
“αχ, πόσο θα ζήσουμε μητέρα;
Ως τις εννιάμισι;
Ως τις δέκα;”
αφήγημα για τσακισμένες καρδιές
Στο φόντο, πρόσοψη καθώς πρέπει ξενοδοχείου αμερικανικής μεγαλούπολης. Το επονομαζόμενο και μοτέλ στέκει στον παράδρομο του εθνικού δρόμου. Διαθέτει είκοσι πλήρως επιπλωμένα δωμάτια, έναν κήπο και μια αδειανή γούρνα γεμάτη ακαθαρσίες. Εμπρός από κάθε δωμάτιο, υπάρχει μια θέση πάρκινγκ. Όλες είναι κατειλημμένες από κάτι εξωπραγματικά παλιές Φορντ. Κανείς δεν κλειδώνει το αμάξι του, σαν από μια μυστική συμφωνία. Και αυτό επειδή κανένας δεν θα έμπαινε στον πειρασμό να κλέψει ένα από τα παρκαρισμένα οχήματα. Όχι από σεβασμό στην ανθρώπινη ιδιοκτησία αλλά κυρίως εξαιτίας του ιδιοκτήτη του μοτέλ που δεν αστειεύεται. Είναι μεθυσμένος από το πρωί και δεν του αρέσουν παρόμοιες συμπεριφορές. Κάθε φορά που κάτι τον ενοχλεί κραδαίνει την καραμπίνα που έχει στο πλάι του και που του χρησιμεύει σαν δεκανίκι όταν εποπτεύει την καθαριότητα ή όταν παίρνει σβάρνα τα δωμάτια, εισπράττοντας το αντίτιμο μιας σύντομης διαμονής.
Άλλη μια Φορντ κάνει την εμφάνισή της. Ο ιδιοκτήτης, ο κύριος Φριτς με ρίζες αυστριακές διακόπτει κάθε άλλη εργασία. Χαιρετά τον επισκέπτη και του κάνει νόημα να παρκάρει ακριβώς στο σημείο που βρίσκεται. “Εδώ,κύριος, εδώ!”, φωνάζει και κουνά τα χέρια του στον αέρα. Για την ακρίβεια κουνάει την καραμπίνα του και μοιάζει με εκείνους τους νότιους που τόσο σκληρά πληρώσανε τη στενομυαλιά τους, πριν από διακόσια και βάλε χρόνια.
Ο Άρτσι Ντένβερ φοράει το κοστούμι της τράπεζας. Τα παπούτσια του είναι καλογυαλισμένα, όπως αρμόζει σε έναν υπάλληλο τράπεζας. Η γραβάτα του μονόχρωμη, σύμφωνα με τον ενδυματολογικό κώδικα μιας καθώς πρέπει τράπεζας. Το παντελόνι του είναι κάπως κοντό και αυτό δεν ταιριάζει καθόλου σε έναν υπάλληλο πιστωτικού ιδρύματος που σέβεται τον εαυτό του. Και την ξεχωριστή του Φορντ. Ο Άρτσι δεν είναι πάνω από τριάντα χρονών. Είναι επίσης κάπως μεθυσμένος και έχει στον ώμο του περασμένη μια κουλούρα από χοντρό καραβόσκοινο. Οι δυο άντρες μιλούν για λίγο. Ο κύριος Φριτς του λέει συνοπτικά όσα πρέπει να γνωρίζει, του δίνει ένα κλειδί και χάνεται, σφυρίζοντας έναν σκοπό. Την καραμπίνα τη στηρίζει στους ώμους του και απάνω της τα χέρια του. Συνήθειο από τις μακριές πορείες του στα ανοιχτά του εφιαλτικού Ανόι. 1968, ο κύριος Φριτς δεν επέστρεψε ποτέ στα αλήθεια από εκείνα τα μέρη.
“Είναι το καλύτερο δωμάτιο σας λέω και σας το υπογράφω. Το πρωί ο ήλιος δεν τρυπώνει από πουθενά και έτσι κανείς εξασφαλίζει έναν ύπνο πρώτης τάξεως. Μα και το δειλινό, ο ήλιος σταματάει στον τοίχο της αποθήκης. Δεν τη χρησιμοποιούμε πια αλλά την κρατάμε γιατί ρυθμίζει ζητήματα όπως το φως του ήλιου κάποιο μοναχικό δειλινό. Τέτοια δεν είναι όλα τα δειλινά, έι, Άρτσι παλιόφιλε;”
Ο Άρτσι χαμογελά ευγενικά, ζυγίζει το κλειδί του μες στις χούφτες του και προχωρεί. “Ωραία Φορντ” του λέει ο κύριος Φριτς και ο Άρτσι του πετά το κλειδί. “Κρατήστε την, κύριε, δεν θα την χρειαστώ πια. Εκείνη ας ζήσει”. Ο γέρος τον κοιτάζει σαν να αντικρίζει κάτι πολύ παράξενο. Στρέφει τα νώτα του και ξεμακραίνει, λέγοντας, “τι άνδρες είναι ετούτοι που χαρίζουν τη Φορντ τους!”
Ο Άρτσι πρέπει να βιαστεί. Αφήνει στο τραπεζάκι πλάι στο κρεβάτι ό,τι έχει μες στις τσέπες του. Ένα μπρελόκ με κλειδιά, την ταυτότητα του, ένα πάσο για τις συγκοινωνίες και ένα κακογραμμένο σημείωμα. Προσπάθησε πολύ για αυτό και είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να καταφέρει, το καλύτερο σημείωμα που θα μπορούσε να γράψει του λόγου του. Το τελευταίο πράγμα που γράφει, αφού ο Άρτσι Ντένβερ δεν είναι άλλο από ένα αγγελούδι με ρούχα τραπεζικού, πάει να πει, κοστούμι των είκοσι δολαρίων και ένα σχεδόν χάρτινο πουκάμισο.Κάθε φορά που εξυπηρετεί κάποιον πελάτη, κάθε φορά που προεκτείνει το χέρι του για να παραδώσει μια δεσμίδα, το πουκάμισο του αφήνει έναν θόρυβο σαν να ζωγραφίζει κανείς πάνω σε στρατσόχαρτο. Φανταστείτε λοιπόν, ποιότητα το πουκάμισο του κυρίου Άρτσι Ντένβερ! Τόσα χρόνια και μήτε που στάθηκε ικανός να αγοράσει ένα μεταξένιο πουκάμισο με κολλαριστό γιακά και ασημένια μανικετόκουμπα.
Κοιτάζει την οροφή με προσοχή. Θα ‘λεγε κανείς πως τον χαρακτηρίζει μια ιδιότροπη αισθητική πάνω στις αναπαραστάσεις των ταβανιών. Μα εδώ δεν υπάρχει τίποτε, έξω από λεκέδες από καφετιές υγρασίες που πάλιωσαν και αυτές. Επιμένει να κοιτάζει ώσπου στην άκρη της οροφής αντικρίζει το μακρύ καρφί. “Ποιος να σταυρώθηκε εδώ;” αναρωτιέται και βάζει τα γέλια. “Ο Χριστός μάλλον έμεινε στο Έμπολι, δεν είχε καμιά δουλειά να διασχίζει τον ωκεανό”, είπε, γελώντας με το αστείο του το λογοτεχνικό.
Αυτό το καρφί είναι ότι πρέπει. Για να τελειώνει με αυτήν την ιστορία. Απλώνει το σχοινί του και το δένει στο καρφί με έναν κόμπο προσκοπικό. Τα ξέρει καλά όλα αυτά και του βγαίνουν πια από του φυσικού του. Ο κόμπος είναι έτοιμος. Και ο λαιμός του, επίσης, αυτός ο λαιμός που χρειάστηκε να στηρίξει αυτή την τσακισμένη ζωή και που επιτέλους θα βρει λίγη ξεκούραση. Αυτό είναι, λίγο πιο σφιχτά, καλύτερα να σουλουπωθεί, δεν θέλει κανείς να αντικρίζει απεριποίητους νεκρούς. Φτάνει ο θάνατος από μόνος του για όσους μένουν πίσω, συλλογίστηκε και έσφιξε τη γραβάτα του, έτσι που να’ναι αψεγάδιαστο το στυλ του. Πήρε την ξύλινη καρέκλα με τα αυτοκόλλητα των λουλουδιών, μια πραγματικά άσχημη καρέκλα επειδή τα λουλούδια μοιάζουν πιο ψεύτικα από ποτέ. Ανεβαίνει, περνά το σχοινί από το λαιμό του, κοιτάζει ένα γύρο, κάτι ψάχνει μες στις τσέπες του, δεν είναι το κουράγιο του, όχι αυτό το έχει χάσει προ πολλού.
Είναι έτοιμος να κάνει το μετέωρο, το ύστατο βήμα, όταν τελικά χτυπάει η πόρτα. Ο Άρτσι Ντένβερ, ευγενής μέχρι θανάτου, ανταποκρίνεται αμέσως. “Περάστε παρακαλώ”. Η πόρτα ανοίγει και ένα κορίτσι, όχι πάνω από είκοσι χρονών, με ξανθά, σγουρά μαλλιά και τη χαρακτηριστική στολή της καμαριέρας κάνει την εμφάνισή της. Σπρώχνει ένα καρότσι με είδη καθαριότητας και μπαίνει με την ανάποδη στο δωμάτιο, ανίδεη για όσα σκαρώνει ο κύριος Άρτσι Ντένβερ. Όταν θα στρέψει το βλέμμα της απάνω του, όλα παγώνουν.
“Σας διέκοψα;”, του λέει, με μια απαλή φωνή, πιο απαλή από όλα τα χάδια του κόσμου. Ο Άρτσι δεν ξέρει τι να πει, μόνο χαμογελά. “Το έχω αυτό. Να διακόπτω δηλαδής τους ανθρώπους. Διέκοψα τη μάνα μου στο κρίσιμο γύρισμα του χαρτιού για να γεννηθώ. Ακόμη και το τραμ το σταμάτησα εδώ πιο κάτω επειδή είχα σταθεί στο μέσον της γραμμής. Άθελά μου δηλαδής, η ομορφιά με είχε συνεπάρει, κύριε. Κύριε;”
“Ντένβερ. Άρτσι Ντένβερ.”
“Χάρηκα, Έντα. Το λοιπόν, αποφασίσατε να κρεμαστείτε;”
“Ξέρω, θα πείτε πως είμαι δειλός”.
“Και βέβαια θα το πω!”, σημειώνει εμφατικά η Έντα. “Και θα σημειώσω πως δεν έχετε ιδέα από αυτά τα πράγματα! Σταθείτε μια στιγμή, μου επιτρέπετε;”, του λέει και ζυγώνει την καρέκλα με τα άνθη τα πλαστικά. Σκαρφαλώνει και εκείνη και είναι τώρα τα δυο τους σώματα τόσο κοντά.
“Τς, τς, τς, ο κόμπος σας είναι προσκοπικός. Πού ακούστηκε να φτιάχνει κανείς τέτοιους κόμπους αν το ‘χει βάλει σκοπό του να πεθάνει; Να δείτε, εδώ δεν το περάσατε καλά το σχοινί. Κινδυνεύετε να τραυματιστείτε σοβαρά. Και τότε, κύριε Άρτσι, πάει η λύτρωση, πάει, αέρας γίνηκε. Καθίστε να διορθώσω λίγο τη θηλιά, για δείτε τώρα, δεν είναι καλύτερα; Ε, μα τι νομίζατε; Πως το να πεθάνει κανείς είναι πράγμα εύκολο; Το λοιπόν, να ξέρετε, η απάντηση είναι όχι. Χρειάζεται να επιμεληθεί κανείς πολύ στενά όλα αυτά τα πράγματα για να πεθάνει μετά βεβαιότητος. Φανταστείτε τι καζούρα θα σας κάνουν οι φίλοι και οι γνωστοί, σαν μάθουν πως αντί για ένα θέαμα τραγικό εσείς ενσαρκώσατε κάποιον χαρακτήρα από τις λαϊκές μπουφονερί που καταπιάνονται με τύπους καθημερινούς, αστείους και χονδροκομμένους. Να, τώρα είναι εντάξει. Κοιτάξτε να πάρετε και λίγη φόρα, αφήστε την καρέκλα με χάρη και θα δείτε, το εγχείρημα θα έχει σίγουρη επιτυχία. Ω, κύριε Άρτσι, δεν είστε καθόλου αριστοκράτης. Όλα τα κάνετε περίπου σωστά. Τι μπερδεμένος που είστε. Μόνο το ύφος σας μοιάζει ειλικρινές. Είναι το ύφος κάποιου που ‘χει πεθάνει πολύ, ήδη. Μην φοβάστε, κύριε Άρτσι, δοκιμάστε και εγώ είμαι εδώ. Δεν θα αφήσω να ταπεινωθείτε. Θα φροντίσω να πεθάνετε στα σίγουρα. Και τα πράγματά σας, θα ταχυδρομηθούν το δίχως άλλο. Εμείς εδώ δεν κάνουμε τέτοιες παλιοδουλειές. Μην φοβάστε, σε λίγες στιγμές η ψυχή σας θα πετάει σπίθες πάνω στο λιθόστρωτο της ανθρώπινης μοίρας. Εμπρός κύριε Άρτσι, κάντε το βήμα, μην σας νοιάζει. Η κηδεία σας θα ‘ναι προσεγμένη. Και η Φορντ σας θα παραμείνει εδώ, ίσως την παραγεμίσω με γλάστρες και ίσως βγάλω τα λάστιχα για να τα πουλήσω, αν μου το επιτρέψετε δηλαδής. Που δεν θα μπορούσατε να κάνετε αλλιώς, αφού τα λάστιχα είναι σχεδόν καινούρια και ο κύριος Φριτς βγάζει μια περιουσία από κάτι τέτοιες ευκαιρίες. Εμπρός Άρτσι, – μπορώ να σου μιλώ στον ενικό, σωστά; Άλλωστε θα πεθάνεις σε λίγο και όλες αυτές οι επισημότητες δεν κάνουν τίποτε. Αυτό είναι ο θάνατος, μια ρεκλάμα που ανάβει μοναχά για σένα , μια ρεκλάμα κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του καθενός μας. Εμπρός κύριε Άρτσι!”
Μα ο νεαρός δεν έχει το κουράγιο για να κάνει τούτο το βήμα, το τόσο αποφασιστικό. Κρατάει γερά τη θηλιά του και όλο τρέμει στην ιδέα πως έφθασε τόσο χαμηλά μες στη ζωή του. Όχι ακριβώς δηλαδή, αφού χρειάστηκε να σκαρφαλώσει ετούτη την ανθισμένη καρέκλα, τον τελευταίο της ζωής του κήπο.
“Η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ”, είπε με σιγανή φωνή ο Άρτσι.
“Δεν μπορείτε; Άντε καλέ! Εσείς είστε παλικάρι! Εμπρός!”
“Όχι, δεν μπορώ, είμαι δειλός, λοιπόν;”
“Στα σίγουρα”, σχολιάζει η Έντα και το πρόσωπό της σχηματίζει το μορφασμό της αποστροφής. “Εγώ ξέρω πως έχασα το χρόνο μου. Και ο κύριος Φριτς θα έχει γίνει έξω φρενών τώρα που μιλάμε. Δίκιο θα έχει, ακούς εκεί να καταπιάνομαι με ξένες δουλειές. Και μάλιστα, να δαπανάω τόσο χρόνο σε μια υπόθεση δίχως ανταμοιβή και εσείς να αποκαλύπτεστε τόσο μα τόσο δειλός! Ξέρετε κάτι; Μην κρεμαστείτε! Κανείς δεν θα νοιαστεί!”
Η Έντα βγαίνει από το δωμάτιο. Ο κύριος Άρτσι Ντένβερ στέκει μονάχος του. Έχει στο λαιμό του περασμένη τη θηλιά. Πάνω στο σχοινί το εμπορικό ταμπελάκι το γράφει καθαρά. Δέκα και πενήντα, ω τόσο φτηνός που γίνηκε ο θάνατος σήμερα, Έντα. Μα τίποτε δεν της λέει, η κούραση τον έχει καταβάλει, ο πυρετός, όλη ετούτη η φθορά της καθημερινής του ζωής.
“Δεν είμαι δειλός”, λέει μονάχος του. Κάνει το βήμα μα το σχοινί του λύνεται και πέφτει φαρδύς πλατύς στα σανίδια. Ο κύριος Φριτς που περνάει απ’έξω ορμά στο δωμάτιο και σηκώνει τον άμοιρο. Κοιτάζει τον χαλαρωμένο κόμπο, συλλογίζεται την Έντα. Τον χαιρετάει όσο κόβει τα πέταλα που ξεράθηκαν απάνω στην τριανταφυλλιά. Όλα πάνε καλύτερα.
Λίγη ώρα μετά αποχαιρετάει τον κύριο Φριτς που τα ‘χει χάσει πια για τα καλά. Η Φορντ μαρσάρει. Στο κάθισμα πλάι του ένα σημείωμα. Απάνω το χαρτί γράφει, “Μοτέλ Γαλήνη” και είναι κίτρινο σαν βουτηγμένο στο θειάφι. Διαβάζει όσο η Φορντ ζεσταίνεται. “Χάρηκα που φάνηκες δειλός. Για μια στιγμή συλλογίστηκα πως το ‘χεις πάρει απόφαση. Αφού όμως δεν τα κατάφερες, τι θα ‘λεγες για ένα μικρό γλεντάκι; Αν κάνεις κέφι, ρώτα για το μπαρ του Ουάλας. Εκεί θα με βρεις. Δειλέ”.
Και η Φορντ, ο παράδρομος, το δειλινό, ο κύριος Φριτς στο βάθος του καθρέφτη, η τριανταφυλλιά, όλα του γελούνε. Και εκείνος τους το ανταποδίδει. Ο κύριος Άρτσι Ντένβερ συλλογίζεται πως του ‘πεσε βαρύ το στοίχημα της αιωνιότητας. Μα η ζωή δεν είναι άλλο από την Έντα που τόσο εύκολα μπορεί να αγαπήσει κάποιος, έτσι όπως συνηθίζει τ’ ασύλληπτο, στο πρόσωπο της πιο άδολης ευτυχίας.
“Δειλέ”, ξαναδιάβασε στο σημείωμα. Και η Φορντ επιτάχυνε νευρικά, πρώτη φορά εδώ και στα τόσα χρόνια.
Απόστολος Θηβαίος
