
Σελίδες: 150
Σχήμα: 20,5×13
ΙΣΟΝ : 9789605373627
Στο Genitorax το γυναικείο σώμα αποκτά γεωμετρία μέσω του ρόμβου όπου γίνεται ταυτόχρονα σχήμα της σάρκας, της γενεαλογίας και της γυναικείας καταγωγής. Όσα έχουν συμβεί στη ζωή της ηρωίδας επιστρέφουν ως σωματική εμπειρία στη στάση του σώματος, στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή, στην αφή, στην επανάληψη μιας χειρονομίας. Κυρίως, όμως, επιστρέφουν μέσα από το σώμα των γυναικών που προηγήθηκαν.
Η αφηγήτρια κοιτάζει επίμονα προς τα πίσω. Προς τη μητέρα, προς τη γιαγιά, προς το πατρικό σπίτι, προς τα αντικείμενα που επέζησαν των ανθρώπων. Η επιστροφή αυτή κρύβει ένα πολύ βαθύτερο ερώτημα. Πόσο από αυτό που είμαι είναι δικό μου και πόσο μου παραδόθηκε πριν ακόμη αποκτήσω τη δυνατότητα να επιλέξω;
Το ερώτημα αφορά τον χαρακτήρα, τον φόβο, τον τρόπο με τον οποίο αγαπά, αλλά πρωτίστως αφορά το σώμα. Και εδώ εμφανίζεται ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα μοτίβα του βιβλίου, γύρω από το οποίο οργάνωσα την προσέγγισή μου. Ο ρόμβος.
Η αφηγήτρια αναγνωρίζει πάνω της τις γυναίκες της καταγωγής της. Έχει κληρονομήσει το σχήμα τους, τα «ευαίσθητα οστά», τις ορμονικές τους προδιαθέσεις, τις τάσεις τους, το στήθος, τη λεπτή μέση, τα λακκάκια της Αφροδίτης. Κάποια στιγμή η περιγραφή σχεδόν γεωμετρεί το γυναικείο σώμα, η ίδια γραμμή σχηματίζει τη μέση και τους γοφούς.
Και, αν ακολουθήσουμε τη γραμμή του σώματος χαμηλότερα, το σχήμα αποκτά ακόμη μία, εντονότερη σημασία. Η στενή μέση ανοίγει προς τους γοφούς και τη λεκάνη και συγκλίνει νοητά προς την ηβική περιοχή. Έτσι ο ρόμβος πέρα από τη γυναικεία σιλουέτα, μπορεί να ιδωθεί και ως υπαινικτική σχηματοποίηση του ίδιου του γενετήσιου σώματος. Το σημείο της καταγωγής βρίσκεται, κυριολεκτικά και συμβολικά, μέσα στη γεωμετρία που περιγράφεται.
Η γυναίκα φέρει επάνω της το σχήμα της γυναίκας από την οποία προήλθε. Και εκείνη έφερε προηγουμένως το σχήμα μιας άλλης. Γιαγιά, μητέρα, κόρη όχι τρία ανεξάρτητα σώματα, αλλά μια ακολουθία σωμάτων που επαναλαμβάνουν παραλλαγμένη την ίδια γραμμή.
Σαν ρόμβοι ο ένας μέσα στον άλλον.
Αυτή ακριβώς η εικόνα μάς επιτρέπει να δούμε διαφορετικά ολόκληρο το βιβλίο. Κληρονομούνται οστά, δέρμα, στήθη, μέση, γοφοί, ορμονικές προδιαθέσεις. Η οικογενειακή ιστορία αποκτά ανατομία. Και μαζί με την ομορφιά κληρονομείται κάτι πολύ πιο σκοτεινό. Ο φόβος.
Η αφηγήτρια, αφού αναγνωρίσει επάνω της όλα όσα πήρε από τις γυναίκες που προηγήθηκαν, φτάνει τελικά σε αυτό που θεωρεί το ασφαλέστερο κληροδότημά τους, τον φόβο. Ξεκινά από τα οστά και τις καμπύλες και καταλήγει στην ψυχή. Σαν να μας λέει ότι ο φόβος είναι κι αυτός ανατομικός. Ότι μπορεί να μεταβιβάζεται σχεδόν όπως το σχήμα των γοφών.
Έτσι το γυναικείο σώμα γίνεται αρχείο. Ένα αρχείο που περιέχει την ιστορία της θηλυκότητας, αλλά και την ιστορία των απαγορεύσεών της.
Η μητέρα της αφηγήτριας είναι μια γυναίκα του «πρέπει». Εργάζεται, φροντίζει, οργανώνει, ράβει, καθαρίζει, επιβλέπει, υπηρετεί ένα αυστηρό σύστημα τάξης. Ακόμη και η ραπτική της οργανώνεται με ακρίβεια. Πατρόν, μέτρα, καρφίτσες, κλωστές, κουμπιά, υφάσματα. Τίποτε στην τύχη. Έλεγχος και πειθαρχία.
Απέναντί της, η κόρη επιχειρεί να συγκροτήσει μια διαφορετική γυναικεία ταυτότητα. Και γι’ αυτό έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον ότι αργότερα κάθεται και η ίδια στη ραπτομηχανή. Είναι σχεδόν μια μεταφορά ολόκληρου του βιβλίου. Η κόρη έχει κληρονομήσει το πατρόν, αλλά τώρα πρέπει να αποφασίσει τι θα ράψει με αυτό. Το ύφασμα κόβεται, ενώνεται, ξηλώνεται και ξαναράβεται.
Η Θέδα δεν υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος μπορεί απλώς να αποτινάξει ό,τι κληρονόμησε. Το αντίθετο. Οι γραμμές υπάρχουν ήδη. Το σώμα έχει ήδη σχηματιστεί. Το παρελθόν έχει ήδη συμβεί.
Το ερώτημα είναι τι θα κάνεις με το πατρόν που σου δόθηκε.
Και ακριβώς γι’ αυτό η σεξουαλικότητα καταλαμβάνει τόσο μεγάλο χώρο στην αφήγηση.
Η ηρωίδα διεκδικεί την επιθυμία της με τρόπο απροκάλυπτο. Κοιτάζει, φαντασιώνεται, επιθυμεί, αγγίζει, προκαλεί, παίρνει πρωτοβουλία. Σε μια χαρακτηριστική στιγμή αντιστρέφει ρητά τους όρους της υποταγής. Δεν είναι εκείνη η υποταγμένη, αλλά ο άλλος.
Ωστόσο η σεξουαλική τόλμη δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την ελευθερία.
Και αυτό είναι ένα από τα σημεία στα οποία το βιβλίο γίνεται περισσότερο ενδιαφέρον απ’ όσο θα ήταν μια απλή αφήγηση γυναικείας χειραφέτησης. Η γυναίκα που έχει απελευθερώσει το σώμα της από ορισμένες κοινωνικές απαγορεύσεις δεν έχει αναγκαστικά απελευθερωθεί από την ανάγκη να επιβεβαιώνεται μέσω του βλέμματος του άλλου. Μπορεί να λέει «επιθυμώ» και ταυτόχρονα να φοβάται πως δεν θα την επιθυμήσουν. Μπορεί να διεκδικεί και συγχρόνως να τρέμει την εγκατάλειψη.
Το σώμα λοιπόν βρίσκεται σε μια παράξενη ενδιάμεση περιοχή. Είναι ο τόπος της εξέγερσης, αλλά και ο τόπος στον οποίο εξακολουθεί να κατοικεί ο φόβος. Και τότε ο ρόμβος αποκτά μια ακόμη διάσταση.
Ο ρόμβος είναι ένα κλειστό σχήμα. Οι γραμμές του ορίζουν ένα μέσα και ένα έξω. Έχει όμως και αιχμές. Σημεία στα οποία η γραμμή φτάνει στο άκρο της και αλλάζει κατεύθυνση. Αυτή η γεωμετρική ιδιότητα μοιάζει σχεδόν να συνοψίζει την ηρωίδα. Είναι μια γυναίκα που βρίσκεται μέσα στη γενεαλογία της και ταυτόχρονα επιχειρεί να αλλάξει την κατεύθυνσή της.
Δεν μπορεί να αρνηθεί τη μητέρα. Δεν μπορεί να αρνηθεί τη γιαγιά. Δεν μπορεί να αλλάξει τους γοφούς που της έδωσαν, τα οστά, τις προδιαθέσεις, τις μνήμες. Μπορεί όμως να προσπαθήσει να γίνει εκείνη η αιχμή στην οποία η γραμμή στρέφεται αλλού. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα σαφές στη σχέση με τους γονείς της. Η οικογένειά της είναι ένας χώρος αγάπης, αλλά και απαγορεύσεων, αντιφάσεων, ενοχών, θυμού. Η αφηγήτρια μαθαίνει από πολύ μικρή ότι η αγάπη έχει όρους. Βλέπει «τους όρους της αγάπης» να τίθενται, να συμφωνούνται και να παραβιάζονται καθημερινά. Γιατί το παιδί μαθαίνει μέσα από αυτούς τι είναι αγάπη. Και αργότερα θα προσπαθήσει να αγαπήσει χρησιμοποιώντας αυτή τη γλώσσα, ακόμη κι όταν συνειδητά την απορρίπτει.
Γι’ αυτό και οι ερωτικές σχέσεις της ηρωίδας είναι η συνέχεια της οικογένειάς της με άλλα σώματα. Ο φόβος εγκατάλειψης, η ανάγκη επιβεβαίωσης, η ταλάντευση ανάμεσα στην υποταγή και στον έλεγχο, η επιθυμία να παραδοθεί και ταυτόχρονα να μη χάσει την αυτοκυριαρχία της, όλα έχουν ήδη προϊστορία.
Το σώμα θυμάται εκεί όπου η συνείδηση ότι έχει ξεχάσει. Έτσι η επιστροφή στο πατρικό προς το τέλος αποκτά τόσο μεγάλη σημασία. Τα αντικείμενα έχουν φύγει. Το σπίτι έχει αλλάξει. Οι άνθρωποι που κάποτε το κατοικούσαν δεν βρίσκονται πια εκεί με τον ίδιο τρόπο. Αλλά οι μνήμες παραμένουν. Ώσπου βρίσκει την παλιά καρέκλα.
Και η σελίδα 146 είναι καθοριστική για την τελική ανάγνωση του βιβλίου. Η αφηγήτρια κάθεται στην καρέκλα που χρησιμοποιούσε η μητέρα της. Αγγίζει τα ξύλα της και τα αισθάνεται σαν «οστά φερμένα από το σπίτι που μεγάλωσα». Η εικόνα είναι εκπληκτική ακριβώς επειδή καταργεί το όριο ανάμεσα στο αντικείμενο και στο σώμα.
Η καρέκλα έχει οστά. Και ύστερα συμβαίνει κάτι παράξενο και τρυφερό. Η καρέκλα ζωντανεύει. Η πλάτη της γίνεται αγκαλιά, τα μπράτσα της τυλίγονται γύρω από την κόρη, το κάθισμα γίνεται λεκάνη που την κλείνει μέσα της. Σαν ένα έμβρυο.
Η ενήλικη γυναίκα επιστρέφει συμβολικά μέσα στο μητρικό σώμα. Και ακριβώς εδώ ο ρόμβος που διατρέχει το βιβλίο αποκτά το πλήρες νόημά του. Η λεκάνη, εκείνη η περιοχή του γυναικείου σώματος προς την οποία συγκλίνει η γεωμετρία της μέσης και των γοφών, εμφανίζεται τώρα ως χώρος που περιέχει. Η καρέκλα μεταμορφώνεται σε λεκάνη και η κόρη ξαναμπαίνει συμβολικά εκεί απ’ όπου κάποτε βγήκε.
Μόνο που αυτή τη φορά επιστρέφει για να μπορέσει να ξαναγεννηθεί.
Η ίδια η λέξη που ακολουθεί είναι αφοπλιστικά λιτή.
«Αναγεννιέμαι».
Αν λοιπόν στην αρχή ο ρόμβος είναι το σχήμα που κληρονομείται, εδώ γίνεται το σχήμα μέσα από το οποίο μπορεί κανείς να περάσει ξανά. Και αυτή είναι μια υπέροχη ανατροπή της μητρικής εικόνας. Σε μεγάλο μέρος του βιβλίου η μητέρα βιώνεται ως πηγή απαγόρευσης, ελέγχου, ενοχής, ακόμη και ασφυξίας. Στη σελίδα 146 όμως η μητρική λεκάνη αυτή τη φορά δέχεται.
«Με δέχεται άκριτα. Με αποδέχεται».
Αυτό είναι τεράστιο γιατί πρόκειται για την αποδοχή που η κόρη αναζητούσε σε ολόκληρο το βιβλίο, από τους γονείς, από τους εραστές, από τους άλλους, από το ίδιο της το σώμα. Τώρα η πραγματική μητέρα δεν χρειάζεται καν να βρίσκεται εκεί. Έχει πια εσωτερικευθεί.
Η κόρη μπορεί να δημιουργήσει μέσα της τη μητέρα που την αποδέχεται. Και ξαναπερνάει από τον τόπο της καταγωγής της χωρίς να ξαναγίνει αιχμάλωτή του. Αμέσως μετά όμως έρχεται κάτι ακόμη πιο όμορφο. Η αφηγήτρια θυμάται εκείνο το δείπνο, τις πρώτες λέξεις ενός έρωτα «Αν ήσουν εδώ…» και πετάγεται από την καρέκλα, τρέχει στο μπαλκόνι, κοιτάζει απέναντι. Και δεν υπάρχει κανείς.
Αυτή η λέξη, «Κανείς», κλείνει τη σελίδα σαν μικρό πένθος. Αλλά πλέον δεν είναι το ίδιο «κανείς» που θα μπορούσε να υπάρξει στην αρχή του βιβλίου. Γιατί η ηρωίδα έχει μόλις βιώσει κάτι σημαντικότερο από την παρουσία του εραστή. Έχει κατορθώσει, έστω για μια στιγμή, να γίνει η ίδια τόπος αποδοχής του εαυτού της.
Και εδώ η Θέδα ολοκληρώνει την κυκλική ή μάλλον ρομβοειδή διαδρομή της. Επιστρέφει στο ίδιο σημείο από διαφορετική γωνία.
Αυτή είναι άλλωστε η ιδιαιτερότητα του ρόμβου. Τέσσερις πλευρές μπορεί να έχουν το ίδιο μήκος χωρίς να ακολουθούν την ίδια κατεύθυνση. Η ομοιότητα δεν συνεπάγεται ταυτότητα.
Το ίδιο συμβαίνει με τις γυναίκες αυτού του βιβλίου. Η κόρη μπορεί να έχει το σώμα της μητέρας της. Η μητέρα μπορεί να έχει το σώμα της γιαγιάς.
Η ίδια λεπτή μέση, οι ίδιοι γοφοί, το ίδιο στήθος, οι ίδιες σωματικές ευαισθησίες μπορούν να επανεμφανίζονται από γενιά σε γενιά. Ακόμη και η ηβική περιοχή μπορεί, μέσα στη συμβολική γεωμετρία του κειμένου, να θεωρηθεί η κάτω αιχμή αυτού του ρόμβου. Το σημείο όπου συναντιούνται η καταγωγή, η σεξουαλικότητα και η δυνατότητα της γέννησης.
Το γυναικείο σώμα στη Θέδα είναι μνήμη, οικογενειακό αρχείο, τραύμα, ερωτικό πεδίο, μήτρα, φυλακή και δυνατότητα εξόδου από τη φυλακή ταυτόχρονα. Αυτή η πολυσημία είναι και ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του βιβλίου.
Αυτό που επίσης κάνει το βιβλίο πολύ ενδιαφέρον είναι ότι πίσω από το «θέλω» υπάρχει διαρκώς ένα «φοβάμαι». Και πίσω από το «φεύγω» υπάρχει ένα «επιστρέφω». Και πίσω από το «δεν θα γίνω σαν τη μητέρα μου» υπάρχει η τρομακτική και τρυφερή ανακάλυψη ότι το σώμα μου είναι ήδη, εν μέρει, το σώμα της.
Η ενηλικίωση επομένως συνίσταται στο να μπορέσει να την αντέξει χωρίς να συντριβεί από αυτήν. Να καθίσει στην παλιά καρέκλα. Να αγγίξει τα ξύλα που μοιάζουν με οστά. Να ξαναμπεί συμβολικά στη μητρική λεκάνη. Να δεχτεί για μια στιγμή την αγκαλιά. Και ύστερα να σηκωθεί.
Αυτό το «σηκώνομαι» μετά το «αναγεννιέμαι» είναι εξίσου σημαντικό με την αναγέννηση. Η επιστροφή στη μητέρα ολοκληρώνεται με τη νέα έξοδο.
Έτσι θα διάβαζα τελικά και τους ρόμβους της Θέδας, ως τοπογραφία της γυναικείας καταγωγής. Η πάνω και η κάτω αιχμή, η μέση που στενεύει, οι γοφοί που ανοίγουν, η λεκάνη, η ηβική περιοχή, το σώμα που επιθυμεί και το σώμα από το οποίο μπορεί να γεννηθεί ένα άλλο σώμα. Και μέσα σ’ αυτή τη γεωμετρία εγγράφονται η γιαγιά, η μητέρα και η κόρη, σώματα συγγενικά, αλλά ζωές που δεν είναι καταδικασμένες να είναι ίδιες. Κληρονομούμε το σχήμα, όχι υποχρεωτικά τη μοίρα. Η γραμμή του σώματος μπορεί να περνά από γυναίκα σε γυναίκα. Οι φόβοι επίσης. Οι ενοχές, οι απαγορεύσεις, ακόμη και οι τρόποι με τους οποίους ζητάμε αγάπη μπορεί να επαναλαμβάνονται.
Αλλά σε κάθε ρόμβο υπάρχει μια αιχμή. Ένα σημείο αλλαγής της κατεύθυνσης. Και ενηλικίωση τελικά είναι να αναγνωρίσεις πάνω σου τις γραμμές των γυναικών που προηγήθηκαν, χωρίς να θεωρήσεις ότι είσαι υποχρεωμένη να τις συνεχίσεις προς την ίδια κατεύθυνση.
Η Βίκυ Κατσαρού είναι ποιήτρια, συγγραφέας, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικά βιβλία.
