Αντρέας Πολυκάρπου | Δύο ποιήματα

© Flor Garduño

Τα μάτια των νεκρών

Με πεινασμένα μάτια κοιτάζουν πάντα οι νεκροί.
Ορέγονται τη ζωή που άφησαν πίσω τους.
Τα τόσα καλοκαιρινά δειλινά
με την κρούστα της ζέστας
και τη γαλάζια που φτάνει
στα ακροδάχτυλα θάλασσα.
Νύσταξαν και βρήκαν κρεβάτι να ξαπλώσουν
ένα πρωινό κάτω από το χώμα.
Κι από πάνω η άνοιξη
να συνεχίζει να καρπίζει
στη ματαιότητα της βροτής ύπαρξης.
Το αναμμένο καντήλι
φωτίζει το στερνό τους διάβα.
Τα ανοιγμένα που τους αγκάλιασαν κάποτε χέρια
χάσκουν ανοιχτά στη ραθυμία της ζωής.
Μια ολόκληρη τους καλωσορίζει Εσπέρα
στη συστολή της τετελεσμένης τους ύπαρξης. 

    – Σαν πεθάνω, μη τα μάτια μου σφαλίσεις.

Στην άκρη της γλώσσας
που δεν θα αγγίξει ποτέ ξανά
του αλλουνού το στόμα,
χάνονται οι λέξεις.
Αυτές που ο νεκρός δεν πρόλαβε να ξεστομίσει.
Αυτές που κράτησε στα σπλάχνα
και έλιωσαν με τις σάρκες.
Λέξεις, τάματα κάτω από τις γλώσσες,
που κανένα δεν θα έχουν στις νεφέλες αντίκρισμα. 

   – Σαν πεθάνω, μη τα μάτια μου σφαλίσεις.

Εκεί στο λερό ξωκλήσι ξεπλύθηκε ολάκερη η ζωή.
Βιαστικά θα διαβάζει πάντα ο παπάς
την Εξόδιο τις μέρες του θέρους.
Καρπίζει το στάχυ και οι θεριστές
να ξορκίσουν προσπαθούν το θανατικό.
Στον τελευταίο του πένθους καφέ
διαβάζω τα μελλούμενα.
Κολλάνε στα χείλια οι προσευχές,
καρφώνονται ανάμεσα στα σάπια δόντια.
Στα σφραγισμένα μάτια
ολόκληρο της ζωής μας το ταξίδι.

Με πεινασμένα μάτια θα κοιτάζουν πάντα οι νεκροί.
Για τη Μακαρία δεν υπάρχει οδό προορισμός.
Μόνο μια θάλασσα κι ένα ανοιχτό πανί…

 


Δεν μεγαλώνουν οι νεκροί

Δεν μεγαλώνουν ποτέ οι νεκροί μας.
Παραμένουν μέσα μας σαν να ήταν παιδιά.
Σαν αυτά που έφυγαν πριν την ώρα τους
και άνοιξαν τα χέρια
να αγκαλιάσουν τον ήλιο.
Με απλωμένες στους ώμους
της νυχτερίδας τις μεμβράνες
κουρνιάζουν στο στέρνο μας.
Από το αίμα τρέφονται της καρδιάς.
Απλώνουν στο σώμα πλοκάμια.
Παραλύουν στον ύπνο τα όνειρα
κι απλώνουν τις χούφτες
στο ζυμωμένο της μάνας τους ψωμί.
Με τα λιγοστά που τους απέμειναν δόντια
αναμασούν τις σάρκες μας.
Ψίχουλα η ύπαρξη
κι αυτοί ρακοσυλλέκτες.

Δεν φεύγουν ποτέ οι νεκροί μας.
Στα μάτια μας, στην ίριδα μέσα,
μουλιάζουν τα βράγχια τους
και ποτίζονται από τις θύμησες
που θέριεψαν στην χασμωδία της ζωής.
Την καύτρα του μισοσβησμένου ανάβουν
που άφησαν τσιγάρου.
Τολύπες καπνού η ζωή τους
και πεσμένες στο πάτωμα στάχτες
το κορμί τους.

Δεν φεύγουν κι όλο επιστρέφουν.
Πρωινός είναι από το ανοιχτό παράθυρο αέρας.
Φθινοπωρινή του δειλινού καταχνιά
και μελωδία από παιδικό νανούρισμα.

Κι αν κάποτε να φύγουν θελήσουν,
μαζί τους πρέπει να μας πάρουν.
Μάταιη η σάρκα,
τους νεκρούς μας δεν χωράει…

 


Ο Αντρέας Πολυκάρπου γεννήθηκε στην Κύπρο το 1984 και από το 2004 ζει στην Αθήνα, δίπλα στη θάλασσα. Ασχολείται επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία, ενώ γράφει ποίηση και θέατρο. Ποιήματα και θεατρικά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Ισπανικά και στα Γαλλικά. Αγαπά τη θάλασσα και τις γάτες ενώ ακόμα προσπαθεί να καταλάβει τον άνθρωπο.