
Ι. Φ. Και Ε.
Η κυρία Φ. , η γνωστή θαμών των αναψυκτηρίων νήσου ταχέως αναπτυσσόμενης μετά αλογίστου δομήσεως και τα λοιπά και τα λοιπά, έχει κουραστεί πολύ με τον Άγιον Πάσχα. Όταν πια όλα έχουν τελειώσει και οι υπηρέτες μαζεύουν το ντεκόρ, βρίσκει την ευκαιρία να καλέσει την φίλη της την Ε., που είναι συμμαθήτριά της και έχουν μοιραστεί τόσα μαζί. Φυσικώς, η κυρία Ε., είναι μεγαλυτέρας ηλικίας. Όλοι είναι μεγαλύτεροι από την κυρία Φ., η αλήθεια είναι πως η τελευταία προχωρεί μες στο χρόνο αντίστροφα.
Βρίσκεται στην πισίνα, στην άκρη, πλάι στον ίσκιο του μαντρότοιχοι. Όπισθεν, συστοιχίες σουβλών μετά λίπους και αποσπασμάτων του ατυχούς αμνοεριφίου της προσδίδουν ένα κάποιο κύρος. Διότι, πείτε μου έναν, πείτε μου κάποιον που θα μπορούσε να αψηφήσει όσα τρομερά μπορεί μια σούβλα να επιφέρει. Και ύστερα σου λέει “μνημονεύεται Αθανάσιον Διάκον” μα ούτε κουβέντα για τους βραδινούς εφιάλτες, τη σύλληψη από τ’ασκέρι και τόσα άλλα, τόσα άλλα.
Η κυρία Φ., κάπως ζαλισμένη με μια έκδηλη νωθρότητα ζητά από την θεραπαινίδα της να καλέσει τον αριθμό της κυρίας Ε. Δεν χρειάζεται να πει κάτι περισσότερο, μόνον “κάλεσε την κυρία Ε. “ και η μικρή πιστή δούλα εκτελεί πειθήνια το καθήκον της. Ίσως να την είχατε δει μες στις αυγινές τις ζωγραφιές του Γκωγκέν, αναπαραστάσεις μες στη θολή και αβέβαιη πραγματικότητα του αψεντιού.
Μόλις καλέσει ο αριθμός και η κυρία ανταποκριθεί παραδίδει το ακουστικό στην κυρία Φ. Δεν της αρέσει να περιμένει και έτσι όταν όλα αργούν να εξελιχθούν θυμώνει παραληρηματικώς και επιτίθεται με θυελλώδεις καταχεριές στην ατυχή νέα. Έπειτα, τέλος, βρίσκει την αυτοκυριαρχία της και μιλά. Με τι χάρη, μισοξαπλωμένη πάνω στον μπαμπουδένιο καναπέ με τις χονδρές μαξιλάρες μιλά με την καρδιακή της φίλη, σε παρόμοια κατάπτωση ευρισκόμενη και εκείνη με την αρνοκεφαλή ωσάν ομοίωμα αμλετικού κρανίου. “Να το φάγω ή να μην το φάγω;”, και τα λοιπά και τα λοιπά.
“Πάει, τέλειωσε Ε., μου είναι παντελώς αδιάφορο το κοκτέηλ πάρτι. Μα είναι δυνατόν να καθορίζουν τις αποφάσεις μας τα μέλη του κλαμπ; Θα μπορούσαν να προγραμματίσουν τη γιορτή για την έναρξη του καλοκαιριού λίγο αργότερα. Διότι πες μου Ε. , πες μου να χαρείς, ποιος μπορεί μες σε μια εβδομάδα να ανανεώσει δυναμικά την γκαρνταρόμπα του; Ποιος μπορεί να ολοκληρώσει τις ετοιμασίες που αρμόζουν σε ένα τέτοιο γεγονός; Ας είναι. Θέλεις η προσωπικότητα μου, θέλεις πάλι ένα αίσθημα ευθύνης, όλα ετούτα τα’χω τακτοποιήσει. Χρειάζεται μόνο να χάσω μερικούς πόντους στη μέση. Ω, δεν μιλώ για κάτι σοβαρό, μα ο Ζερόμ μαγείρεψε από νωρίς τους αμνούς – μα και βέβαια δεν αγοράσαμε έναν, πήραμε ένα κοπαδάκι να έχει να παίζει ο Αλέκος μας. Ναι καλέ, με αφθώδη πυρετό, ετοιμοθάνατα που λένε και οι ζωοτρόφοι. Τα πήραμε πάμφθηνα, τι να σου λέω; Μερικά τα βάλαμε στην ταράτσα και άμα θέλουμε κάτι να γιορτάσουμε, παίρνουμε ένα και το πετούμε χάμω. Πάντα έχουμε ορισμένους να χειροκροτούν με το πρώτο αίμα, κάτω, χαμηλά στην Κηφισίας.
Μα τι τα θες; Ετούτα είναι όλα παραδόσεις των πλουσίων αυτού του κόσμου. Ο Ζερόμ που λες, σέρβιρε σε ντεκόρ μοναστηριακό τα εδέσματα. Όλοι χειροκροτήσαμε και εγώ ήξερα πως επιτέλους είχα κάνει το σωστό και μπορούσα να παραβγαίνω με εκείνη την ξιπασμένη την Λιλί που ισχυρίζεται πως δεν μπορεί κανείς νοστιμότερα να μαγειρέψει από τον Αλέν της. Πάνε και έρχονται οι Γάλλοι σου λέω παιδάκι μου. Τους προσλαμβάνω ως σουσέφ, δηλαδή από κάτω, αλλά όχι κυριολεκτικώς, όχι τέτοια πράγματα, τς, τς, τς! Ποιον έχω σεφ; Μα εμένα την ίδια, άκου λέει, ερωτήσεις! Για τον Ζερόμ λες; Μα αυτός δεν είναι μονάχα σεφ, μα και εραστής μου. Με βοηθάει που λένε στις καύσεις. Τεσπά, έπρεπε να δεις το ύφος της Λιλίς που εγνώριζε πια πως ερχόταν δεύτερη. Μα πάνε όλα αυτά, πάνε ανεπιστρεπτί και δεν γυρίζουν πίσω. Μόνον τα κιλά παραμένουν Ε. Μου, τα κιλά στα πιο καίρια σημεία. Λίγα στη μέση, ακόμη λίγα στους μηρούς και οι γωνίες του προσώπου που χάνονται Μήτε που το συζητώ, θα αρχινίσω διαλειμματική δίαιτα. Πάει να πει ότι τρώω θα είναι μέχρι τις έξι, από εκεί και πέρα θα πω του Ζερόμ να μην με σερβίρει. Κάτι θα βρούμε να κάνουμε βρε παιδάκι μου! Αχ χρυσό μου, τι ωραία που τα λες! Με κάνεις να γελώ με την καρδιά μου. Πέντε κιλά, τόσα πρέπει να χάσω και είμαι τόσο ταραγμένη. Διότι αν δεν είναι δύσκολο αυτό, τότε πες μου τι ‘ναι ακατόρθωτο; Μήπως είσαι και εσύ ανάμεσα σε όσους λογαριάζουν για τρομερό το εγχείρημα, όσως τα βγάζουν πέρα δύσκολα με το τίποτε του μηνιάτικου, παλεύοντας με την αρρώστια του δικού τους ανθρώπου; Όχι, πες το μου και αυτό και ευθύς θα διακόψουμε τις διπλωματικές σχέσεις. Α, εγώ Ε. , είμαι που λένε παλαιών αρχών. Ναι, βεβαίως, παλαιοτάτων, ηθική όσο δεν υπήρξε ποτέ κανείς σε τούτο τον κόσμο. Αν είναι κανείς πλούσιος πολύ, οφείλει τους άλλους να περιφρονεί. Ή τουλάχιστον οφείλει να τους ζυγίσει μια στάλα, να ξέρει αν από την κάθε μια περίσταση προκύπτει ένα κάποιο κέρδος.
Ναι, χρυσή μου θα τα πούμε. Βεβαίως, ανυπερθέτως θα τα πούμε. Μα τώρα, θα σε αφήσω καλή μου. Διότι με πλημμύρισε μια βαθιά κόπωση και είναι έτοιμο το όνειρο να με πάρει. Αν φοβάμαι; Μα και βέβαια φοβούμαι Λιλί. Περισσότερο από όλα μην τύχει και σαν ξυπνήσω ένας Κύκλωπας γενώ, ένας άνθρωπος που ‘χε κάποτε ένα όνομα και μια ψυχή. Και αρχίσω σαν τον Κανένα εκεί έξω να τριγυρίζω. Λωτός η ζωή και τη μνήμη σου θα την σβήνει. Ναι, στις επτά, αντίο Ε.”
Φώναξε την υπηρέτρια. Της παρέδωσε το ακουστικό και πήρε μια πόζα θεληματική, εκεί μες στον ίσκιο. Τριάντα και βάλες σούβλες την παραφύλαγαν όσο εκείνη εθύμιζε ένα παλιό λουλούδι μες στη ζάχαρη, κρατημένο στη ζωή με νύχια και με δόντια.
ΙΙ. Ξενιτιά
Μόλις ακούστηκαν από τη μεγαφωνική εγκατάσταση τα καθέκαστα, άρχισαν να εκρήγνυνται τα πυρομαχικά. Μασούρια, πυροκροτητές, βόμβες αυτοσχέδιες και άλλα επιστρατεύονταν για να τρομάξει ο θάνατος. Γελαστοί οι άνθρωποι και η πλατεία κατάμεστη. Στο τέλος άρχισαν να πέφτουν βροχή οι σαίτες. Στις παρέες οι φίλοι αγκαλιάστηκαν. Ορισμένοι που διατηρούσαν κρυφό μεταξύ των δεσμό, συγκρατήθηκαν στις χαιρετούρες μα και πάλι μπορούσε κανείς να διακρίνει το πάθος, την πίκρα γευόταν που στάλαζε στο μωσαϊκό.
Δεν είχε τίποτε άλλο για να δει. Έριξε στους ώμους του μια παλιά κουβέρτα και χάθηκε προς την πλευρά της γειτονιάς. Κάπνιζε και περπατούσε και συλλογιζόταν πώς γίνηκε ετούτος ο κόσμος. Σώθηκε η ανάσα του και τώρα ίσα που κοιτάζει μες στο μυστήριο. Έβαλε το σακάκι του στον ώμο και τράβηξε για την πόλη.
Δεν θα’χε ξανοιχτεί πολύ όταν συνάντησε έναν χτυπημένο, δεμένο πισθάγκωνα σε μια φτελιά. Τον έλυσε, του ‘δωσε νερό να πιει, λίγο τα ‘πανε. Έπειτα καθένας πήρε το δρόμο του. Και λίγο αργότερα έτρεξε ξοπίσω από εκείνο το κορίτσι το δωδεκαετές. Η μάνα του είχε πέσει μες στο πηγάδι και δεν υπήρχε άλλος τρόπος να βγει. Πάνε τώρα δέκα ώρες και η αλήθεια είναι πως κανείς δεν πιστεύει ότι τα κατάφερε. Για πεθαμένη την είχανε όταν πια φάνηκε εκείνος και έτσι μυστικά, δίχως κανείς να αντιληφθεί το παραμικρό, την ανασύρανε από τα σκοτεινά τα βάθη. Προσευχήθηκε για την ψυχή της, μα δεν μπορούσε τίποτε να κάνει. Το σώμα της ήταν τσακισμένο και ήταν το βλέμμα της σβησμένο, θολό και νικημένο. Περίμενε για χρόνια, όσο να μεγαλώσει εκείνο το παιδί, το ιερότερο από όλα τα πλάσματα του κόσμου.
Περπάτησε κάμποσο στη ζωή του. Για την ακρίβεια του κόσμου τον κύκλο τρεις φορές διέγραψε προτού επιστρέψει σε τούτο εδώ τον κόσμο τον μικρό τον μέγα. Βάδισε σε θάλασσες, στην έρημο επέρασε μαύρη Σαρακοστή. Μα όλα αυτά πέρασαν.
Προτού να φέξει μπήκε στ’ανοιχτό μπαρ. Εκεί μέσα είχα ανθρώπους που δίχως να το ξέρουν ή να το φανταστούν περνούσαν από την απλή ζωή σε εκείνη της αγιοσύνης. Όταν τον ρώτησαν τι θα’θελε,εκείνος απάντησε “κρασί” και ποτέ του δεν ξαναμίλησε για όλα ετούτα.
“Πού χτύπησες;”, τον ρώτησε ο σερβιτόρος.
“Είναι τα καρφιά, δεν είναι τίποτε”, αποκρίθηκε και οι δυο τους κοιτάξανε τις τρυφερές πληγές στα χέρια του τα ρημαγμένα. Μήτε που ρώτησαν τ’ονομά του, μαγεμένοι ολότελα από τον άνεμο που μύριζε αμμουδιά, πικραμένοι για πάντα από τούτη την ξενιτιά που τον καταδιώκει.
ΙΙΙ. Τ’όνειρο
Οι δυο φίλοι συναντήθηκαν σε ένα από εκείνα τα ωραία μπιστρό του κέντρου. Τα μαγαζιά αυτά διαθέτουν εκλεπτυσμένα πιάτα, τόσο που αδυνατείς να φανταστείς τι τάχα θα σου φέρει ο σερβιτόρος. Τι αδυνατείς δηλαδή, τρέμεις που λένε κυριολεκτικώς.
“Δεν σε βλέπω καλά” , λέει ο ένας παλεύοντας με μια φούντα αγριομάραθο. Από κάτω αποκοιμιέται λέει η πάπια.
“Τι καλά να είμαι, τι καλά” αποκρίνεται ο άλλος.
“Μα φάε τίποτε βρε αδερφέ!”
“Δεν κατεβαίνει μπουκιά. Πού να στα λέω”.
Ο άλλος, με προσποιητό ενδιαφέρον παίρνει μια οδοντογλυφίδα και αφιερώνεται στον αδελφικό του φίλο.
“Είχα ξαπλώσει και άκουγα την ενάτη. Ω, τι ευγένεια μουσική είναι ετούτη! Ωστόσο, στο θέμα μας, πρέπει να παραμείνουμε στο θέμα μας. Γλυκά με πήρε ο ύπνος και ήταν η ώρα μακάρια. Ώσπου προέκυψε αυτό το παράξενο όνειρο”.
“Όνειρο; Για πες”.
“Μες στον ύπνο μου και κόντρα στην ενάτη, ακούστηκαν κροκάνια και βελάσματα εξοχικά”.
“Μάλιστα…”, λέει ο άλλος.
“Ο ήχος δυνάμωνε, τα βελάσματα μοιάζανε σπαραχτικά. Και τότε μέσα από το σκοτάδι του ονείρου…”
“Ναι;…”
“… εμφανίστηκε το αρνί που είχα πρωτύτερα σουβλίσει”.
“Και πού το κατάλαβες ότι ‘ναι αυτό;”
“Διέθετε τη χάρη, το βλέμμα, δεν υπάρχει αμφιβολία πως ήταν αυτό. Είχε λέει αναστηθεί, μετά από τρεις μέρες τ’αρνί αναστήθηκε. Και ήρθε ντυμένο τη σούβλα του με ένα άγριο κεφάλι και έγιναν τα βελάσματα κραυγές αγριωπές και ουρλιαχτά από σκυλολόι. Είχε μάλιστα ολόρθη και την ζωηρή του ουρά. Με πλησίαζε, το λοιπόν, τ’αναστημένο τ’αρνί και εγώ μες στον ύπνο μου εδείλιαζα και όλο μεγάλωνε η ταραχή, ώσπου βρέθηκα φαρδύς πλατύς εις το μάρμαρο”.
“Κλασική περίπτωση βαρυστομαχιάς θα έλεγα εγώ”, είπε ο άλλος που είχε τελειώσει με την πάπια και βοσκούσε τον αγριομάραθο, αφήνοντας εκφράσεις επιδοκιμασίας.
“Λες;”
“Μα είναι βέβαιο”, συμπλήρωσε γαλήνια αυτός.
“Και αν αναστήθηκε; Τ’αρνί, λέω αν αναστήθηκε στα αλήθεια;Και έρθει να μου ζητήσει το λόγο που το σούβλισα; Τι κάνω τότε, μου λες τι κάνω;”
“Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;”
Και θα τον είχε πείσει πως τ’αρνιά δεν ανασταίνονται, αν εκείνη τη στιγμή δεν τους συγκλόνιζε και τους δυο μια κραυγή ζώου, λαρυγγική και ατέλειωτη. Κοιταχτήκανε , ζητήσανε το λογαριασμό και χωρίσανε βιαστικά. Το ίδιο βράδυ είδαν και οι δυο το πρόσωπο τ’αρνιού με δυο κατακόκκινους νάρκισσους για μάτια και ένα βέλασμα τόσο παθητικό και απώτερον που τους σπάραξε την καρδιά για πάντα. Τ’άλλο Πάσχα θα σουβλίσουνε αγριομάραθο, πάει και τέλειωσε.
Ιστορίες σαν ζωγραφιές
O Fado
Χοσέ Μαλόα
Καμιά φορά σκέφτομαι πως θρήσκο σε κάνουν οι ροδιές και τα κορίτσια του Οδυσσέα Ελύτη. Ετούτη η θέληση και η ομορφιά συνθέτουν τα άγια του κόσμου. Μια αντιστοιχία με τη ζωή μας βαθύτερα, απροσμέτρητα διαμορφώνει το κοινό, αυτό που ζει μες στον ύπνο όλων μας.
Όταν έπεσαν οι πρώτοι στίχοι, έκανε ησυχία, τα σπίτια σφάζονταν μες στο απόγευμα. Μα μες στο υποστατικό οι δυο τους και ένας περήφανος, βασανισμένος έρωτας, πάντα με λέξεις να πει το απερίγραπτο.
Από τα φάντο που τρέμουν σαν νερό και σαν δροσιά ως τα τραγούδια – της αγάπης προσευχές – του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ίδιο πάντα το διακύβευμα. Ένας καημός αιώνων.
Πρόσωπα
Έλλη Λαμπέτη
Το κορίτσι με τα μαύρα παίζει αντάμα στο φως. Μες στη βιαιότητα ετούτου του βράχου, παίρνοντας δρόμους πρωτόγνωρους και ωραίους, σαρκώνει το ζωγραφισμένο κορίτσι με την έκφραση της πίστης του την πιο αθώα. Έρωτας και συντριβή, οι δυο του κόσμου κόχες. Ένας ρυθμός αρχαίας τραγωδίας. Στο φόντο το πλήγμα της νεότητας, τ’άγριο καλοκαίρι.
Και αργότερα στο κύκνειο άσμα να παίζει με όλο της το είναι. Τόσο φυσική που μπορεί και μας το ανταποδίδει η Έλλη Λαμπέτη σαν υπενθύμιση, καθώς κοιτάζει τ’ανύπαρκτο πια στην είσοδο στα Βίλια.
Μια μικρή θεά της τέχνης της ήταν αυτή που σήμερα ποζάρει καταμεσής της άνοιξης στην είσοδο της πόλης. Σαν μίσχος σε κύλημα νερού υπήρξε αριστοκρατική, ένα σπάνιο άρωμα. Σκέτη λουίζα στα σελιλόιντ.
Απόστολος Θηβαίος
