
Γράφει η Χριστίνα Ιωάννου
Η νουβέλα «Οι ανώνυμοι» του Γιώργου Πισσάνη που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ιωλκός (2025), αποτελεί τη μετάβαση του ποιητή στην πεζογραφία, μία απόπειρα που στον πυρήνα της παραμένει βαθιά ποιητική.
«Η αφή είναι η αίσθηση που χωρίζει τους ζωντανούς από τους πεθαμένους» σελ. 63
Τρεις ιστορίες που αλληλοεπηρεάζονται παρατηρούνται από έναν τέταρτο ήρωα, τον αφανή παρατηρητή, τον αφηγητή – συγγραφέα, ένα συγγραφέα με άμεση απεύθυνση στον πέμπτο ήρωα της ιστορίας, τον αναγνώστη. Στις τρεις πρώτες ιστορίες βλέπουμε τους ήρωες, νέα άτομα της γενιάς της κρίσης, να ερωτεύονται, να απογοητεύονται, να πενθούν, να προσπαθούν να εξελιχθούν σε ένα σύστημα που δεν τους χωράει κάτω από το άγρυπνο μάτι του αφηγητή – συγγραφέα που τους παρατηρεί, τους καταγράφει και σε διάφορες στιγμές τους κατευθύνει, όπως κατευθύνει κι εμάς τους αναγνώστες. Αυτή η σταθερή παρουσία και επικοινωνία του αφηγητή – συγγραφέα μέσα στο κείμενο, κάνει το βιβλίο του Γιώργου να ξεχωρίζει.
Όπως στα «Οπωροφόρα της Αθήνας» ο συγγραφέας Σωτήρης Δημητρίου, ή ο αφηγητής – συγγραφέας που επινόησε ο Δημητρίου, συμμετέχει στην εξέλιξη της ιστορίας και μπερδεύεται στα πόδια του ήρωά του, στους «ανώνυμους», ο αφηγητής – συγγραφέας μπαινοβγαίνει και αλληλεπιδρά με τους ήρωες και τον αναγνώστη και αποτελεί τη νοητή κλωστή της ιστορίας, το σημείο εκκίνησης, ανάπτυξης και τερματισμού. Αυτός ο τέταρτος ανώνυμος ήρωας του βιβλίου, ή ο τέταρτος τοίχος, χτίζεται εντός της αφήγησης ενώ χτίζει την αφήγηση, ένας ενορχηστρωτής και μαέστρος αυτής της πολυπρισματικής σύνθεσης που παρατηρούμε από διαφορετικές γωνίες κάθε φορά, σπονδυλωτά. Αν ήταν σκηνοθετική απόπειρα θα μας θύμιζε την «Πόλη του Θεού» με αλληλένδετες ιστορίες που συνδέει πάντα ένα κοινό στοιχείο, ένας παρίας, ένα περαστικός. Στους «ανώνυμους» αυτό το στοιχείο είναι ο αφανής αφηγητής – συγγραφέας που παρατηρεί την εξαΰλωση ενός νεκρού αδέσποτού σκύλου έξω από το παράθυρό του. Ο αφανής αφηγητής – συγγραφέας και ο σκύλος.
«Το σκυλί στην άκρη του δρόμου μια εβδομάδα νεκρό. Ασπρόμαυρο, τρίχωμα κατσαρό, το πόδι του, πίσω δεξιά, στραπατσαρισμένο. Πεσμένο, σιμά στο ρείθρο, σαν να κοιμάται.» σελ 80
Οι ήρωες του βιβλίου παραμένουν ανώνυμοι κατά την εξέλιξη της προσωπικής τους ιστορίας και γίνονται επώνυμοι όταν παρατηρούνται από τους ανώνυμους των άλλων ιστοριών. Όλοι στο τέλος είναι ανώνυμοι-επώνυμοι, κάνοντας τον αναγνώστη να αναρωτιέται αν και ο αφηγητής με τον συγγραφέα ταυτίζονται, αν είναι κι αυτός ένας ανώνυμος – επώνυμος. Οι αναγνώστες πάντως μεταπηδούμε μεταξύ της ανωνυμίας και της επωνυμίας μας, καθώς ο αφηγητής – συγγραφέας μας απευθύνεται σε στιγμές που παρατηρεί εμάς να τον παρατηρούμε, να παρατηρούμε την ιστορία του που εξελίσσεται μαζί με των ηρώων του.
«Αυτό βέβαια, άγνωστε αναγνώστη, δεν το λέω εγώ ούτε αποτελεί λογοτεχνικό κόλπο για να βοηθηθεί η πλοκή.» σελ. 54
Ο Γιώργος κάνει την πρώτη του απόπειρα στην πεζογραφία και η ματιά του πάνω στον επινοημένο συγγραφέα είναι ξεκάθαρη και σταδιακή μέσα στην εξέλιξη της ιστορίας, με απεύθυνση στους αναγνώστες, παιχνίδισμα με εναλλακτικές πορείες της ιστορίας και αποφασιστικότητα στο κλείσιμο του βιβλίου με τον ίδιο τον αφηγητή – συγγραφέα να κοιτάει έξω από το παράθυρο παρακολουθώντας τους ήρωες του να ζουν. Αυτός ο αφηγητής – συγγραφέας είναι επινόηση ή αντανάκλαση του πραγματικού συγγραφέα; Είναι ο επώνυμος συγγραφέας που κρύβεται πίσω από την ανωνυμία του ήρωα; Στη λογοτεχνία, στη σύνθεση του βιώματος και της φαντασίωσης, κάτι τέτοιο δεν μας αφορά. Δεν έχει νόημα να ενδώσουμε σε αυτή την ελκυστική διερώτηση και να ταυτίστουμε τον ήρωα με τον συγγραφέα, αν και η περίτεχνη φόρμα του Γιώργου σχεδόν μας το επιβάλλει.
«Το παρόν είναι το ανοιχτό βιβλίο. Το παρελθόν και το μέλλον, το κλειστό βιβλίο. Το παρελθόν είναι το αδιάβαστο βιβλίο. Το μέλλον είναι το διαβασμένο βιβλίο. Άγνωστε αναγνώστη, το παρόν είναι αυτές οι γραμμές που διαβάζεις και αύριο θα έχεις ξεχάσει, όπως κι εγώ που τις γράφω. Γράφω για να ξεχνώ το παρόν.
Σήμερα πέθανε το σκυλί. Μπορεί και χθες, δεν ξέρω, σαν τη μάνα στον Ξένο. Το ζήτημα είναι ότι το σκυλί βρίσκεται νεκρό και πεταμένο στην άκρη του δρόμου. Κανείς δε σταμάτησε την πορεία του, κανείς δεν σκέφτηκε να το θάψει, κανείς δεν το έψαξε. Ούτε κι εγώ.» σελ. 85
Μέσα στο συστηματικό σπάσιμο του τέταρτου τοίχου οφείλουμε να αντισταθούμε σε πιθανές ερμηνείες. Ο αφηγητής – συγγραφέας αγωνιά και προβληματίζεται για τις ερμηνείες στις οποίες μπορεί να οδηγηθούν οι αναγνώστες και μας καθοδηγεί στη δική του κατεύθυνση, σε αυτή που ορίζει ο δημιουργός. Άλλωστε δικοί του είναι και οι ήρωες και η ιστορία. Του Γιώργου ή του αφηγητή – συγγραφέα; Στη μυθοπλασία αυτό δεν μας αφορά.
Μας αφορά, όμως, αυτός ο αφηγηματικός εγκιβωτισμός κατά τον οποίο ο πραγματικός συγγραφέας δημιουργεί έναν αφηγητή-συγγραφέα που γράφει για τους ήρωες του, που ζουν, φαντασιώνονται και παρατηρούν οι ίδιοι τα αντικείμενα των επιθυμιών τους, σε ένα οριζόντιο πεδίο κίνησης στους δρόμους της πόλης. Ο συγγραφέας παρατηρεί τον συγγραφέα, που παρατηρεί έναν χαρακτήρα να παρατηρεί μια κοπέλα. Ένας κομμωτής που παρατηρείται από τον συγγραφέα, παρατηρεί μια κοπέλα σκεπτόμενη το πένθος του πατέρα της, ενώ η βαφή τής ποτίζει τα μαλλιά. Η συγγραφή απαιτεί την παρατήρηση. Ο Γιώργος παίζει σε αυτή την πολυπρισματική διάσταση και δημιουργεί έναν αφηγητή που εμπεριέχει τις αγωνίες του κάθε συγγραφέα που αιωρείται ανάμεσα στη σιγουριά του λεχθέντος και την αβεβαιότητα της ακρίβειας κατά τη μεταφορά αυτού. Βλέπουμε την αγωνία του συγγραφέα να κλείσει μια ιστορία σημαντική, που όπως η ίδια η ζωή ενέχει αβεβαιότητα για το μέλλον. Τον βλέπουμε να πορεύεται μη γνωρίζοντας και ο ίδιος που τον πάει η ιστορία. Νιώθουμε την αγωνία του επιλεγμένου τέλους. Του νοήματος. Του διακυβεύματος. Ο Γιώργος μας παίρνει μαζί του ως θεατές και ως γραφιάδες.
«Τώρα γιατί τα γράφω όλ’ αυτά; Άραγε είναι σωστό ο συγγραφέας να μοιράζεται τις πρακτικές του σκέψεις; Δεν ξέρω. Ίσως πάλι τα γράφω διότι δεν είμαι σε θέση να γράψω έναν αρμόζοντα επίλογο, να κλείσω το βιβλίο με ένα συνταρακτικό κεφάλαιο, μιαν αποκάλυψη.» σελ. 87
Το ύφος της γραφής του Γιώργου πέρα από ποιητικό σε διάφορα σημεία είναι ευθύ και σύγχρονο χωρίς περιττές περιγραφές. Η γραφή του λικνίζεται στον ρυθμό της εποχής μας. Η νουβέλα αυτή, όπως και η ζωή σήμερα, κρατάει ζωντανή την ψευδαίσθηση μέσα από το συστηματικό σπάσιμο της. Μας ταιριάζει αυτό. Μπλέκει την πραγματικότητα μέσα στη φαντασία.
Ούσα παράλληλα συγγραφέας και αναγνώστρια με βρίσκω και στις δύο πλευρές. Ταυτίζομαι με την αγωνία που έχει ο συγγραφέας για τη διακριτική απόκρυψή του κατά την ηχηρή αποκάλυψή του. Αγγίζω τα θολά όρια ανάμεσα στο συγγραφέα ήρωα της ιστορίας και τον ίδιο τον συγγραφέα. Γίνομαι αναγνώστρια και υποθέτω ότι οι αυτοί οι δύο ταυτίζονται. Γίνομαι συγγραφέας και αντιλαμβάνομαι ότι αυτό είναι αδύνατο να συμβαίνει. Μπαίνω μέσα στο βιβλίο και εξερευνώντας το με εξερευνώ.
Και δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ αν αυτός ο νεκρός αδέσποτος σκύλος που κανείς δεν αναζήτησε είναι ο ανώνυμος συγγραφέας ή ένας νεκρός αδέσποτος σκύλος. Κι αν είναι ο συγγραφέας οφείλω να σημειώσω ότι είναι επώνυμος και τον αναζητήσαμε.
Για τον συγγραφέα
Ο Γιώργος Πισσάνης γεννήθηκε στον Ασπρόπυργο. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες. Έχει λάβει μέρος με διηγήματά του σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τα οποία μεταφράστηκαν στα ισπανικά και στα αγγλικά. Το 2022 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Ο ελαιοχρωματιστής από τις εκδόσεις Ιωλκός. Ήταν στη βραχεία λίστα υποψηφιοτήτων για το βραβείο «Γιάννης Βαρβέρης» έτους 2023 για πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές της Εταιρείας Συγγραφέων και στη δεκάδα υποψηφιοτήτων των Βραβείων Βιβλίου Public στην κατηγορία Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση. Οι ανώνυμοι είναι το δεύτερο βιβλίο του.
Το έργο του «Ο ελαιοχρωματιστής» ήταν υποψήφιο στην κατηγορία «Φανταστικές ποιητικές συλλογές» των Βραβείων Βιβλίου (Αναγνωστών) Public 2023 και για το Βραβείο Γιάννη Βαρβέρη 2023 της Εταιρείας Συγγραφέων.
