαυτού σου, λογάριασες τη δόξα για επάγγελμα, το κέρδος δίχως κόπο.

Και εδώ του πήρανε τα μέτρα. Κλοπ κλοπ, πήρε να τρέχει το γαϊδουράκι σαν σκόνταψε και ξύπνησε. Και είδε εμπρός του την παρέα μαζεμένη, με ανοιχτές, ολόλευκες μασέλες. Μέσα πουλιά ράμφιζαν κομμάτια κρέας. Τα πάντα τριγύρω είχαν στα μάτια τους τον ίλιγγο. Είχε συναντήσει σαν αυτούς. Στο μαγαζί, θυμάστε; Και ήξερε πως καμιά φορά πρέπει κανείς να παλέψει και να κλωτσήσει και να βάλει τα δυνατά του, πιθανότατα να χάσει.

Ευθύς το γαϊδούρι πήρε να σπρώχνει πηδώντας τα πισινά του τα ποδάρια. Όλη τη δύναμη του κόσμου την αφιέρωσε σε αυτήν την υπόθεση. Σαλέψανε οι κροκόδειλοι και αρχίσανε να ανοιγοκλείνουν τα στόματά των μηχανικά και φοβερά. Μες στον χαλασμό και τον μπουχό, βρήκε το γαϊδούρι το μονοπάτι. Και μια και δυο, κλοπ κλοπ έφθασε το πλανημένο σε τόπο ασφαλή. Κάτω το συνεργείο των πουλιών ράμφιζε από τα στόματά των, κομμάτια κρέας, με μια αίσθηση επίφοβης ανίας.

Το γαϊδούρι είχε γίνει κιόλας σοφότερο. Εις στο μέλλον να φροντίσω να πλανηθώ ελαφρύτερα.

Είπε να κινηθεί στις πιο καλοφωτισμένες γειτονιές, αρκετούς μπελάδες γνώρισε με τις πεποιθήσεις του. Έστριψε στη λεωφόρο των ερωδιών και κλοπ κλοπ, εχάθη ξαφνικά μέσα από την ιστορία του. Πού ακούστηκε, να εγκαταλείπει κανείς την ιστορία του. Μοντερνισμός, θα μου πείτε.

Απόστολος Θηβαίος