Απόστολος Θηβαίος | Η Δώρα στο ποδήλατο

© Fred Lyon

ιστορίες 

Για την Δώρα Σιτζάνη που “είναι ροκ” ακόμη

Η παρέα είχε μαζευτεί στου Άλκη, όπως κάθε βράδυ. Διότι ανελλιπώς οι φίλοι συναντιούνται στο μπαρ “Εκκοκκιστήριο” λίγο πιο πάνω. Σήμερα, τον δρόμο τον λένε Νίκο – Αλέξη, ίσως για τον ποιητή, ίσως πάλι δίχως λόγο. Βλέπετε, όσα κάνουν οι άνθρωποι δεν είναι πάντοτε σπουδαιά.

 Καταφέρανε να το κάνουνε στέκι και τώρα ανταλλάσσουν χαιρετισμούς και μικροποσά μέσω του Άλκη, του ιδιοκτήτη. Πάει να πει πως εδώ μέσα οι ζωές τους δεν μοιάζουν με σκοτεινούς τίτλους. Φαίνεται πως ο Άλκης αγαπάει κάθε έναν από αυτούς τους παλιόφιλους. Τους γνώρισε πριν από δεκαετίες και τώρα γερνούν όλοι μαζί στο φόντο του παρωχημένου ντεκόρ. Κάποιοι από αυτούς γίνανε πατεράδες, άλλοι ταξίδεψαν και κάποιοι λίγοι το έριξαν στην επιστήμη και την αναγνώριση. Δεν ξανάκουσε ποτέ για αυτούς.

Όλοι έχουν φθάσει, εκτός του Μιχάλη. Είναι αυτός που καθυστερεί παίρνοντας αλλιώτικους δρόμους, έτσι για το κέφι του. Ποτέ δεν φτάνει στην ώρα του και δεν είναι λίγες οι φορές που τελικά τράβηξε έναν άλλο δρόμο, ολότελα προσωπικό. Και δεν εμφανίστηκε ποτέ στου Άλκη. Όλοι ξέρουν τη συνήθειά του αυτή. Η Μπεά πάντα λέει, “το φέρσιμό του δεν μου κάνει καμιά εντύπωση, μοιάζει το ίδιο παλιό με το φεγγάρι”. Έτσι λέει η Μπεά που κατά βάθος τον αγαπάει περισσότερο τώρα που πάτησε τα τριάντα οκτώ.

Μένει στο διπλανό διαμέρισμα από τον Μιχάλη. Ξέρει πότε γυρνά και πότε φεύγει, αν είναι λυπημένος το ξέρει από τον τρόπο που κλείνει την πόρτα, από το ρυθμικό του βάδισμα. Από την ησυχία μες στη ζωή του. Απόψε από το διαμέρισμα ακούγονται τραγούδια. “Τα καράβια στο έρημο ντοκ”  δεν θα τους πάρουν ποτέ μαζί. 

Και έτσι το μόνο που απομένει δεν είναι άλλο από το χαμόγελο του Μιχάλη. “Μες στο αεράκι το εξωτικό”, δίνει την τελευταία του παράσταση. 

Για το τέλος, “που λέτε φίλοι” το θέμα παραμένει πολιτικό. Ο Μιχάλης δεν συνιστά παρά “πουλί τσακισμένο στον τοίχο”. Το γράφει η Δώρα Σιτζάνη και τόσα χρόνια μετά, κανείς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει. “Και αν είμαι ροκ, μην με φοβάσαι” σημειώνει και κλείνει μεμιάς ετούτη η ιστορία που δεν θέλησε τίποτε περισσότερο από το να θυμίσει την ξεχωριστή Δώρα Σιτζάνη που όλα τα θυμάται. Την ρημάξανε χίλια νυστέρια, μα αρκούσε εκείνο το κραταιό και το αβαθές της μουσικής για να αλλάξουν μεμιάς όλα.

Ανταπόκριση

Τηλεφωνιούνται από πρωίας μετά χαράς μεγάλης. Στην κουζίνα βράζει το μοσχαράκι, ποτισμένα τ’άνθη, ωραία που ‘ναι η ζωή, πρωτίστως άμα τη ζεις. Εφιάλτης μακρινός, μισοσβησμένος τα δάκρυα, οι βλαστήμιες, οι πόρτες που κλείνουν δυνατά, η φλέβα που παγώνει. Μόνο να τα φανταστώ μπορώ. “Καμιά δεν πέθανε, σου λέω Ρίκα μου”, “είμεθα όλες ζωντανές!”, “καλό ‘ταν το Σαββάτο, δεν μπορώ να ειπώ” και άλλα τέτοια ταξιδεύουν με τα σύρματα, όπως παλιά αφού ο κόσμος ένας είναι και δεν αλλάζει, μόνο παλιώνει και πάλι καινούριος μοιάζει με πρόσοψη προσεγμένη. Μα τα ξέφτια, οι σοβάδες που σκάνε, αυτά είναι πράγματα που φέρνει ο χρόνος, τι τα θες. 

Φαίνεται πως οι άνδρες από Πέμπτης βραδινής, ελέω Σακίρα και σία χαίρουν μακαρίου ύπνου. Ζαλίστηκαν, θύματα των λακτισμάτων της ιέρειας. Πάει να πει, στρογγυλοκάθισαν σαν αφεντάδες, μες στην καρδιά της μουσικής και απάνω στο μινόρε του τεκέ αλλάργεψαν. Σε όλα αποκρίνονται καταφατικώς και άμα σηκώνονται προς νερού τους, κατά του ημιχρόνου τον ατελέσφορο το χρόνο, τον ψευδή, τον εξόριστο του ονείρου, αντί για δυο χάντρες έχουν μες στα μάτια δυο μπαλίτσες, τόσες δα, ποδοσφαιρικές. Και όλα κυλούν ευτυχή εις τους εξώστες των πλησιεστέρων προς τον Θεόν και η τάξη η αστική, ασθμαίνουσα οπισθογράφει την επιταγή άμα τη εμφανίσει των επομένων. Καμιά φορά πάνε ντριπλάροντας ως το ψυγείο, με τη χάρη αποφεύγουν σαν τον Γκαρίντσα να πούμε, τη σιδερώστρα και τη λεκάνη με τα πλυμένα και τις άλλες τις φύσεις, τις νεκρές, τις οικιακές. Οι γυναίκες πανηγυρίζουν και μες στην κάμαρη τους κλαίνε σιωπηρά, κοιτάζοντας τις φωτογραφίες των γονιών τους.  

Εν των μεταξύ, ο λαός που γυρεύει δράμα, το απολαμβάνει απλόχερα εις δέκτες και φυλλάδας. Ο βίος του εν πολεοδομία ζεύγους, η αποκαθήλωση, η δικαίωσης παντός φτωχού πως ουδείς πλούσιος αναμάρτητος σε τούτο τον κόσμο. Με ορμητήριο τους δήμους και τις κρατικές υπηρεσίες, υπέπεσαν εις παραβίαση του νόμου κατάφορη. Και αποκόμισαν κέρδη παράφορα και τώρα διώκονται και μέσα από τα κελιά τους ανταλλάσσουν γράμματα με φλογερά τα λόγια και την καρδιά αποφασισμένη. “Θα σου χτίσω παλάτια”, λέει εκείνος, “μας πήρανε χαμπάρι” τ’αποκρίνεται εκείνη με καλλιγραφικά και την υπογραφή της. Εδώ πέφτει η ιστορία με το βάζο και το μέλι και χορηγείται παύση προς περισυλλογήν και αυτοκριτική θαρραλέα. Το μεγάλο κεφάλαιο, “ο δόλος των δολίων” ενώπιον του κοινού.

Γενικώς και αδιαλείπτως, ο κόσμος εξακολουθεί να τρέμει, εδώ έξω. Διαβάζω πως στην Γενεύη πυρπολούν αυτοκίνητα και γκρεμίζουν βιτρίνες. Ένας γκρεμός χωρίζει τα πάντα, εκεί έξω. Στάρλετ παντρεύονται σε πρώτη τηλεοπτική μετάδοση, οι σκηνές ξαναζούν την πρώτη τους αίγλη, στην Μόσχα συζητούν την τελική εαρινή έξοδο. Η οριστική λύση βρίσκεται προ των πυλών όσο οι λεγόμενες “δεξαμενές σκέψης” δεν διστάζουν να προτείνουν τη χρήση μικρών πυρηνικών όπλων. Δεν γνώριζα πως υπήρχαν μικρά και μεγάλα, αβλεψία του γράφοντος και κομπορρημοσύνη. Τέλος πάντων, αν κανείς θέλει να κυνηγήσει μετανάστες όπως κάποτε οι πλούσιοι θηρευτές βγαίνανε παγανιά στη Βοσνία, να τραβήξει κατά Μπέλφαστ, εκεί που κρίνεται και πάλι η ανθρωπιά μας. Μια πρώτη αντίδραση βεβαιώνει πως υπάρχουν αναχώματα. Μα είναι λιγοστά και το φίδι γεννά και σέρνεται, γεννά και σέρνεται.

Για το τέλος, κάτι ωραίο από τα “Κείμενα για τη μουσική” του Ράινερ Μαρία Ρίλκε σε μετάφραση, εισαγωγή και επίμετρο Μάνου Περράκη. Σε έναν από τους αφορισμούς του, ο συγγραφέας γράφει. “Στο φόντο διαδραματίζονται οι ζωές μας, σαν σκοτεινοί τίτλοι, εκεί η ένωση και ο αποχωρισμός, η παρηγοριά και το πένθος”. Εκδόσεις Περισπωμένη. Μου ταιριάζει και τ’αγαπώ ήδη. Τέλος εκπομπής.

Μουντιάλ

“Θα πάμε στον αγώνα”, του λέγανε οι φίλοι. Και οι συνάδελφοι από το γραφείο προσπαθούσαν να τον πείσουν να έρθει στο σπίτι του Αλέκου για να δουν μαζί την έναρξη της διοργάνωσης. Ο Αλέκος σε μια ύστατη προσπάθεια να τον πείσει, του χόρεψε το τραγουδάκι της διεθνούς φήμης καλλιτέχνιδας, Σακίρα. Μα δεν κατόρθωσε τίποτε, έξω από το παρατεταμένο γέλιο της Αλίκης που θα το συμπεριλάμβανε, είπε στις κορυφαίες στιγμές της εργασιακής της ζωής. 

Έφυγε νωρίτερα, προφασίστηκε μια αδιαθεσία. Πήρε τον ηλεκτρικό, κοίταξε από το παράθυρο, αναγνώρισε τη γειτονιά του. Κατέβηκε βιαστικά και πέρασε από το μεγάλο περίπτερο. Εκείνο το μικρό, κατακίτρινο, μια αντίστιξη στη γενική μελαγχολία της τσιμεντούπολης πέρασε στην ιστορία. Πάνε χρόνια που μια νύχτα ένα μεγάλο γερανοφόρο πέρασε, βούτηξε το περίπτερο, το πέρασε πάνω από το δέντρα. Τελευταία σκηνή, το περίπτερο που ξεμακραίνει πάνω στην καρότσα παίρνοντας μαζί του τα καλύτερα χρόνια, την πιο τρυφερή αθωότητα, την πιο ακηλίδωτη.

Αγόρασε μια μπάλα ποδοσφαίρου. Έστριψε στο μικρό στενό και ανακουφίστηκε σαν διέκρινε στο βάθος τον παλιό μαντρότοιχο. Είχε πέσει στη μια πλευρά του μα ακόμη στέκανε τα φανταστικά δοκάρια της παιδικής του ηλικίας, το δίχτυ, το πλήθος κρεμασμένο από τις κερκίδες ακόμη περίμενε μια περίτεχνη ενέργεια. Έβγαλε το σακάκι του, άφησε την μπάλα να γκελάρει, την έφερε κοντά του. Θυμήθηκε την αφίσα στην τσέπη διπλωμένη. Την άνοιξε και την τοποθέτησε πλάι του στο παγκάκι. Ανάμεσα στα τόσα “σε αγαπώ” και τα “ίσον” και τις καλλιγραφίες ο μικρός θεός της μπάλας έλαμψε. Και ένα κύμα από χρόνια παλιά πλημμύρισε το στενό. Τα πόδια του απέκτησαν φτερά και μια και δυο άρχισε να κάνει τις παλιές γνώριμες κινήσεις. Από κάποιο μπαλκόνι άκουσε το τρανζιστοράκι – ακόμη τραγουδούν σαν τα κουρέλια εκεί έξω τα τρανζιστοράκι, είδος υπό εξαφάνιση πια. Ο εκφωνητής περιέγραφε τον αγώνα, όπως τότε, όπως παλιά και ο πατέρας του κάπνιζε στο μπαλκόνι, όταν για μια στιγμή ανασηκώθηκε από τη θέση του μόλις ο μικρός θεός που λείπει τόσο από τη φαντασμαγορία του ποδοσφαίρου, προσπέρασε τον τερματοφύλακα και πλάσαρε στην κενή εστία. 

Κάτι βρισιές που πέσανε από πάνω τον επανέφεραν. Δεν είπε τίποτε μόνο κλώτσησε δυνατά την μπάλα του και έπειτα ακούστηκε το σπασμένο τζάμι, βλαστήμιες, ανάψανε φώτα. Ήταν η ώρα να του δίνει, με μια ικανοποίηση πρωτόγνωρη έτρεχε τώρα προς την έξοδο του στενού. Και ο μικρός του θεός του χάριζε φτερά στα πόδια και δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο που δεν θα μπορούσε να αποφύγει εκείνο το παιδί που ξανάρθε απόψε. Ο πατέρας από το μπαλκόνι, στοιχειωμένος από τα μεγάλα παιχνίδια χειροκροτεί από το μπαλκόνι την ωραία φάση.

Τώρα ξεμάκρυνε, κανείς δεν τον ακολουθεί. Η πόλη αδειανή και από όπου περνά νωθρό καλοκαίρι και οι μεραρχίες των τρανζίστορ που του κλείνουν το μάτι με κάτι ξαφνικά χιόνια, εκεί απάνω στη φάση του γκολ, καρφωμένα στα ερτζιανά τους χρόνια τώρα. Χαμογέλασε και κοίταξε το παιδί πλάι του. Σαν να μην είχε αλλάξει τίποτε, ο μικρός είπε, “το ποδόσφαιρο είναι γιορτή” και οι δεκαετίες συμφώνησαν.

Ποδηλατικό δυστύχημα

Φόρεσε επιγονατίδες και επικαλαμίδες, κράνος και προστατευτικό πλάτης. Φώτα, κλειδιά, σταυροκόπημα και μερικές συμβουλές από την τεχνητή νοημοσύνη που κάτι τέτοιες ώρες βάζει τα γέλια μαζί μας και βεβαιώνεται πως με σιγουριά, μια μέρα πολύ καιρό από τώρα, θα μας κερδίσει στα σημεία.

Ανέβηκε, πόδι στο πεντάλ, έλεγχος της κυκλοφορίας, προγραμματισμός χρονομέτρου. Μα γιατί, συλλογίστηκε και ξεμύτισε στο δρόμο. Λίγο αμήχανα στην αρχή, κινούσε νευρικά το τιμόνι, κάποιος φώναξε “πρόσεχε!” και αυτό ήταν αρκετό για να βρει την αυτοκυριαρχία του. Στο μεταξύ το χρονόμετρο έκανε τη δουλειά του. Έδωσε μια και τώρα ανηφορίζει τη λεωφόρο. Τα αυτοκίνητα είναι λιγοστά και ο ίδιος μες στην αδειανή τη νύχτα φαντάζει κάποιο παράξενο ον έτσι που αναβοσβήνουν τα φώτα του ποδηλάτου. 

Τώρα τα πάει καλύτερα, αρχίζει να αλλάζει τη γραμμή του, σκίζει τον αέρα και επιταχύνει. Περνάει εμπρός από τα κυβερνητικά κτίρια που δεν τα στόλισε κανένα ποδήλατο, αφού τώρα πια η ίδια η ζωή μας έγινε ένα τέτοιο αγωνιστικό μοντέλο, από εκείνα με τους λεπτούς τροχούς. 

Το κορίτσι πάνω στο ποδήλατο με αθλητική περιβολή χαμογελάει μέσα από τη διαφημιστική μαρκίζα. Βρίσκεται ψηλά, στην οροφή του νέου χαλύβδινου κτιρίου σε σχήμα φτερού. Περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον καθένα μας. 

 Για μια στιγμή την ερωτεύεται, συμβαίνει σαν να λέμε αυτό το “κατακέφαλα” που δεν αφήνει περιθώρια για αντιστάσεις και τα λοιπά, και τα λοιπά. Κάποιος ποιητής είπε για αυτό πως πάντα θα υπάρχει μια ανείπωτη, με το νυχτικό της να μυρίζει λουίζα και το παράθυρό της ορθάνοιχτο. 

Υπάρχει όμως το ανοιχτό φρεάτιο, το ενστικτώδες φρενάρισμα, την θρυλική, εκείνη τελευταία στιγμή, μια άτσαλη προσγείωση. Τώρα από το αντίθετο ρεύμα ο Τζόσουα, ετών σαράντα έξι, χαμογελάει με το σπασμένο του χέρι και τις γρατζουνιές. Γελάει όπως τότε που κάθε μέρα ήταν απλή και το ποδήλατο αρκούσε για να σε πάει ως την άκρη του κόσμου. Ο τραυματιοφορέας τον παρατηρεί με την άκρη του ματιού του και έπειτα βολεύεται στη θέση του, αφού τίποτε το επείγον δεν έχει η νύχτα. Μόνον αυτή εδώ την αθωότητα με το τσακισμένο της χέρι που βάλθηκε να ξαναγράψει μερικές χρυσές σελίδες παιδικής ηλικίας και το πλήρωσε με μια γενναία ποσότητα γύψου. 

Όσο για το κορίτσι, το παρατηρεί ξαπλωμένος να κάνει τις ίδιες κινήσεις. Από κοντά τα πίξελ της είναι αρκετά τσακισμένα, σχεδόν φθαρμένα.

Δίστομο

Όλες οι πόλεις έχουν μια ιστορία. Την γράφουν τα βιβλία, την λένε μυστικά τα χαλάσματα στο παλιό τους κέντρο. Συνήθως οι διαβάτες δεν δίνουν τόση σημασία σε αυτά τα πράγματα και οι πόλεις τι πικρά που πεθαίνουν, κάθε φορά από την αρχή.  Μες στη νύχτα παρακαλούν να γίνονταν λέει, άνθρωποι, να πουν την ιστορία τους. Καμιά φορά εισακούονται οι προσευχές τους. 

Τραβούσα για το μνημείο της σφαγής. Ειρηνική ως πέρα η πεδιάδα, κάτι λιγοστά φώτα, μια μαρτυρία ζωής στην πεδιάδα της Φωκίδας. Τότε την είδα, κάπου ανάμεσα στα σπίτια τα κλειστά, κορίτσι, όχι πάνω από είκοσι χρονών. Ήταν ρακένδυτη, μα διέθετε μια αρχαιοπρεπή ομορφιά, ένα είδος αριστοκρατίας που σχετιζόταν άμεσα με την αυτοτέλεια της αξιοπρέπειας. 

Την πλησίασα, μα ευθύς σκέφτηκαν πως ίσως να ‘ταν νεράιδα. Πως ίσως να μου ‘παιρνε τη φωνή. Και τότε πώς θα διάβαζα τα 223 ονόματα των σφαγιασθέντων του Διστόμου; Πώς θα πρόφερα το κάθε ένα όνομα, κρατώντας για το τέλος τη λέξη “αβάπτιστο”. Τόση ήταν η θηριωδία των Γερμανών εκείνο τον Ιούνη. Πάνε χρόνια από τότε, μα τίποτε δεν ξεχάστηκε. 

“Δεν είμαι νεράιδα, η Αμβροσσός είμαι”, είπε το κορίτσι. “Από πάνω μου διάβηκε ο Ξέρξης και αργότερα και άλλοι, και άλλοι. Δεν έχω παράπονο, ποτέ δεν με ξεχάσανε του λόγου μου. Μα αυτοί εδώ, τίποτε δεν σώθηκε δικό τους, μια άγνωστη μεραρχία. Ένας πελώριος νεκρός, άθροισμα τόσων σωμάτων, τόσων ψυχών που δραπετεύουν. Η Αμβροσσός είμαι, δεν είναι νεράιδα. Το Δίστομο είμαι, τον Ιούνη του ‘ 44”. 

Και κλάψαμε μαζί, όλο κόμπους οι φωνές μας, όλο λυγμοί. Κλάψαμε έτσι όπως το ‘πε ο Μυριβήλης, ως μέσα βαθιά στις καρδιές μας. Κανείς δεν μίλησε για αποζημιώσεις, έτσι φτηνά κανείς δεν μετρούσε τη συγκίνηση. Το μόνο που συμφωνήσαμε φεύγοντας με τα φώτα νυσταγμένα, απάνω στην κορύφωση του δειλινού, είναι πως θα πρέπει να διδάσκονται στα σχολειά τα ονόματα αυτών των θυμάτων. Σαν βροχή ποτιστική απάνω στην “τρελή μας τη ροδιά”. 

Απόστολος Θηβαίος