Απόστολος Θηβαίος | Μικρή κάμαρη

© Brian Duffy

Και εμείς να εκπληρωνόμαστε
στο ίδιο φόντο του κόσμου,
σαν τίτλοι σκοτεινοί”
Ράινερ Μαρία Ρίλκε

 

 

να χρησιμοποιείς ελεύθερα
και με τη βούλησή σου
τα βασικά μοτίβα

 

Ο κανόνας

[…Για να γνωρίσει κανείς τους ανθρώπους θα πρέπει να τους απομονώσει. Να τους δει μες στη ζωή τους πώς πεθαίνουν και πώς ζουν, να νιώσει την τρομερή τους ένταση όταν αγαπούν και όταν πληγώνονται. Να τους αντικρίσει όταν σπάνε και όταν τσακίζουν και όταν η οργή τους τυφλώνει το βλέμμα. Για να γνωρίσει κανείς τους ανθρώπους θα πρέπει να προσπαθήσει να τους αγαπήσει, ακόμη και όταν οι πράξεις τους μοιάζουν απάνθρωπες και σκοτεινές. ..]

Και η ιστορία

Ω, η ζωή της σε ολόχρυσο φόντο ήταν κεντημένη. Μέχρι που ‘ρθε εκείνη, με τα είκοσι αστραφτερά της χρόνια, με ήχους μουσικούς, με την ομορφιά της, ίδια μ’αρχαίου φεγγαριού. Τότε ήταν που όλα γκρεμίστηκαν. Θα ‘ταν στην τελευταία γιορτή του καλοκαιριού που ήρθε να τους μιλήσει στο τραπέζι. Εκείνη ήταν αφρόντιστη, με το πρόσωπό της σημαδεμένο, με τα χέρια της όλο πληγές. Το φουστάνι της το ‘χαν σαρώσει τα χρόνια. Ενώ εκείνη, με το ωραίο της φόρεμα, με τους λεπτούς της τρόπους, με το ωραίο της χεράκι, διακοσμημένο με βραχιόλια και αμέθυστους, ω τι πλάσμα που ήταν εκείνο. Θα έλεγε κανείς πως είχε δραπετεύσει από κανέναν πίνακα λαϊκού ζωγράφου ή πρόκειται για μια πριγκίπισσα του δεκάτου τετάρτου αιώνος, ντυμένη τα λαϊκά της εποχής μας. 

Την αγάπησε μεμιάς. Το ‘δε στα μάτια του, στο φέρσιμό του, στις ματιές που αντάλλαζαν όλη νύχτα. Και άμα χορέψανε οι δυο τους βεβαιώθηκε πως ήταν έρωτας εκείνο που ‘χε γεννηθεί ανάμεσά τους. Ενώ η δική της αγάπη, πολυκαιρισμένη πια, σαν ρούχο τριμμένο, τι ταπεινή αγάπη που ‘ταν, ξεφτισμένη. Και ας είναι πλατιά, όλο αφοσίωση, τη βαραίνουν τα χρόνια και τα κρίματα. Ένα νησί είναι σε άγνωστο πέλαγο. Και μήτε ένα καραβάκι δεν θα φτάσει εκεί, μήτε ένα πλεούμενο δεν θα δέσει στο λιμάνι της αγάπης τους, ώσπου αυτή να πεθάνει. 

Άμα πέρασαν οι μέρες ξεχάστηκε, τι λάθος. Μέχρι που ‘ρθαν να της τα πούνε οι άλλες, οι “γειτόνισσες” που γνωρίζουν εκ παρατηρήσεως  καθημερινής και εξαντλητικής τα πάρε δώσε του καθενός σε τούτο εδώ το δρόμο. “Άκουσε κορίτσι μου, εμάς δεν μας πέφτει λόγος, μα πάει πολύ να σε ξεφτελίζει με τούτο τον τρόπο. Κοίτα να μαζέψεις τον άνδρα σου γιατί πάει τον έχασες”.

Τις ευχαρίστησε, μαγείρεψε, τέλειωσε τις δουλειές της και έβαλε να παίζει το ραδιόφωνο. Τα μαλλιά της φρόντισε και έβαψε με το σπίρτο τα φρύδια της. Τι ωραίο που ήταν το βράδυ εκείνο, τι μακριά που ηχούσε ακόμη η καταιγίδα, τι μακριά. Αργά τη νύχτα ήρθε εκείνος, την περιεργάστηκε και ύστερα έβαλε τα γέλια. Βαρκούλα ήταν και την τσάκισε, βαρκούλα ήταν και την έριξε στο τίποτε και το πουθενά. Το πρωί της είπε να φύγει, της εξήγησε πως η καρδιά του άνηκε αλλού, της βεβαίωνε πως εκείνη θα ‘ταν για πάντα η μητέρα των παιδιών του, ένα πρόσωπο μεγάλης σπουδαιότητας. Μα ο έρωτας που σπαράζει τις καρδιές είχε βάλει σημάδι τη δική του. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. 

Του ‘πε, “αύριο θα φύγω”. Τακτοποίησε τα ρούχα της, χρόνια είχε να γυρέψει την παλιά της τη βαλίτσα με τις αγκράφες. Τη βρήκε τσαλακωμένη, κάτω από τα απομεινάρια της κοινής τους ζωής. Νυφούλα την πήρε στα χέρια της και πήγε να αρχίσει τη ζωή της. Και να ‘την τώρα, που παίρνει το δρόμο πίσω. 

Μα εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σαν να αγρίεψε η καρδιά της. Εσήμανε η ώρα η κοινή, μια άγρια μοναξιά φύσηξε μες στο σπίτι. Και ήρθε και θέριεψε ο νους της, κάηκε η καρδιά της, κάηκε. Και ακούστηκε μες στην καρδιά της πλατιά η φωνή του χαμού. Κίνησε, μπήκε μες στην κάμαρη των παιδιών, δεν έκανε θόρυβο, τίποτε δεν είπε. 

Τ’άλλο πρωί εκείνος χτυπιότανε κάτω στο δρόμο. “Θα την εσφάξω, αφήστε με! Παιδιά μου!” φώναζε και εκείνης τα μάτια είχαν γυρίσει, σαν φεγγάρια κόκκινα όλο θύελλες. Τίποτε δεν του’πε που την παίρνανε οι αρχές. Μόνο με ένα άγριο γέλιο, ήχο φιδιού ξεμάκρυνε και άφηνε πίσω της μόνο θάνατο. 

Πέρασαν μέρες. Δεν είπε τίποτε που την ρωτήσανε γιατί να προβεί σε μια τέτοια πράξη. Την άκουσαν βράδια μετά που έκλαιγε. Είχε δει λέει τα δυο παιδιά της μες στην μικρή κάμαρη, καθισμένα στο τραπέζι αντικριστά. Είχαν χαθεί μες στα βιβλία τους, κάπως απρόθυμα και λυπημένα. Τους μιλούσε, μα εκείνα δεν άκουγαν τίποτε. Είχαν χαθεί πέρα μακριά, είχαν χαθεί μες στο πλατύ των ονείρων τους το δάσος.

Στις εφημερίδες την καταδίκασαν και έπειτα κανείς δεν ξανάπε τίποτε για εκείνη. Το σπίτι ρήμαξε, κανείς δεν ξανάζησε εκεί μέσα. Τώρα μόνον η ανάσα της μνήμης και των πραγμάτων που πέθαναν μαζί με αυτήν την ιστορία. Τώρα, μόνο το σκοτεινότατο βάθος, αυτό μόνο.

Απόστολος Θηβαίος