
I
Η οικογένεια στήθηκε γύρω από το γιορτινό τραπέζι. Ένα μικρό παιδί έλειπε, έσπασε τ’ αυγά και τιμωρήθηκε με αποχή. Δεν το ξέρει ακόμη, μα από τότε θα τρέμει στη θέα του κόκκινου. Κλείστηκε στο δωμάτιο μέχρι να ‘ρθει η μάνα να το προσκαλέσει. Συνέφαγαν με βαριεστημένη ευθυμία, ώσπου χόρτασαν σιωπή κι αποφάσισαν να πουν μια ιστορία. Δεν ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη, μιλούσε για ένα χωριό με κατοίκους κατάκοιτους, που είχαν πάντα ανάγκη κάποιον να τους υπηρετεί. Όταν κι ο τελευταίος βοηθός αποχώρησε, απόμειναν ακίνητοι να περιμένουν το τέλος. Καμιά διάσωση, κανένα θαύμα δεν συνέβη, αλλά και κανείς δεν ξέρει τι απέγιναν, αφού επισκέπτης δεν φάνηκε ποτέ.
Το μικρό παιδί στο άκουσμα της αφήγησης άρχισε να μην νιώθει τα χέρια του. Έγιναν μπλε και το πονούσαν. Οι γονείς τα έκοψαν και τα έθαψαν στον κήπο. Ίσως να ήταν ένα πρώτο σύμπτωμα, δεν ήταν να παίζεις με αυτά τα πράγματα. Μην ανησυχείς, του είπαν, δεν θα μείνεις μόνος σαν τους κατάκοιτους κατοίκους, θα έχεις εμάς να σε φροντίζουμε.
Το παιδί έσυρε όπως όπως δυο τρία παιχνίδια σε μια παλιά σχολική τσάντα και έφυγε μακριά.
II
Αφού ακολούθησαν την πομπή σιωπηλοί, κάθισαν αντικριστά να γευματίσουν το νερόβραστο. Πέραν του νερού μόνο το ξύδι επιτρεπόταν. Ξύδι, ώσπου να φτάσει η χολή μέχρι τα χείλια. Δεν είπαν λέξη, νηστεύανε τους αλληλοσπαραγμούς. Σκέφτονταν μόνο τις μισοτελειωμένες υποθέσεις τους κι αναστέναζαν κρυφά.
Μόνο σαν απόφαγαν του είπε εκείνη: “Έλα, φίλα με τώρα” και κείνος το ‘κανε γιατί ήξερε πως έτσι ήταν το σωστό. Έπειτα τον έδιωξε και κείνος πήγε να πληρωθεί τ’ απωθημένα του. Εκείνη βγήκε στο δρόμο και πήρε ν’ ανηφορίζει μα δεν αντάμωσε βάσανα στο δρόμο και επέστρεψε στη γη.
III
Τοποθέτησαν τις λαμπάδες σε ένα βάζο και κάθισαν δίχως ν’ ανάψουν άλλο φως. Διακρίνονταν καλύτερα οι φωνές στα σκοτεινά. Μιλούσαν τα νέα, τα παλιά, σαν να ήταν μια γραμμή ευθεία. Ακύμαντη συνύπαρξη, τόσο ευχάριστη στον καλεσμένο που θα τη έβγαζε φωτογραφία. Η αποτύπωση της στιγμής θα εμφάνιζε ποτήρια γεμάτα και πιάτα αδειανά, στόματα τρέμοντα και μάτια σφαλιστά. Ήταν η ώρα που οι ήχοι αρχίζουν να σπάνε ελαφρώς και η όραση αποστρέφεται τις ρωγμές.
IV
Έφαγαν και φόρεσε το ακάνθινο στεφάνι. Είχε ξεχάσει να πονά από φυσικού της και χρειαζόταν ένα αιχμηρό ερέθισμα. Περίφερε τον εαυτό της γύρω απ’ το τραπέζι σαν κάτι το αξιοθέατο. Κανείς δεν γύρισε να την κοιτάξει, ήταν η ώρα για το επιδόρπιο. Κανείς στην γλύκα δεν παρατηρεί κάποιο ομοίωμα θανάτου.
Το έσφιξε γύρω από το μέτωπό της, μήπως το αίμα ξυπνήσει μια κραυγή ή έστω τις αισθήσεις. Τρύπησε μέχρι και το πλευρό της μ’ ένα μαχαίρι της κουζίνας. Ουδέν νεότερο, παράσταση ερήμην θεατών. Μέχρι που σωριάστηκε, όσο αναίσθητη ήταν κι εξ’ αρχής και κάποιος χειροκρότησε πριν πέσει η αυλαία.
V
Σηκώθηκε και κάθισε στην άκρη του τάφου. Είδε σκαλισμένο τ’ όνομά του κι αναρίγησε. Κάποιος από τους πενθούντες είχε ξεχάσει μια χούφτα στάρι. Το πήρε, το ‘φαγε και θυμήθηκε πως ίσως τον περίμεναν. Σκέφτηκε στην αρχή να κάνει αισθητή την παρουσία του. Ύστερα, όμως, μια γεύση στο στόμα του έφερε μια μνήμη προδοσίας. Κατάλαβε πως δεν θέλει κι άλλη φορά να καταπιεί τη δύσπεπτη τροφή. Πήρε, λοιπόν, το ανάλαφρο, νέο του σαρκίο και τράβηξε κατεύθυνση μακριά απ’ το συρφετό.
Η Μίνα Μοίρου μεγάλωσε στην Αγία Άννα της Εύβοιας και μετά από μικρές περιπλανήσεις, ζει με την οικογένειά της στην Ικαρία. Είναι ψυχολόγος και Εκφραστική Θεραπεύτρια Μέσω Τεχνών, ενώ φοιτά στο ΠΜΣ Δημιουργική Γραφή του Ε.Α.Π. Εργάζεται στον χώρο της εκπαίδευσης και ειδικής αγωγής. Έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική και το θεατρικό παιχνίδι. Η δημιουργική γραφή, όπως και άλλες μορφές τέχνης, αποτελεί για εκείνη μια ανάγκη και ένα εσωτερικό θεραπευτικό ταξίδι. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.
