
Έπιασα το χέρι της. Της μίλησα σιγά στ’ αυτί, να μη με ακούσει κανένας άλλος.
̶ Θυμάσαι, Βασούλα, τη γριά που έβγαινε κάθε πρωί στη γειτονιά μας, εκεί στα προσφυγικά κι έσκουζε; «Ο λύκος, ο λύκος μπήκε στην αυλή. Τα παιδιά, θα φάει τα παιδιά». «Γιαγιά, δεν έχει λύκο στην αυλή», της έλεγαν οι γειτόνισσες, αυτή τον χαβά της, σαν να τον έβλεπε τον λύκο. «Σας λέω, είναι ένας λύκος. Ένας μαύρος λύκος. Φυλαχτείτε. Κάντε ησυχία. Θα σκοτώσει τα παιδιά». Καμιά φορά την πετυχαίναμε να κλαίει. Ακόμα και χειμώνα καιρό έβγαινε και φώναζε, μια τα ονόματα των παιδιών της, μια φοβέριζε τον φανταστικό λύκο. Έτσι όπως έκανε, νομίζαμε ότι βλέπουμε κι εμείς το θεριό, με τα σάλια του να τρέχουν πάνω από πτώματα παιδιών, να ξεσκίζει τις πεθαμένες σάρκες. Τσιρίζαμε από την τρομάρα μας. Βασούλα, θυμάσαι;
Η Βάσω. Η παιδική μου φίλη, η κολλητή μου φίλη. Το θρανίο μου από την πρώτη δημοτικού μέχρι το τέλος του λυκείου.
Δεν ξέρω αν έφταιγαν οι ιστορίες της γριάς, αλλά ποτέ δεν ήταν καλή η σχέση μου με τα ζώα. Μάλλον ανύπαρκτη. Τι καναρινάκια μου έφερναν, τι σκυλάκια μου έκαναν δώρο, τι κουνελάκια, τίποτα δε με συγκινούσε. Τα φοβόμουν. Ευτυχώς, είχα τη Βάσω. Η Βάσω πάντα με καθησύχαζε. Βρήκε ένα παιχνίδι με λύκους για να ξεχνιέμαι και στριγκλίζαμε και γελούσαμε και στριγκλίζαμε και γελούσαμε, ώσπου μεγαλώσαμε και γελούσαμε μόνο. Όταν η κάθε μία μας τράβηξε τον δρόμο της, αυτά τα γέλια με συντρόφευαν και δεν σκεφτόμουν τους λύκους, όμως όσο περνούσαν τα χρόνια έρχονταν και με έβρισκαν. Τους είχα συνδέσει με τον θάνατο. Όλους τους βρίσκει αυτός, αργά ή γρήγορα.
Όταν το τηλέφωνο χτύπησε μέσα στη νύχτα, ήξερα ότι δεν ήταν για καλό.
̶ Η Βάσω σε ζητάει, μου είπε η μάνα της.
Ο μαύρος λύκος με ζητάει, σκέφτηκα εγώ.
̶ Λες να την παίρνει ένας λύκος την ψυχή; ρωτούσα τη Βάσω. Λες αλήθεια να σκότωσε ένας λύκος τα παιδιά της γριάς;
̶ Μπα, οι λύκοι είναι για να τρων τα πρόβατα, μου απαντούσε. Κάποιοι άλλοι θα έφαγαν τα παιδιά της.
̶̶ Ο λύκος μου δάγκωσε τα κόκκαλα, πρόλαβε και μου είπε η Βάσω. Γελάσαμε, γελάσαμε πολύ. Και μετά σιωπή.
Πότε πότε μας έπιαναν τα γέλια με τη γριά. Έδινε την εντύπωση ότι τον έβλεπε τον λύκο κι αυτό ήταν ακόμα πιο αστείο.
̶ Και συνεχίζαμε τα γέλια, θυμάσαι; Το κάναμε παιχνίδι, σαν να ξορκίζαμε το κακό. Όταν δεν αντέχεται ο πόνος, τον γελάς, τον κοροϊδεύεις, τον κάνεις παιχνίδι, αλλιώς τρελαίνεσαι, όπως η γριά στο Δουργούτι. Έτσι κι εμείς κυνηγιόμασταν και φωνάζαμε «είναι ένας λύκος στον ποπό σου» όταν τα κάναμε πάνω μας, είναι ένας λύκος στα μαλλιά σου» όταν είχαμε ψείρες, «είναι ένας λύκος στο πιπί σου» όταν μας ήρθε περίοδος. Πού να καταλάβουμε τότε τον πόνο της γριάς, δέκα χρονών χαζάδια εμείς. Πολλές φορές τον σκεφτόμουν αυτόν τον πόνο μεγαλώνοντας, όταν άρχισα πια να χάνω ανθρώπους. Φοβόμουν ότι όλους στο τέλος θα τους φάει ο λύκος. Αλλά για εσένα, Βάσω, δε φοβόμουν, γιατί είχαμε κάνει μια ιδιαίτερη τελετή, κρυφή και είχαμε πει ότι είμαστε λυκανθρωπίτσες, πολεμίστριες δυνατές και θα σκοτώσουμε όλους τους λύκους και δε θα τρώνε τα παιδιά. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι κάποια από τις δυο μας θα πάθει κακό.
Δεν τα αντέχω τα νοσοκομεία, η μυρωδιά τους μου φέρνει αναγούλα.
̶ Θα τον διώξω τον λύκο, μην ανησυχείς.
Ήξερα ότι δεν μπορούσα να το κάνω.
̶ Είδες ρε Βάσω; Είχα δίκιο που τους φοβόμουν. Έπρεπε να φυλαχτείς. Οι λύκοι μπορούν να εντοπίσουν το θήραμά τους σε απόσταση χιλιομέτρων, μόνο από τη μυρωδιά. Σε μύρισε ο λύκος, βρε Βάσω. Γιατί δεν πιστέψαμε τη γριά; Θα είχαμε κάνει ησυχία, να μη μας ακούσει. Οι Ινδιάνοι, ξέρεις, πιστεύουν σ’ έναν αστερισμό που διανύει τον δρόμο του λύκου στον γαλαξία. Θα με αφήσεις μόνη μου, φιλενάδα; Θα βαδίσεις κι εσύ στον δρόμο του λύκου;
Τον βλέπω. Είναι στην αυλή μας.
Η Χριστίνα Καστανά γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Εργάζεται ως φιλόλογος σε γυμνάσιο και ασχολείται με το θέατρο. Της αρέσει να γράφει διηγήματα, να διαβάζει και να ταξιδεύει. Λατρεύει τις βόλτες με φίλους στο κέντρο της πόλης.
