Γράφει ο Παύλος Παντελιάς
Ο Παύλος Παντελιάς είναι καθηγητής φυσικής αγωγής. Γράφει ποίηση και ιστορικά διηγήματα.
Για το βιβλίο: Νίκος Τουμαράς, Ο Χάρακας και ο Άνεμος: Σημειώσεις σχολικής πειθαρχίας, 1968–1978. Μαρτυρία – χρονικό από τα τετράδια του κυρίου Αναστασίου.
Υπάρχουν βιβλία που επιχειρούν να ανασυστήσουν ένα χαμένο αρχείο και βιβλία που ξεκινούν από την παραδοχή ότι η πλήρης ανασύσταση είναι αδύνατη. Ο Χάρακας και ο Άνεμος ανήκει στη δεύτερη, πολύ δυσκολότερη κατηγορία. Δεν αντιμετωπίζει την απώλεια ως κενό που πρέπει πάση θυσία να γεμίσει, αλλά ως μέρος της ίδιας της ιστορίας του τεκμηρίου. Έτσι, το βιβλίο δεν αφηγείται μόνο μία δεκαετία σχολικής πειθαρχίας· αφηγείται επίσης τη διάσωση, τη φθορά, τη μεταγραφή και τη σημερινή ανάγνωση όσων απέμειναν από αυτήν. Η μαρτυρία του δεν στηρίζεται στην επίδειξη μιας ακέραιης αλήθειας, αλλά στην προσεκτική δήλωση του σημείου όπου η αλήθεια παύει να είναι πλήρως ελέγξιμη.
Το άνοιγμα του έργου είναι υποδειγματικό. Το κιβώτιο των τετραδίων δεν παρουσιάζεται ως θησαυρός που περιμένει τον ερευνητή να τον αποκαλύψει. Μοιάζει περισσότερο με εργασία που διακόπηκε: δεσμίδες διαφορετικών τετραδίων, αποκόμματα, αντιγραφές εγκυκλίων, επιστολές, εισιτήρια, φωτογραφίες, διαγραφές που έχουν σχεδόν τραυματίσει το χαρτί. Το αρχείο, όπως διατυπώνεται εύστοχα, δεν προσφέρει ενιαία αφήγηση αλλά «επιμονή»: επανόδους στα ίδια περιστατικά, διαφορετικά μελάνια, αλλαγές ρημάτων, δεύτερες σκέψεις. Αυτή η υλικότητα είναι ουσιώδης. Πριν ακόμη διαβαστεί τι λένε οι σελίδες, διαβάζεται ο τρόπος με τον οποίο επέζησαν και ο τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος επέστρεφε πάνω στη δική του γραφή.
Το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου δεν υπάρχει πλέον. Το αρχικό σώμα πλησίαζε, κατά τις διαθέσιμες πληροφορίες, τις πέντε χιλιάδες χειρόγραφες σελίδες, αλλά παρέμεινε σε ιδιωτική φύλαξη, χωρίς ενιαία δημόσια καταλογογράφηση, και σταδιακά μεγάλο μέρος του καταστράφηκε. Η έρευνα πρόλαβε να μεταγράψει αποσπάσματα και να οργανώσει σημειώσεις όσο μέρος του υλικού ήταν ακόμη προσβάσιμο. Επομένως, το βιβλίο δεν παραδίδει το ίδιο το πλήρες αρχείο· παραδίδει το ίχνος μιας έρευνας που συνάντησε το αρχείο πριν από την απώλειά του. Η διάκριση αυτή, ανάμεσα στην κατοχή των πρωτοτύπων και στη διατήρηση μεταγραφών από πρωτότυπα που δεν μπορούν πια να ελεγχθούν, είναι ίσως η σημαντικότερη πράξη εντιμότητας του έργου.
Ένα αρχείο, άλλωστε, δεν μιλά επειδή περιέχει πολλά. Μιλά επειδή η άνιση κατανομή της λεπτομέρειάς του αποκαλύπτει τη θέση από την οποία συγκροτήθηκε. Στα τετράδια υπάρχουν ώρες, θερμοκρασίες, θέσεις θρανίων, αριθμοί απουσιών, κινήσεις χεριών· τα πρόσωπα, όμως, συχνά περιορίζονται σε ένα αρχικό. Το βλέμμα του γράφοντος καταγράφει ευκολότερα τη στάση από τη σκέψη και την απόκλιση από την ανάγκη. Αυτό δεν καθιστά το αρχείο άχρηστο ή ψευδές. Το καθιστά τοποθετημένο. Και ακριβώς εδώ γεννιέται η κεντρική ερώτηση του βιβλίου: πώς μπορεί να μιλήσει σήμερα ένα αρχείο που δημιουργήθηκε από τον ισχυρότερο άνθρωπο της αίθουσας, χωρίς η σημερινή αφήγηση να επαναλάβει τη δική του υπεροχή;
Η απάντηση του Τουμαρά είναι μεθοδολογική και αφηγηματική μαζί. Το έργο διακρίνει καθαρά τρία επίπεδα: την ημερολογιακή ή υπηρεσιακή μεταγραφή, την αναδρομική μαρτυρία και την τεκμηριωμένη αφηγηματική ερμηνεία. Η τρίτη βαθμίδα δεν μεταμφιέζεται σε πρωτογενή πηγή, ούτε η πηγή φορτώνεται αναδρομικά με σημερινή θεωρητική γλώσσα. Παράλληλα, η αφήγηση δεν μένει σε μια μηχανική παράθεση αποσπασμάτων. Διαβάζει λέξη προς λέξη τις αρνήσεις, τις παθητικές φωνές, τα απρόσωπα ρήματα και τις διοικητικές ευπρέπειες που μετατρέπουν μια ανθρώπινη απόφαση σε φαινομενική φυσική αναγκαιότητα. Η ερμηνεία, εδώ, δεν σημαίνει συμπλήρωση του κενού. Σημαίνει ακριβή περιγραφή του τρόπου με τον οποίο το κενό δημιουργήθηκε.
Κρίσιμο ρόλο έχουν οι ενότητες «Αντίφωνο», βασισμένες σε έντεκα συνομιλίες του Αναστασίου με πρώην μαθητές και μαθήτριες, κυρίως μεταξύ 1990 και 1994. Οι συνομιλίες δεν ηχογραφήθηκαν· σώθηκαν από χειρόγραφες σημειώσεις που κρατούσε πάλι ο ίδιος ο εκπαιδευτικός. Η μαθητική φωνή φθάνει, επομένως, με διπλή μεσολάβηση: είναι ανάμνηση δεκαετιών αργότερα και ταυτόχρονα ανάμνηση καταγραμμένη από εκείνον που υπήρξε το αντικείμενό της. Αντί να αποκρύψει αυτή την αμηχανία, το βιβλίο την κάνει οργανωτική αρχή. Δεν απαιτεί από τη μνήμη ακριβή διάλογο ή αλάνθαστη χρονολόγηση και δεν επιλύει τεχνητά τις διαφωνίες υπέρ του τετραδίου ή του μάρτυρα.
Έτσι, η μαρτυρία δεν λειτουργεί ως δικαστική διόρθωση της εγγραφής, αλλά ως διαφορετική μονάδα ακρίβειας. Μια πρώην μαθήτρια δεν θυμάται αν ο Αναστάσιος φώναζε· θυμάται τα παπούτσια στον διάδρομο, το κλειδί, το ξερό χτύπημα του ξύλου και τους βήχες με τους οποίους οι μαθητές κάλυπταν έναν ψίθυρο. Η μνήμη δεν επιστρέφει το μάθημα ή την ακριβή φράση. Επιστρέφει το ακουστικό κλίμα και τις τεχνικές με τις οποίες τα παιδιά διατηρούσαν επικοινωνία μέσα στην επιτήρηση. Το επίσημο αρχείο μπορεί να σημειώσει «θόρυβος» ή «σιωπή». Η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι η σιωπή ήταν μερικές φορές άλλος τρόπος ομιλίας.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η ανάμνηση του μαθητή Π. για τα επτά λεπτά της καθυστέρησης. Τον αριθμό τον γνωρίζει εκ των υστέρων από το χαρτί· εκείνο που θυμάται είναι το νερό μέσα στο παπούτσι, η χαμένη διάβαση και η αδελφή του. Δεν παρουσιάζει τον εαυτό του ως απολύτως αθώο: αναγνωρίζει ότι δοκίμασε πρώτα τη γέφυρα και ότι, αν γνώριζε, θα μπορούσε να είχε πάρει νωρίτερα τον μακρύ δρόμο. Αυτή η αμφιθυμία προσδίδει στη μαρτυρία μεγαλύτερο βάρος. Δεν ανταγωνίζεται την ακρίβεια του αρχείου με μια δεύτερη βεβαιότητα· δείχνει ότι το «επτά» του ρολογιού και το «νερό» του σώματος καταγράφουν διαφορετικές αλήθειες του ίδιου πρωινού.
Παρόμοια λειτουργεί ο κρυφός χάρτης κάτω από το θρανίο. Για τον εκπαιδευτικό, οι χαραγμένες γραμμές είναι ζημιά. Για τον πρώην μαθητή, είναι ένας συλλογικός, ατελής χάρτης του νησιού, φτιαγμένος από μνήμη, απόσταση και διαδρομές. Το ουσιώδες δεν είναι να αποφασίσουμε αν η μαρτυρία αποκαθιστά με ακρίβεια κάθε γραμμή. Είναι ότι μας αλλάζει στάση απέναντι στο ίχνος. Ο Αναστάσιος το βλέπει όρθιος και το ονομάζει φθορά· για να φανεί ως χάρτης, έπρεπε κανείς να χαμηλώσει ή σχεδόν να ξαπλώσει κάτω από το θρανίο. Το αρχείο μιλά, λοιπόν, διαφορετικά ανάλογα με τη σωματική και κοινωνική θέση του αναγνώστη. Η ερμηνεία δεν είναι απλώς ανάγνωση περισσότερων δεδομένων· είναι μετακίνηση του βλέμματος.
Ιδιαίτερα γόνιμη είναι η αντιμετώπιση της διοικητικής γλώσσας ως τεκμηρίου πειθαρχίας. Εκφράσεις όπως «δεν επεβλήθη ποινή», «έθεσα τον χάρακα» ή «τον άφησα να ακουσθή» δεν απορρίπτονται ως ψεύδη. Αναλύονται ως γραμματικές μετατοπίσεις: η πράξη μικραίνει, το χέρι απομακρύνεται, το αντικείμενο και ο ήχος αποκτούν σχεδόν δική τους δράση. Η καταγραφή μπορεί να είναι πραγματολογικά ακριβής και συγχρόνως να κατανέμει άνισα την ευθύνη. Αυτό είναι ένα από τα πιο ισχυρά διδάγματα του βιβλίου για τη σημερινή ανάγνωση αρχείων πειθαρχίας: δεν αρκεί να ρωτούμε τι συνέβη. Πρέπει να ρωτούμε ποιος γίνεται υποκείμενο του ρήματος, ποιος μετατρέπεται σε αντικείμενο και ποιος εξαφανίζεται εντελώς από τη σύνταξη.
Η ηθική εγκράτεια του έργου είναι εξίσου αξιοσημείωτη. Ο συγγραφέας προστατεύει τα πρόσωπα, δηλώνει τους βαθμούς ανωνυμίας και δεν χρησιμοποιεί τη συναίνεση των εν ζωή μαρτύρων ως απόδειξη ότι κάθε λεπτομέρεια είναι αδιαμφισβήτητη. Κυρίως, αποφεύγει να μετατρέψει τον φόβο και τη σωματική τιμωρία σε θέαμα. Δεν αθωώνει μια πρακτική επειδή δεν άφησε ορατό τραύμα, αλλά ούτε χρησιμοποιεί το παιδικό σώμα για να εντείνει τη δραματικότητα. Επιτρέπει στην ευγνωμοσύνη και στον φόβο, στη βοήθεια και στην επιβολή, να συνυπάρχουν χωρίς συμψηφισμό. Αυτή η άρνηση της εύκολης ετυμηγορίας δεν είναι ουδετερότητα· είναι σεβασμός στην πολυπλοκότητα της μαρτυρίας.
Η μορφή του βιβλίου υπηρετεί με συνέπεια αυτή την πρόθεση. Η επαναλαμβανόμενη ακολουθία αντικειμένου, εγγραφής, κοντινής ανάγνωσης, «Αντίφωνου» και μικρής ανυπακοής μιμείται την τάση του Αναστασίου να οργανώνει και να ταξινομεί. Υπάρχει, ομολογουμένως, ένας κίνδυνος: ένα βιβλίο για την πειθαρχία μπορεί να πειθαρχήσει υπερβολικά το ίδιο του το υλικό και να οδηγήσει κάθε τεκμήριο στην ίδια ηθική κατάληξη. Το έργο αναγνωρίζει ρητά αυτόν τον κίνδυνο και τον αποτρέπει διατηρώντας περιστατικά που δεν βολεύουν την κεντρική ερμηνεία: στιγμές γνήσιας φροντίδας, κανόνες που προστατεύουν αδύναμους μαθητές, σιωπές που καλύπτουν και τον ισχυρό. Η αυτογνωσία της σύνθεσης είναι από τις μεγάλες αρετές της.
Η σημασία του βιβλίου υπερβαίνει, τελικά, τη συγκεκριμένη δεκαετία. Σήμερα τα σχολικά συστήματα διαθέτουν ακριβέστερα και πληρέστερα μέσα καταγραφής· ακριβώς γι’ αυτό ο κίνδυνος που αναδεικνύει το έργο γίνεται οξύτερος. Ένα σύστημα μπορεί να θυμάται άψογα την απουσία, τον βαθμό ή τη σημείωση συμπεριφοράς και να έχει ξεχάσει τη διαδρομή από την οποία γεννήθηκαν. Η απάντηση δεν είναι να εγκαταλειφθούν η μέτρηση και το αρχείο, αλλά να συνοδεύονται από μια «δεύτερη γραμμή»: τη συνθήκη, τη διαδρομή και το όριο της ερμηνείας. Η υπεύθυνη εξουσία δεν παραιτείται από την απόφαση· δηλώνει τον σκοπό, τη διάρκεια και την αναλογία της, αφήνει ίχνος και αντέχει την ερώτηση.
Ο Χάρακας και ο Άνεμος είναι, συνεπώς, ένα εξαιρετικά ώριμο βιβλίο για τη μαρτυρία. Δείχνει ότι ένα αρχείο μπορεί να εξακολουθεί να μιλά ακόμη και όταν το μεγαλύτερο μέρος του δεν σώζεται — όχι επειδή η απουσία επιτρέπει στη φαντασία να γίνει βεβαιότητα, αλλά επειδή υποχρεώνει την ερμηνεία να γίνει πιο υπεύθυνη. Όσα απέμειναν είναι όσα ένας εκπαιδευτικός έκρινε άξια καταγραφής, όσα μια οικογένεια μπόρεσε να φυλάξει και όσα μια έρευνα πρόλαβε να μεταγράψει. Η απουσία δεν αποδεικνύει συγκεκριμένα γεγονότα· αποκαλύπτει όμως την εξουσία του αρχείου να κάνει ορισμένες ζωές ευανάγνωστες και άλλες σχεδόν αόρατες.
Γι’ αυτό και η τελική, ελαφρώς ανοιχτή σελίδα είναι κάτι περισσότερο από ωραία λογοτεχνική εικόνα. Συνοψίζει μια ολόκληρη δεοντολογία ανάγνωσης. Το αρχείο δεν πρέπει να κλείνει σαν τελεσίδικη απόφαση, αλλά να αφήνει χώρο για όσα καταγράφηκαν, για όσα αμφισβητήθηκαν και για όσα δεν πρόλαβαν να σωθούν. Ο άνεμος του τίτλου δεν ακυρώνει τον χάρακα· εμποδίζει μόνο τη γραμμή του να θεωρήσει ότι αποτελεί ολόκληρο τον ορίζοντα. Και το βιβλίο κατορθώνει ακριβώς αυτό: να κάνει την απώλεια όχι σιωπή, αλλά υπεύθυνη μορφή ακρόασης.

