Βασιλεία Σφήκα | Ήταν μόνο μια ιδέα 

© Robert Adams

Μου αρέσει όταν έχει ήλιο και είμαστε έξω. Κάνουμε κούνια στον κήπο και σε ζηλεύω που φτάνεις τόσο ψηλά. Παίζουμε κρυφτό στην πίσω αυλή και πάντα χάνω από εσένα. Καθόμαστε στα σκαλοπάτια, εσύ κοιτάζεις τη μαμά που κεντάει κι εγώ παίζω με τις γάτες – κι ύστερα θυμάμαι ότι μαλώνεις μαζί τους κι εγώ πρέπει να τις διώξω για να μην έρθουν κοντά σου.  Όταν βρέχει κλεινόμαστε στο σπίτι. Εσύ δεν κρυώνεις αλλά εγώ αρρωσταίνω εύκολα κι η μαμά, μου φωνάζει. Στην άκρη στο κτήμα, είναι το πηγάδι. Εκεί δεν παίζουμε ποτέ. Ο μπαμπάς έχει καρφώσει ξύλα και δεν μπορούμε πια να δούμε το νερό. Γύρω από το πηγάδι έχει παντού χόρτα και δεν τα κουρεύει. Μια φορά πήγα κοντά και φύσηξε αέρας πολύ δυνατός και τα χόρτα μου έσκισαν τα πόδια κι έτρεχαν αίματα και φοβήθηκα πολύ και δεν ξαναπήγα. Φυτρώνουν μόνα τους κάτι άσπρα λουλουδάκια και μόνο η μαμά πηγαίνει και τα ποτίζει. Κι όταν κάθεται στο χώμα, ποτέ δε φυσάει. Και κάθεσαι κι εσύ δίπλα της και ξαπλώνεις το κεφάλι σου στα πόδια της και δε μιλάτε, μόνο κοιτάζετε τα λουλουδάκια κι εσύ ακουμπάς το χέρι σου πάνω στο δικό της. Την τελευταία μας μέρα του καλοκαιριού στο εξοχικό, βρέχει. Το πρωί, ζωγραφίζουμε στο σαλόνι. Από το μεγάλο παράθυρο βλέπουμε τον κήπο. Εγώ ζωγραφίζω μια μαύρη γάτα που βρίσκει καταφύγιο κάτω από τη μουριά. Εσύ μουντζουρώνεις τα χαρτιά. Στεναχωριέμαι που τελειώνουν οι διακοπές. Θέλω να μείνω εδώ για πάντα, να παίζω στον κήπο. Σου δείχνω τη ζωγραφιά μου και κατσουφιάζεις. Όταν μπαίνει στο δωμάτιο η μαμά να πει ότι το μεσημεριανό είναι έτοιμο τρέχεις αμέσως πίσω της, πριν μου δείξεις τη δική σου. Το απόγευμα παίζουμε στο δωμάτιο μου. Καθόμαστε στα μαξιλάρια στο πάτωμα κι η καθεμιά παίρνει τον ρόλο της: εσύ βάζεις την ιδέα κι εγώ στήνω τις κούκλες. Σήμερα παίζουμε την χαρούμενη οικογένεια κι έχει σπάσει ένας σωλήνας στο σπίτι. Χρειαζόμαστε υδραυλικό από την πόλη κι έρχεται με το ασθενοφόρο, για να φτάσει γρήγορα και να μην πλημμυρίσει το σπίτι μας. Δεν είμαι σίγουρη ότι γίνεται αυτό στην πραγματικότητα, αλλά δε στο λέω γιατί θα νευριάσεις και δε θα με παίζεις. Έχουμε βάλει πετσέτες στο πάτωμα και το περιμένουμε με αγωνία. Πάντα αργεί το ασθενοφόρο, το ξέρω. Την ώρα που φτάνει, φωνάζει η μαμά για το βραδινό και τρέχουμε στην τραπεζαρία. Δε σου αρέσει το φαγητό. Χαζεύεις τον μπαμπά που στρίβει το τσιγάρο του. Τρώω λαίμαργα κι η μαμά με μαλώνει – θέλω να τελειώσω γρήγορα για να συνεχίσουμε το παιχνίδι μας. Βοηθάω τη μαμά να μαζέψει τα πιάτα κι εσύ κάθεσαι μαζί της στην κουζίνα όσο τα πλένει. Ανεβαίνω δυο δυο τα σκαλιά. Μαζεύω τα παιχνίδια και στρώνω τα σκεπάσματα όσο σε περιμένω. Φωνάζουμε ‘’καληνύχτα!’’ στη μαμά και τον μπαμπά που βλέπουν τηλεόραση στο σαλόνι και σβήνω το φως. Χωνόμαστε κάτω από τα σκεπάσματα. Στεναχωριέμαι που τελειώνουν οι διακοπές. Δε θέλω να γυρίσω στο σχολείο. Δε θέλω να είμαι κλεισμένη στο διαμέρισμα στην πόλη. Θέλω να μείνω εδώ, να παίζουμε κουτσό στα πλακάκια. Κι όταν κάνει κρύο να καθόμαστε στο πάτωμα και να φτιάχνουμε ιστορίες. Τα βλέφαρα μου κλείνουν. Μου λες να μείνω μαζί σου. Στο υπόσχομαι. Έχει λιακάδα. Τα πάντα είναι τακτοποιημένα στο αυτοκίνητο. Το σπίτι κλείνει για τον χειμώνα. Ο μπαμπάς βάζει μπροστά και ξεκινάμε. Βγαίνουμε από το χωριό και φτάνουμε στον χωματόδρομο, πριν τη γέφυρα που χωρίζει το εξοχικό μας από τον υπόλοιπο κόσμο. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο, κοιτάζω τα γόνατα μου, δε θέλω να καταλάβεις ότι φοβάμαι. Σφίγγω τις γροθιές μου στο κάθισμα και κλείνω τα μάτια. Το αυτοκίνητο φεύγει προς τα αριστερά, μετά πάει δεξιά, κάνει διαγώνιες χαρακιές στο δρόμο, χτυπάω τα χέρια μου, χτυπάω την πλάτη μου, το αυτοκίνητο αναποδογυρίζει, σφίγγω τα μάτια μου πιο πολύ, δεν ακούω τον μπαμπά, η μαμά ουρλιάζει. Ησυχία. Ανοίγω αργά τα μάτια μου. Βλέπω θολά. Είμαι ανάποδα. Κοίτα, σχεδόν πατάω τον ουρανό. Δεν ακούω τίποτα. Ψάχνω εσένα.  Βλέπω τη μαμά. Με κοιτάζει με ένα μάτι. Δεν ανοιγοκλείνει το βλέφαρο. Τα ξανθά της μαλλιά είναι αχτένιστα.  Το τζάμι είναι σπασμένο. Σε ψάχνω. Το χέρι του μπαμπά πεσμένο στο πλάι. Σε βλέπω. Είσαι έξω, στον δρόμο, στην ανάποδη άσφαλτο και περιμένεις ξανά το ασθενοφόρο. Θέλω να έρθεις δίπλα μου. Ακούω τη σειρήνα. Πρέπει να αργήσει. Γιατί βιάζεται τώρα; Με βγάζει από το αμάξι και με ξαπλώνει στην άσφαλτο. Φοράει μπλε και μου μιλάει τρυφερά. Σκέφτομαι ότι αυτός σίγουρα θα ξέρει. Ρωτάω, ‘’τα ασθενοφόρα μπορούν να μεταφέρουν υδραυλικούς όταν είναι ανάγκη;’’ Μου φοράει μια διάφανη μάσκα στο πρόσωπο και μου ζητάει να μείνω μαζί του. Δεν καταλαβαίνω. Εγώ θέλω να μείνω μαζί σου. Είμαι μέσα στο ασθενοφόρο και σε περιμένω. Οι πόρτες κλείνουν κι εσύ δεν έρχεσαι. Από τα τζάμια, βλέπω τους γονείς μου. Οι γονείς μου και δίπλα τους εσύ. Δε βλέπω τα πρόσωπα σας, βλέπω τα χέρια σας. Το ασθενοφόρο ξεκινάει, η σειρήνα ουρλιάζει κι εσείς περπατάτε, χέρι-χέρι, βαδίζετε στο δρόμο για το εξοχικό μας σπίτι. Ο ήλιος φωτίζει από μέσα σας. Είμαι ολομόναχη και πηγαίνω στην πόλη.

 


Η Βασιλεία Σφήκα μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και ζει μόνιμα στην Αθήνα όπου και εργάζεται στον τομέα του τουρισμού. Ξεκίνησε να γράφει για όσα ήθελε να ζήσει. Συνέχισε να γράφει για να κρατήσει τις μνήμες ζωντανές.  Είναι ο καλύτερος της εαυτός όταν έχει συννεφιά και λατρεύει τα ταξίδια, τη θάλασσα και τις γάτες.