
Φέγγος παρήγορο
ήσουν
[…στα ηχεία, Ευρυδίκη, ορχηστρικό…]
Πάλι μεθυσμένος τριγυρίζει στις κακόφημες τις γειτονιές. Δεν υπάρχει τίποτε εκεί για αυτόν, και όμως επιμένει τις Κυριακές τα δειλινά, όταν όλα στερούνται το φως, αυτός να στρίβει σε κάποιον ύποπτο δρόμο, άλλος να γίνεται ή ο εαυτός του ο πιο αληθινός.
Σε τούτη την οδό, τα μπορντέλα λειτουργούσαν στη σειρά από πάντα. Εδώ είναι που τα κορίτσια στέκονται από πάντα μες στο δειλινό. Τα ονόματά τους σημαίνουν σε όλες τις γλώσσες τη λέξη έρωτες, τίποτε λιγότερο. Μερικές από αυτές τις καδραρισμένες κοπέλες σκαρφαλωμένες πάνω στα πλατύσκαλα των ύποπτων σπιτιών, τις θυμάται ακόμη. Πόσες φορές δεν του ‘μοιασαν με τις άμοιρες τις γυναίκες της Τροίας. Θα τις είχαν φέρει ως εδώ πάνω στις πλώρες των καραβιών τους οι Αχαιοί. Με χίλιες δυο κακουχίες χρειάστηκε να αναμετρηθούν. Δεν είναι λίγες εκείνες που φορούν πια τους αργοναύτες στα αυτιά τους πέρα στους βυθούς. Τώρα τσακισμένες, όσες τα κατάφεραν, ανακαλούν κάποιες φορές την ανάμνηση της πατρίδας τους. Τις νύχτες γεύονται τις στάχτες, στα πρόσωπα απλώνουν ένα μείγμα από νερό και στάχτη, αποφασισμένες να μην λησμονήσουν ποτέ εκείνες τις τρομερές στιγμές. Όλες τους τρέμουν την εκδίκηση της ιστορίας μα δεν μιλούν.
Καθώς περνά εμπρός από τα παλιά εκείνα σπίτια του έρωτος, μερικά κορίτσια του χαμογελούν και του ζητούν να τους κρατήσει συντροφιά. Σε ορισμένες περιπτώσεις το μετανιώνει που δεν ανταποκρίθηκε. Σαν διψάσει, πίνει ένα ποτό βιαστικά σε κάποιο χαμαιτυπείο – είναι τόσα πολλά αραδιασμένα εδώ και εκεί, κάτι ξύλινες παράγκες που τις σαλεύει ο καλός, νότιος άνεμος τις Κυριακές τα δειλινά.
Αυτός είναι που αρπάζει τα καράβια από τις πλώρες. Σαν παιδιά που ξεγλιστρούν από τα χέρια των μανάδων τους, λύνουν τα σχοινιά τα μεγάλα εκείνα πλεούμενα. Σε λίγη μόνον ώρα, όλα τα πόστα είναι αδειανά στο λιμάνι και το κοπάδι των βαστάζων και των εμπορικών αντιπροσώπων, των χαροκαμένων γυναικών και των ατέλειωτων παιδιών έχει πια πάρει τέλος. Αυτός ήταν πάντα ο κόσμος των λιμανιών, ένας τόπος ασπλαχνίας και αποχαιρετισμού, με μια σκοτεινή γοητεία, αποκοιμισμένους γερανούς, σκραπ και ωραίους ορίζοντες.
“Καρτιέ Αταρίν”, έγραφε στη μαρκίζα το μαγαζάκι στην απάνω γωνιά. Η Αλεξάνδρεια μεταμορφωνόταν σε κάτι το ποιητικό, οι αρμοί των φαινομένων λύνονταν και το μεγάλο παραβάν του κόσμου έπεφτε με πάταγο. Ένιωσε στεγνά τα χείλη του, η αλμύρα του ‘χε σκληρύνει το πρόσωπο, το πιοτό είχε ρημάξει το κουφάρι του. Μα τώρα πια δεν είχε άλλη ζωή, έξω από αυτήν. Τώρα η Τροία είχε χαθεί και η παραδεισένια του αγάπη είχε βγει στο σφυρί της αιωνιότητας. Δεν υπήρχε για αυτόν ζωή και ετούτη εδώ η πόλη δεν ήσαν παρά σκέτη δυστυχία. Μια παράξενη δύναμη τον είχε κυριεύσει, μια δύναμη καταλυτική τον είχε κατακτήσει. “Δεν υπάρχει για σε τίποτε άλλο πέρα από τούτη την πόλη, αυτήν εδώ την Αλεξάνδρεια”, αυτό του έγνεφε η φωνή μες στην ψυχή, αυτό του ούρλιαζαν τα ακίνητα πρόσωπα μες στα καφενεία, οι περαστικοί που κρύβουν τις επιγραφές από τα αναρίθμητα φτηνομάγαζα και τα μαρμαρωμένα μέγαρα με το ελληνιστικό τους προσωπείο, αυτό του έλεγαν. Όλα στηριγμένα στο δεκανίκι της φθοράς του χρόνου, κάτι σώματα που ‘σαν νέα μα τώρα καίγονται κάτω από τον ήλιο τ’ατέλειωτου μεσημεριού. Σώματα που καταρρέουν με αξιοπρέπεια, έτσι και εκείνος που ‘ναι τώρα σταματημένος έξω από τη βιτρίνα του μαγαζιού, κατάφωτη, με μια γωνιά αφιερωμένη σε είδη καπνιστών, ξεχασμένα ποιος ξέρει από ποια εποχή.
Απόψε νιώθει πως ο εαυτός του τον προδίδει. Απόψε θα γυρέψει την αγκαλιά ενός κοριτσιού, απόψε θα αγοράσει λίγη τρυφερότητα, απόψε θα μάθει για πάντα τη μυρωδιά του κρίνου σαν ιδρώνει απάνω στην κόψη του έρωτά του. Απόψε θα μάθει από την αρχή τι’ναι το ένστικτο και τ’ ασύλληπτο θα γευτεί. Ένας νέος τον συνοδεύει στην ξύλινη σκάλα. Βγάζει στο πατάρι, με τους βυθισμένους στ’αψέντι, με τις οιμωγές και τις περιπτύξεις που δεν γνωρίζουν από ντροπή. Εδώ μέσα η ακολασία δεν γνωρίζει μέτρο, ολάκερο το σαλόνι το διαφεντεύει ο μικρός θεός Έρως. Ο νέος χάνεται μες στο μισοσκόταδο, πάει να φωνάξει το κορίτσι. Τα χείλη του στεγνά, ο πόθος που ‘ταν πάντα μια τέχνη δίχως φόρμα συγκεκριμένη, τον είχε κυριεύσει. Δεν όριζε πια τίποτε από τον εαυτό του, σαν τον ποιητή παραδινόταν εντός του σε κάτι μεγαλειώδες και φλεγόμενο.
Ο νέος του έδειξε το δρόμο, η πόρτα μισάνοιχτη, τα φουστάνια ριγμένα στην ξύλινη καρέκλα. Στον τοίχο, ένας Εσταυρωμένος μες στο μικρό του εικονοστάσι, μακριά από τα επίγεια. Πάνω από το μεταλλικό κρεβάτι, ένα κατάξανθο κορίτσι που ρίχνει τα πέπλα του, ίσως η Σαλώμη, ίσως κάποια άλλη. Πίσω από το αραχνοϋφαντο της ζωγραφιάς, διαγράφονται στήθη, λαγόνες, ως και η ίδια η ψυχή. Ο πίνακας δεν γυρεύει δόξες, καμιά τεχνοτροπία και κανένα ρεύμα δεν θα τον διεκδικήσει. Είναι μια ζωγραφιά αισθαντική, καμωμένη από την αγωνία ενός ατελέσφορου έρωτα που στην απέραντη ζωή γυρεύει το ταίρι της. Αν δεν είναι η Σαλώμη, θα την λένε Μαρία όπως όλα τα κορίτσια σε τούτη τη συνοικία. Θα ‘χει κάπου μια μάνα, μια κάμαρη, έναν αδελφό που κουβαλάει κασόνια κάτω στο λιμάνι. Δουλεύει ως και δέκα ώρες την ημέρα και την Μαρία την έχει πια ξεχάσει. Μόνο η γριά μες στην παράγκα της, δαρμένη από την υγρασία κάπου κάπου τη ζητάει. Λέει το ονομά της το αληθινό και έπειτα σέρνεται ως τα εικονίσματα. Ανάβει το κερί και προσεύχεται και η μορφή της ίσα που προβάλει στο βάθος του παλιού καθρέφτη. “Κάνε καλέ μου Θεέ, να ‘ναι γερή, να την εδώ κάνε προτού φύγω, καλέ μου Θεέ”. Αυτά μονάχα λέει και αποκοιμιέται και όλο βλέπει μες στον ύπνο της πως είναι νέα πολύ και στα πόδια της ένα παιδί, με τα μαλλιά ξανθά και με το δέρμα σταρένιο όλο τον κόσμο της υπόσχεται. Τα κορίτσια δεν παύουν ποτέ να ονειρεύονται πρίγκιπες και ο θάνατος τίποτε δεν σημαίνει για αυτές. Μες στο όνειρό της θα’ναι πάντα μια λαϊκή ερωμένη προσφέρουσα άνθη.
Πλάι στο κρεβάτι, ένα κομοδίνο από λευκή, σκασμένη λάκα, ένα μισάνοιχτο συρτάρι, το τρανζίστορ που παίζει κάτι απροσδιόριστο, έναν τόνο χαμηλότερα από το βουητό του δρόμου. Και τότε την είδε, σαν φάνηκε αργά, όπως κάνουν οι πρώτες του χορού. Περιπλανήθηκε μες στην κάμαρη και ήταν ποίημα, δεν ήταν ανθρώπινη και όλα πάνω της αυτό λέγανε. Στάθηκε στο σκαμνί, κάθισε όπως θα έκαναν οι βασίλισσες μια άλλη εποχή και άφησε να συρθεί πάνω από τους ώμους της το ψεύτικο μετάξι.
Τότε ήταν που φάνηκε η ομορφιά και όλα τα σκέπασε τριγύρω. Φτερούγισαν μες στην κάμαρη τα ποιήματα και όσα από τα μάτια του ως τότε κρύβονταν, φάνηκαν ξανά. Γνώρισε το σημάδι, θυμήθηκαν τα δάχτυλα τις γραμμές των σωμάτων. Το σώμα θυμάται, είπε μονάχος του και ήπιε μια γενναία γουλιά από της νύχτας το ποτήρι, γεμάτο αρώματα και μαύρο βάμμα. Πλησίασε κοντά της και ένιωσε μες στην καρδιά του την παλιά εκείνη ταραχή. “Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη, όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν”, της είπε και κόπηκε η ανάσα της μια στιγμή μονάχα. Όλα σωπάσανε σαν είπε το όνομά της, σαν είπε, “Ελένη” και η φωνή του ερχόταν από ένα τρομερό βάθος, πιο πέρα από τα ποιήματα του Λόρκα και από την μαγεμένη Αλεξάνδρεια. Εκείνη τον κοίταξε καλά, σαν τάχα να θυμήθηκε πράγματα ως τότε ξεχασμένα. Έγειρε το λαιμό της, ο κόσμος έγειρε μαζί της και έκλαψε πικρά για τα χρόνια που χάθηκαν. “Ελένη, θα σε πάρω να φύγουμε από εδώ”, της είπε και άκουσε τότε νερά. Ήταν ο Ευρώτας που κυλούσε πίσω στην πλάτη της, δυο φτερούγες πρόβαλαν μέσα από το δέρμα της. “Ελένη, Ελένη”. Είπε.
Ώρα μετά, έξω στο δρόμο κοιτάχτηκαν μια τελευταία φορά. Περνούσαν οι παρέες των ναυτικών, κάμποσοι από αυτούς ήσαν μεθυσμένοι από νοσταλγία. Του ίσιωσε το γιακά, τον κοίταξα καλά μες στα μάτια. Είπε, “για μας πια δεν υπάρχει άλλη ζωή, έξω από αυτήν. Τώρα είμαστε σκιές, ο χρόνος και οι άνθρωποι μας πήραν για πάντα αυτό που ‘ταν δικό μας και αγαπημένο. Να μην ξανάρθεις εδώ Πάρη, δεν υπάρχει τίποτε για μας εδώ”. Έκανε να φύγει, μα την πρόλαβε, τα χέρια της πήρε μες στα δικά του. Τα φίλησε, δάκρυα κυλούσαν πάνω τους. Έβαλε μες στη χούφτα της Ελένη, μερικά χρήματα και το χρυσό σταυρό του.
Το ίδιο βράδυ μπάρκαρε. Το πλοίο ταξίδευε για τη βόρεια θάλασσα. Έπρεπε να φύγει μακριά της. Έδωσε τα χαρτιά του, ο υποπλοίαρχος τον κατέγραψε στους καταλόγους. Όταν τον ρώτησε, “γιατί ταξιδεύεις παλικάρι;”, ήξερε τι να απαντήσει. “Η Ελένη φταίει, για όλα η Ελένη”, αποκρίθηκε.
Εκείνο το ίδιο βράδυ έγραψε δυο λόγια. Θα τα ταχυδρομούσε στο επόμενο λιμάνι. Ήταν κάτι σαν αντίο. Όσα δεν πρόλαβε να της πει εκείνο το βράδυ, τώρα τα έγραφε. Και οι αισθήσεις θυμούνταν και το σώμα του την ζητούσε. Μα ήταν όλα πια μια χαμένη ευκαιρία, σκιά και τίποτε. “Τώρα που με διαβάζεις, βρίσκομαι κιόλας μακριά. Δεν θα ξανάρθω Ελένη, τα χάσαμε όλα πια. Μα να ξέρεις πια η αγάπη για μένα δεν θα ‘ναι ποτέ ξανά συγχορδίες χρωμάτων. Αυτά όλα, τα κράτησες εσύ Ελένη. Να προσέχεις τον εαυτό σου και να θυμάσαι πού και πού την Τροία και εμένα. Αντίο Ελένη”.
Ο υπάλληλος του ταχυδρομείου, σφράγισε το φάκελο. Είχε μια μέρα στη διάθεσή του για να κάνει το κέφι του σε τούτη εδώ την άγνωστη πολιτεία. Όλα του θυμίζανε την Ελένη και η καρδιά του είχε κουραστεί να πονά. Εκείνο το μέρος δεν ήταν όμορφο, έβρεχε διαρκώς και έτσι μπορούσε να κλάψει δίχως ντροπή, όσο φυσούσε εκείνος ο παράφορα, λυρικός άνεμος.
Α.Θ
