
Γνώρισα την ποίηση της Λένας Καλλέργη, όπως και την ίδια, ταυτόχρονα: ήταν το μακρινό 2010 στο περιβάλλον του εκδοτικού οίκου του αείμνηστου εκδότη και φίλου Σάμη Γαβριηλίδη, στον οποίο η Καλλέργη κι εγώ είχαμε μόλις εκδώσει τα πρώτα μας βιβλία. Και ναι μεν αποκαλώ «μακρινό» το 2010, αλλά όσοι ζήσαμε από κοντά και βιώσαμε σε βάθος εκείνα τα χρόνια τα τόσο κρίσιμα για όλη τη χώρα –κι ιδιαιτέρως στο κέντρο της Αθήνας–, στην περίπτωσή μας σε συνδυασμό με την αναπόφευκτη ένταση που δημιουργεί σε έναν συγγραφέα η έκδοση του πρώτου του βιβλίου, τα νιώθουμε απολύτως κοντινά, συχνά σαν να είναι ακόμα εδώ, δίπλα μας, γεμάτα βάσιμους φόβους μα και εύλογες ελπίδες. Δεν αποκάλεσαν άλλωστε τυχαία τη γενιά μας, «γενιά της κρίσης».
Ήτανε λοιπόν χρόνια πρωτόγνωρα για εμάς που εισερχόμασταν στον χώρο του βιβλίου: παρθένοι δεν ήμασταν, ήμασταν όμως άδολοι (και κάποιοι παραμένουμε), δεν γνωρίζαμε πολλά πρόσωπα και πράγματα, είχαμε πολυειδείς αγωνίες και εξάψεις, και διαβάζαμε τη νέα γενιά μετά μανίας, αναζητώντας τον ρόλο που σύντομα θα παίζαμε κι εμείς σε αυτήν. Κάπως έτσι, από τις αμέτρητες ποιητικές συλλογές που έπεφταν τότε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στα χέρια μου, αμέσως ξεχώρισα την πρώτη συλλογή της Καλλέργη, Κήποι στην άμμο (Γαβριηλίδης, 2010). Καταρχάς, ο θαυμάσιος τίτλος αρκεί για να τραβήξει τον αναγνώστη: η ποιήτρια δεν φαίνεται να προσβλέπει στο χτίσιμο πύργων ή παλατιών στην άμμο, πράγμα απλό, όσο και πρόσκαιρο, αφού αυτά θα διαλύονταν με το πρώτο κύμα ή με το πρώτο αεράκι ή και με το πρώτο τσαλαπάτημα ενός παιδιού. Δεν προσβλέπει όμως ούτε και σε μια απλή απόθεση λουλουδιών στο άνυδρο τοπίο που υποδηλώνει, σε μια πρώτη ανάγνωση, η άμμος. Η ποιήτρια υπόσχεται να βρει, κι αν δεν βρει τότε να φτιάξει, κήπους, κι ευτυχώς για τον αναγνώστη κρατά την υπόσχεσή της.
Η χλωρίδα και η πανίδα έχουν την τιμητική τους εδώ, αλλά και σε όλη την ποίηση της Καλλέργη: το λυρικό εγώ μπαινοβγαίνει στον κόσμο των φυτών και των ζώων με μια άνεση που δεν τη συναντά κανείς συχνά: «Θέλω ένα δέντρο για σπίτι / Χωρίς καθιστικό και κουζίνα / Στ’ άβολα κλαδιά του ν’ ακουμπάμε για λίγο / Πριν και μετά να πετάμε» γράφει στο ποίημα «Όροι αρραβώνα». Τα άνθη και τα πουλιά είναι παντού, γεμίζουν όλους τους χώρους, και πολλές φορές ο αναγνώστης αισθάνεται πως η ποιήτρια, που εκτός από γλωσσολογία έχει σπουδάσει και βιολογία, γράφει για όλα αυτά κυριολεκτικά, θέλω να πω: αυτά μοιάζουν να είναι συχνά το καθαυτό αντικείμενό της, όχι μόνο μεταφορές για να μιλήσει για τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος, βέβαια, από την εποχή των σπηλαίων αυτό ακριβώς έκανε: παρατηρούσε τη ζωή φυτών και ζώων και προσάρμοζε τη δική του στη σοφία της. Μα και ο άνθρωπος της Τεχνικής το ίδιο κάνει: φτιάχνει αεροπλάνα και ελικόπτερα βασισμένος στα πουλιά και στα έντομα, βάζει θεμέλια στα σπίτια επειδή έχει δει πως τα δέντρα έχουν ρίζες. Τα «φτερά» και τα «πουλιά» είναι από τις αγαπημένες λέξεις της ποιήτριας, το πέταγμα μια αέναη προσδοκία. Κι αν η σύγχρονη ποίηση βρίθει αστικής εικονοποιίας, η Καλλέργη μάς προσφέρει τη θέαση σε έναν άλλο κόσμο, πιο φυσικό, αλλά και με μεγαλύτερη δυνατότητα για ισχυρούς συμβολισμούς. Η ίδια η ποίησή της, αν και ριζωμένη στον ρεαλισμό, ασφυκτιά μέσα σε αυτόν και πετά διαρκώς προς τον συμβολισμό, σε μια συνεχή διαλεκτική ανάμεσα σε ρίζωμα και σε πέταγμα.
Η ποίησή της είναι ελευθερόστιχη και με ισχυρή την αίσθηση του ρυθμού, ωστόσο η ποιήτρια μας ξαφνιάζει και με την ικανότητά της στη στιβαρή μορφή του σονέτου, όπως στο ποίημα «Spleen», ένα καταπληκτικό σονέτο μποντλερικής υφής με θέμα τη μοναξιά και τη μελαγχολία. Έχει δε μια θαυμαστή ικανότητα στο να συνδυάζει φαινομενικώς ανόμοια πράγματα, όπως λόγου χάριν τον έρωτα και τον υπολογιστή, στο ποίημα «Back up»: «Έχοντας μάθει τακτικά να σώζω / Στον υπολογιστή τα κείμενά μου / Κάθε λίγα λεπτά το δάχτυλό μου / Αυτόματα / Να κατευθύνω στο εικονίδιο / Με τη μικρή δισκέτα / Ελπίζω να μη με ξεχάσω / Να μη με χάσω / Μέσα σου». Ο λυρισμός έχει όμως ανάγκη, ιδίως στη σύγχρονη ποίηση, και από μια εξισορρόπηση, την οποία προσφέρει η λεπταίσθητη ειρωνεία: έτσι, στο ποίημα με τον εύστοχο τίτλο «Sous-chef» διαβάζουμε μια πετυχημένη συνταγή για το πώς να παθαίνουμε νευρική κατάρρευση στις μέρες μας (με άλλα λόγια, πώς να αποφεύγουμε τη συνταγή αυτή που μας οδηγεί στην ψυχική διάλυση), ενώ στο ποίημα «Peugeot» (σκεφτείτε τη μάρκα αυτοκινήτου), στο ένα πεζό ποίημα από τα δύο της συλλογής, η Καλλέργη καταθέτει το οιονεί βιογραφικό της (με πρώτη λέξη την «ποιήτρια», το θεμελιώδες γνώρισμά της) αναζητώντας, υποτίθεται, εργασία και ζητώντας δηλώσεις ενδιαφέροντος στον… υαλοκαθαριστήρα του αμαξιού της. Στο δε ποίημα «Περί κήπου», το λυρικό εγώ αναρωτιέται ποιοι και γιατί δίνουν τόσα βραβεία, αφού δεν γίνεται να υπάρχουν «Τόσες δάφνες/ Στην έρημο», με την απάντηση να υπονοείται: όσο απλώνεται η έρημος, τόσο αβγαταίνει η ανάγκη για δάφνες.
Η ποιήτρια-κηπουρός δεν περιορίζεται πάντως στην καλλιέργεια κήπων, αφού, όπως γράφει με τη δέουσα ειρωνεία στο ποίημα «Κασσάνδρα», «Κρέμασα την επιγραφή / ΚΑΛΛΙΕΡΓΩ ΛΙΜΑΝΙΑ / Χθες ο δήμαρχος, / Μην ξέροντας πως είναι δωρεάν / Μου παράγγειλε ένα». Συγχρόνως, η άμμος του τίτλου, που αρχικά μπορεί να έστελνε τον νου του αναγνώστη σε κάποια έρημο (λόγου χάριν, στους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας), εντέλει, όπως διαφαίνεται στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, παραπέμπει και στην άμμο της θάλασσας στην οποία το ποιητικό εγώ θέλει να μεταμορφωθεί ώστε να γίνει, όπως γράφει στον τελικό, θαυμάσιο στίχο: «Και πρώτη ύλη παλατιών που ο άνεμος γκρεμίζει».
Από την άμμο της θαλάσσης περνάμε ομαλά στα πλοία, ήτοι στη δεύτερη συλλογή της, Περισσεύει ένα πλοίο (Γαβριηλίδης, 2016/ Μονόκλ 2023). Η συλλογή αυτή διέπεται επίσης, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό, από την ανθρώπινη, πάρα πολύ ανθρώπινη σύγκρουση ανάμεσα στη βεβαιότητα και στην αμφιβολία, από μια ορισμένη αναποφασιστικότητα, από «αμφίνοια», σύμφωνα με τον νεολογισμό της. Το λυρικό εγώ, ήδη από το χαρακτηριστικό πρώτο ποίημα «Η καταγωγή ενός είδους», αρθρώνει αυτό το δυσνόητο ρίξιμο στον κόσμο που είναι ο Homo sapiens, ο οποίος, από τη μία, διασώζεται μέσω της Κιβωτού μετά τη θεϊκή απόφαση να εξαλειφθεί σχεδόν ολοκληρωτικά εξαιτίας της διαφθοράς και της κακίας του, από την άλλη καλείται να επιζήσει, όμως πλέον με άγνωστο προορισμό και άγνωστη ουσία. Όπως λέει: «Κι αν επιλέχθηκα να ζήσω / δεν μου έμαθε κανείς ναυσιπλοΐα. // Καιρός να φτιάξω ένα πλωτό δικό μου. / Ούτε από μένα ξέρω». Εδώ, η βεβαιότητα της επιβίωσης συγκρούεται με τον σκεπτικισμό του τι ακριβώς είναι αυτό που επιβίωσε. Σε τούτο το υπέροχο ποίημα, ας τονίσω επίσης τον συνδυασμό που συναντούμε ξανά στην ποίησή της: οι αρχαίοι μύθοι συμπλέουν με τη σύγχρονη επιστήμη (εν προκειμένω την εξελικτική βιολογία στην οποία μας παραπέμπει ο τίτλος), πάντα με ένα βαθύ υπαρξιακό υπόστρωμα, υπαρξιακό με την έννοια της αρχέγονης διερώτησης του ανθρώπου για το τι είναι, πού βρίσκεται, πού οδεύει, και γιατί.
Το πλοίο γίνεται λοιπόν το κατάλληλο συμβολικό, μεταφορικό έναυσμα για την ποιήτρια ώστε να αναζητήσει την ανθρώπινη πορεία, ιδίως στη θάλασσα, άλλο ένα σημαίνον σύμβολο που μας παραπέμπει σε κάτι αχανές, άγνωστο και δυνάμει επικίνδυνο, μα και όμορφο, αυτοδύναμο, πλήρες. Τι έχει άραγε μεγαλύτερη σημασία στη θάλασσα που είναι η ζωή, το ταξίδι ή ο προορισμός; Πάντα ένιωθα πως η σωστή απάντηση είναι και τα δύο, και διαφωνούσα με την κυρίαρχη ιδέα ότι μόνο το ταξίδι έχει νόημα· άλλωστε και ο προορισμός δίνει νόημα στο ταξίδι, κι επίσης, ας μην το ξεχνάμε, η παρέα που έχεις σε αυτό. Όπως λέει ο Σενέκας, «Όταν δεν ξέρεις σε ποιο λιμάνι θες να αράξεις, κανένας άνεμος δεν είναι ευνοϊκός». Όπως κι αν έχει, το πλοίο ως αντικείμενο και ως σύμβολο ενέχει πάντα το αίσθημα του φευγιού, είτε του δικού μας είτε των άλλων ανθρώπων είτε, ίσως ακόμα πιο σημαντικό, του ίδιου του Χρόνου. Ακούστε πόσο ωραία το θέτει η Σειρήνα, που ευτυχώς δεν σιωπά στο ποίημα «Η σιωπή της Σειρήνας», ή σιωπά με τον πιο εύγλωττο τρόπο: «Βουβά, πάνω στον βράχο μου εξασκώ / την ευγενή, μετέωρη τέχνη της αναμονής / κι ας φεύγουν τα καράβια».
Οι πλούσιες μεταφορές από το θαλασσινό περιβάλλον, ιδίως σε μια χώρα με τη δική μας Ιστορία και γεωγραφία, προσφέρουν τα κατάλληλα πατήματα στην ποιήτρια, τη μεγαλωμένη στην παράλια Εύβοια, για να μιλήσει για τον έρωτα και τη φιλία και την οικογένεια, και ασφαλώς τη μοναξιά που δημιουργείται όταν αυτές οι σχέσεις δυστυχούν ή και διαρρηγνύονται: ο εραστής είναι ένα ψάρι, οι όχθες ποθούν να ενωθούν με γέφυρες, η σχεδία ένα κατάλληλο μέσο διαφυγής όταν εντείνεται ο κίνδυνος, το κορμί είναι ένα σκαρί που ποθεί ένα πανί. Στην ευαίσθητη ποίησή της, όλα μπορούν να λάβουν τη φωνή του ποιητικού εγώ και να φανερώσουν την ύπαρξή τους, όπως για παράδειγμα η γοργόνα της πλώρης ενός πλοίου, στο υπέροχο ποίημα «Σεπτέμβρης», η οποία «στο ξύλο σκαλισμένη, αναστενάζει: / “Ήμουν πολύ αυστηρή με το κορμί μου”». Η ευαισθησία όμως δεν αρκεί, απαιτείται και ευφυΐα, ώστε το ποίημα να είναι ισχυρό και μαζί ισορροπημένο, απέριττο και μαζί πλούσιο, ήτοι σε αυτό να μην περισσεύει τίποτα και μαζί να διαθέτει όσα περισσότερα μπορεί. Διότι η υπερβολική ευαισθησία μπορεί να κάνει την ποίηση σιροπιαστή, ενώ η υπερβολική ευφυΐα την καθιστά εγκεφαλική. Η Καλλέργη διαθέτει έναν συνδυασμό καλλιτεχνικής ευαισθησίας και ευφυΐας σε έναν βαθμό τον οποίο έχω συναντήσει σε ελάχιστους δημιουργούς. Κι επειδή είμαι ένας άνθρωπος που, καλώς ή κακώς, απογοητεύεται εύκολα, θέλω να πω ότι η Καλλέργη ανήκει στους λογοτέχνες που δεν με έχουν απογοητεύσει ποτέ.
Ο συνδυασμός ευαισθησίας και ευφυΐας αναδεικνύεται ίσως ακόμα περισσότερο στην πιο πρόσφατη συλλογή της, Ανήμερο (Ίκαρος, 2023), ένα ποιητικό έργο διεθνούς εκτοπίσματος, εφάμιλλο με ό,τι καλύτερο γράφεται σε γλώσσες πιο διαδεδομένες από τη δική μας. Από τα πρώτα κιόλας ποιήματα, το «Για να περάσει» (με τη γυναίκα που οδηγά και αναστοχάζεται τη μικρότητά της μέσα στο αχανές φυσικό θαύμα) και το «Μαύρα που χάνονται» (για τις μαυροντυμένες αγρότισσες που δρασκελίζουν τα στενά των χωριών τους), γίνεται αισθητή μια υπέρμετρη τρυφερότητα, η οποία όμως, σε λάθος χέρια και σε υποδεέστερα πνεύματα, θα μετατρεπόταν απλώς σε μία ακόμα μελοδραματική και στομφώδη ηθογραφία, ένα από τα βασικά κουσούρια της λογοτεχνίας μας. Εδώ, απεναντίας, δεσπόζουν ξανά η χαρισματική λιτότητα και ακρίβεια στην εικονοποιία, το μελετημένο μέτρο στη σύνθεση και την έκφραση, καθώς επίσης η αφηγηματική δεινότητα: διότι αξίζει να τονιστεί πως κάθε ποίημα της Καλλέργη είναι μια ιστορία, ήτοι δεν συγκροτείται από στίχους ατάκτως ή και τακτικώς ερριμμένους, και εσκεμμένα δυσνόητους, με στόχο την εντυπωσιοθηρία. Η πασίγνωστη επωδός «Τι θέλει να πει ο ποιητής;» δεν ισχύει εν προκειμένω: η ποιήτρια και ξέρει τι θέλει να πει και έχει βρει τα μέσα για να το μεταδώσει.
Οι ποιητικές ιστορίες στο Ανήμερο εστιάζουν στα ζώα, ανήμερα και ήμερα. Εδώ τα ζώα ως ποιητικά αντικείμενα, όπως τα φυτά και τα πλοία στις δύο προηγούμενες συλλογές, είναι και κυριολεκτικά και μεταφορικά ιδωμένα και παρουσιασμένα. Έχουν να πουν κάτι για τη ζωή τους, έχουν όμως να πουν πολλά και για τη δική μας. Το Ανήμερο είναι μια συλλογή «για τους ανθρώπους και άλλα ζώα», όπως θα έλεγε ο φιλόσοφος Τζον Γκρέι, για τις ταυτίσεις και τις μεταμορφώσεις μας στο ζωικό βασίλειο του οποίου αποτελούμε αναπόσπαστο τμήμα, ίσως το ευγενέστερο, μα έτσι έχουμε αποφασίσει εμείς για τον εαυτό μας, και τι μας λέει πως έχουμε δίκιο; (Όπως έχει γράψει ο Λίχτενμπεργκ, «Το ότι ο άνθρωπος είναι το ευγενέστερο πλάσμα συνάγεται από το γεγονός ότι κανένα άλλο πλάσμα δεν έχει αμφισβητήσει αυτό τον ισχυρισμό».) Αυτό το πέρα δώθε μεταξύ του ανθρώπινου και του μη ανθρώπινου στοιχείου φανερώνεται ενίοτε και με ειρωνεία, όπως στο ποίημα «Όρος του επαγγέλματος», όπου η λέξη «όρος» αποκτά διττή σημασία, είναι βουνό και μαζί προϋπόθεση της γραφής, και το ποιητικό εγώ λογοπαίζει επιτυχώς: «τι ωραία, είπα, που περνάμε / τι καθαρός που είναι ο αέρας / εδώ ψηλά στη γραμματοσειρά!»
Η πολυδιάστατη μετοχή του ανθρώπου στη γήινη ζωή, με τις πολλαπλές ταυτότητες που δίνει στον εαυτό του ή του δίνουν οι άλλοι, διαφαίνεται καθαρά και στο ποίημα «Ταυτότητες», όπου η ποιήτρια, πότε Ελληνίδα, πότε Ευρωπαία, πότε γυναίκα, εντέλει λαμβάνει την έσχατη βιολογική ταυτότητα όλων των πλασμάτων, την κυτταρική, «που ούτε κοιτούσε ούτε ξεχώριζε / λουλούδια και σκουλήκια και χορτάρι / μα ανέπνεε την αρχαία αποστολή / πάνω στο χώμα». Όμως και τα άλλα ζώα, ακόμα και τα φυτά (όπως στο ποίημα «Πλατάνια»), διεκδικούν φωνή για να μας πουν, τρόπον τινά, τα εσώψυχά τους, να μας προσφέρουν τη δική τους κοσμοαντίληψη, σε μια αντιστροφή των οπτικών γωνιών που φέρνει στον νου, μεταξύ άλλων, τη στοχαστική ποίηση του Τζάκομο Λεοπάρντι, τον οποίο η ποιήτρια έχει μεταφράσει. Το δε πολιτικό στοιχείο, που εκ πρώτης όψεως λείπει από το έργο της Καλλέργη, υποβόσκει και κάνει δυναμικά την εμφάνισή του με το ύφος που αναλογεί στην υψηλή λογοτεχνία (δηλαδή χωρίς στράτευση), στο θαυμάσιο ποίημα «Αυτοδικίες», όπου κάθε υπεράσπιση –ενός άντρα, ενός ζώου, ενός σπιτιού, ενός δέντρου– δεν μένει αναπάντητη από αντιπάλους που παραμονεύουν πάντα για να ισοπεδώσουν τα πάντα. Η πιθανή ανατίμηση των ζώων έναντι των ανθρώπων εντέλει υπογραμμίζεται στο ποίημα «Ζώα της νύχτας», στο οποίο το λυρικό εγώ συμπεραίνει, σε μια ήσυχη βραδιά χωρίς το ανθρώπινο στοιχείο, «τι τύχη, λέω, πόση χαρά / στη θέση του ο κόσμος / και τραγουδά καλά χωρίς ανθρώπους». Εδώ ο μη ανθρώπινος κόσμος δεν επιβιώνει απλώς, αλλά τραγουδά κιόλας, κι ίσως τραγουδά καλύτερα χωρίς οκτώ δισεκατομμύρια ανθρώπους. Όμως η συλλογή δεν ολοκληρώνεται με το παραπάνω στοχαστικό ποίημα οικολογικής συνείδησης ή ήπιας μισανθρωπίας (με την καλή έννοια), αλλά με τον «Οδηγό», ένα ποίημα εκστατικής, ανήμερης χαράς.
Το συνολικό έργο της Καλλέργη δίνει την εντύπωση ότι όλα τής προκαλούν δέος, μα και όλα μοιάζουν σαν να τα γνωρίζει ήδη. Δεν ξέρω πώς να το εκφράσω αλλιώς, παρά μόνο με την εικόνα ενός υπερώριμου, χαρισματικού παιδιού που όλα τα παίζει στα δάχτυλα και συγχρόνως δεν βαριέται ποτέ, ωσάν ο κόσμος να είναι ένα παιχνίδι που το γνωρίζει άριστα, από την καλή και την ανάποδη, κι όμως το παίζει ευχάριστα, αποσυναρμολογώντας και συναρμολογώντας το ξανά, αέναα. Ακόμα και όταν η ποιήτρια παραπέμπει στο «άγνωστο», λέξη με την οποία κλείνει το ποίημα «Ατέλεια» (στη συλλογή Περισσεύει ένα πλοίο), ο αναγνώστης αισθάνεται πως κι αυτό είναι, ή σύντομα θα γίνει, γνωστό, και μάλιστα με τρόπο αβίαστο, μέχρι να εμφανιστεί μπροστά της, ή να γεννηθεί μέσα της, το επόμενο Μυστήριο. Όπως το ήθελε ο Μπλέικ, μετά την αθωότητα επέρχεται η εμπειρία, αλλά το ζητούμενο είναι μετά την εμπειρία να επανέλθει η αθωότητα, αυτή τη φορά η έμπειρη αθωότητα.
Η Καλλέργη, αποφεύγοντας κατά κανόνα τα κύρια ονόματα (είτε πρόσωπα είτε τόπους) και γενικότερα λέξεις που θα συγκεκριμενοποιούσαν υπερβολικά ένα ποίημα, στοχεύει στην οικουμενικότητα του βιώματος, στην καθολίκευση της σκέψης, εξού και η ποίησή της ενέχει κάτι από φιλοσοφία όσο και επιστήμη, ιδίως, όπως είδαμε, τη βιολογική. Θέλει το καθημερινό να το καταστήσει διαχρονικό, πράγμα όχι αυτονόητο, καθώς υπάρχουν ποιητές που θέλουν, και είναι ασφαλώς δικαίωμά τους, το καθημερινό να αναδεικνύεται αποκλειστικά ως τέτοιο, όπως και ποιητές που θέλουν, εξίσου δικαίως, το διαχρονικό να φανερώνεται μόνο με όρους διαχρονικούς. Η Καλλέργη τρέφεται ποιητικά από το απλό και καθημερινό, αλλά αποβλέπει στο να του χαρίσει πολυδιάστατες συμβολικές προεκτάσεις και μεταπλάσεις, να ανακαλύψει πώς θα του αναδείξει την αρχετυπική του πτυχή. Είναι η δημιουργός για την οποία ναι μεν ένα πλοίο είναι ένα πλοίο είναι ένα πλοίο, αλλά οπωσδήποτε κι ένα σωρό άλλα πράγματα.
Όπως ισχύει σε όλη την καλή λογοτεχνία, έτσι και τα ποιήματα της Καλλέργη είναι κατανοητά σε ένα πρώτο επίπεδο, δηλαδή δεν θέτουν εξαρχής ανυπέρβλητα εμπόδια στον μορφωμένο αναγνώστη. Όμως τα νοηματικά επίπεδα είναι πολλά, κάθε ανάγνωση ανταμείβει με νέα λυρικά δώρα, στίχοι που αρχικά μπορεί να μας έχουν διαφύγει, στην επανάληψη φανερώνονται και φωτίζουν εκ νέου το νόημα. Για παράδειγμα, το δίστιχο «Δεν κάνουν τα ψάρια τη θάλασσα / ούτε οι λέξεις τη γλώσσα», από το ποίημα «Το αλάτι», είναι μόνο φαινομενικά απλό, καθώς ο περαιτέρω αναστοχασμός πάνω σε αυτό μπορεί να δώσει τροφή σε σύνθετα συμπεράσματα. Δεν είναι λοιπόν εύκολο για τον εκάστοτε κριτικό της να μιλήσει και να γράψει, διότι είναι αναγκασμένος να προβεί σε επιλογές, να παραμερίσει έννοιες και θεματικές, να συντονιστεί με ό,τι του μιλά προσωπικά, με κίνδυνο να του έχουν διαφύγει σημαντικές πτυχές. Για αυτό όμως υπάρχει το σχετικό αφιέρωμα του περιοδικού Καρυοθραύστις (τχ. 18, 2024), ώστε οι τυχεροί λάτρεις της ποίησής της να εμβαθύνουν και σε άλλες ερμηνείες της, ενώ και οι εξίσου τυχεροί που την αγνοούν (τυχεροί διότι δεν έχουν καταλάβει ακόμα τι χάνουν και επομένως το κέρδος είναι μπροστά τους) να τη γνωρίσουν επιτέλους.
