
[Ντουτ,….. Ντουτ,….. Ντουτ,.. Κλακ]
«Σκέψου αυτό. Μη. Μη με κλείσεις σε παρακαλώ. Απλά αυτό θέλω να σου πω. Μη με κλείσεις! Σκέψου να κοιτάς μέσα από ένα χάρτινο κιάλι. Κοιτάς μέσα από το κιάλι και βλέπεις μια βραχονησίδα απέναντι»
Άκουγε την ανάσα της στην άλλη μεριά του ακουστικού και ήξερε πως θα τον περιμένει να τελειώσει.
«Τη βλέπεις. Η βραχονησίδα είναι όμορφη. Πράσινη εδώ κι εκεί με μερικούς θάμνους, πέτρες, πέτρες πολλές. Παντού πέτρες και λίγη πρασινάδα. Είναι δική σου αυτή η βραχονησίδα, δεν βρίσκεται κανένας άλλος κοντά, είναι δική σου και την κοιτάζεις και χαίρεσαι γιατί την θέλεις μόνο για σένα, μέσα στην ησυχία σου. Γιατί θέλεις να σου ανήκει κάτι που δεν έχουν οι άλλοι»
Συνέχιζε να μιλάει και προσπαθούσε να μην ακούει αυτά που έβγαιναν από το στόμα του. Αυτός συγκεντρωνόταν στην ανάσα της και την έπινε, αργά και απολαυστικά, σαν μια μικρή δόση από κάτι τόσο νόστιμο που μπορεί να σε τρελάνει.
«Κοιτάζεις μέσα από το κιάλι, τη βλέπεις, για ώρες πολλές. Είσαι ήρεμη και γαλήνια. Αισθάνεσαι όμορφα. Ένα παιδικό χέρι πετάγεται από το πουθενά την πιάνει στη μέση και τσαλακώνει το φως, το κάνει θρύψαλα, το πετάει στο νερό, αυτό μουλιάζει και καταστρέφεται. Σηκώνεσαι να το κυνηγήσεις αυτό το παιδί, μα μέχρι να προλάβεις έχει ήδη εξαφανιστεί. Δεν υπάρχει. Πάει»
Σωπαίνει για καμιά δεκαριά δευτερόλεπτα και απλά ακούει τη σιωπή και την ανάσα και τον ήχο που κάνει η γραμμή του σταθερού τηλεφώνου. Δεν περιμένει απάντηση.
«Μήπως αυτό δεν ψάχνουμε όλοι; Ένα χέρι να αρπάξει το χάρτινο κιάλι απ’ το παιδάκι, να το ξανασχηματίσει και να στο δώσει πίσω; Να σε φροντίσει. Kαι μετά εσύ, ίσως μοιραστείς μαζί του ένα μικρό κομμάτι από τη βραχονησίδα σου. Εε; Έτσι δεν είναι;»
Τη ρώτησε. Το τηλέφωνο βυθίστηκε στη σιωπή και μετά από λίγο εκείνη το έκλεισε.
Συνήθιζε να την παίρνει μέρα παρά μέρα ένα τηλέφωνο. Την έπαιρνε αργά, τις ώρες που ήξερε πως γυρνούσε από τη δουλειά. Αυτή, τις πρώτες φορές, μόλις καταλάβαινε ποιος είναι, του το έκλεινε στα μούτρα. Όμως μια φορά την πρόλαβε, της είπε κάτι πολύ όμορφο και απλά τον άκουσε, όπως και τώρα. Και από τότε, όποτε είχε όρεξη, καθόταν να ακούσει την κουβέντα που ήθελε να της πει. Ούτε μια φορά δεν έβγαλε άχνα.
Ο Μανώλης είχε ήδη λίγους μήνες στην Ιταλία και του άρεσε να τη νιώθει κοντά του. Το χρειαζόταν.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι για να κατουρήσει. Η ζέστη είχε μουσκέψει το λευκό αμάνικο μπλουζάκι του. Φόρεσε μια φαρδιά γκρι ξέφτιλη βερμούδα και ξεχύθηκε στους δρόμους της πόλης να βρει τον φίλο του. Κατέβηκε τη via Toledo μέχρι τη Ριβιέρα της Chiaia.
Αυτή η πόλη έμοιαζε με βρώμικο όνειρο, ένα όνειρο από την παιδική του ηλικία. Μια παλιά Ελλάδα, μια Ελλάδα μέσα από τα μάτια του παιδιού. Εκείνα τα μάτια που παραβλέπουν τόσα πράγματα, γιατί δεν μπορούν να τα καταλάβουν. Όμως τώρα είχε μεγαλώσει. Και όταν κανείς μεγαλώνει η παιδική αθωότητα τραντάζεται στα βράχια στην ακτή από το κύμα, κοπανιέται με λύσσα και ξεβγάζεται ξεψυχισμένη.
Είχε λίγα χρήματα να πηγαινοέρχονται μέσα στην τσέπη της βερμούδας σαν εκκρεμές. Περπάτησε κατά μήκος της Ριβιέρας και ο καυτός υγρός αέρας τον κούραζε ανέλπιστα. Τα φώτα των σπιτιών απέναντι στο Ποσίλιπο δημιουργούσαν σχήματα όμορφα και παράταιρα, φώτιζαν τη νύχτα και δημιουργούσαν μια ρομαντική αχνάδα.
Συνάντησε τον φίλο του πάνω από την παραλία Mapatella.
«Πού είσαι φίλε» του είπε και τον χαιρέτησε με χειραψία και μια αγκαλιά.
«Εγώ πού είμαι; Εσύ πού χάθηκες. Μας έλειψες ρε ρεμάλι» του απάντησε.
«Αφού ξέρεις πώς είμαι»
«Ξέρω, ξέρω»
Ανέβηκαν προς την Piazza Amedeo παρέα και είπαν μερικά τυπικά νέα.
Δίπλα από τον σταθμό βρισκόταν ένα καφέ-μπαρ βυθισμένο στο σκοτάδι. Πλησίασαν και χτύπησαν το τζάμι της πόρτας. Τους άνοιξε ένα μεσήλικας καραφλός, με πυκνό μαύρο μουστάκι και μια μεγάλη κοιλιά. Ήταν νευριασμένος γιατί είχανε αργήσει. Τους έβρισε λίγο στα ιταλικά, εκείνοι απάντησαν με μερικές βρισιές στα ελληνικά, τον παραμέρισαν κι εκείνος σταμάτησε. Έκλεισε την πόρτα πίσω τους. Προχώρησαν στο βάθος του μαγαζιού και τράβηξαν την κουρτίνα στη γωνία του δωματίου. Πίσω από την κουρτίνα κρυβόταν μια σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο.
Στο υπόγειο τους περίμεναν άλλοι δύο. Χτυπούσαν νευρικά τα δάχτυλα στο τραπέζι για να δείξουν την ενόχλησή τους, επειδή έμειναν να περιμένουν. Αντάλλαξαν μερικά άνευρα «Ciao», «Come stai», «Bene, tutto bene» και κάθισαν στο στρογγυλό τσόχινο τραπέζι. Δεν τους είχαν ξαναδεί, αλλά απέφυγαν να γνωριστούν μεταξύ τους. Πίσω από τους Έλληνες ακολούθησε ο χοντρός με το μουστάκι που πήρε και εκείνος μια θέση στο τραπέζι. Τους σύστησε.
Ο ένας λεγόταν Φράνι (από το Φραντσέσκο προφανώς), ήταν ένας κοντός, αδύνατος ανθρωπάκος με στρογγυλά γυαλάκια και ένα καθαρό πουκάμισο δύο νούμερα μεγαλύτερο. Τον άλλον τον σύστησε ως Σον (όπως γιος στα Αγγλικά). Πρέπει να ήταν Ιταλός και είχε πολύ ιδιαίτερη όψη. Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό και είχε δυο μικρά άσχημα και ακανόνιστα εξογκώματα στο κεφάλι σαν κέρατα, κοντά και χοντρά, περιελιγμένα και ζαρωμένα, να προεξέχουν ανάμεσα στις αραιές τρίχες στο φαλακρό του κεφάλι. Αυτός ήταν τεράστιος, ο μεγαλύτερος σε μέγεθος στο τραπέζι. Είχε μια τεράστια κοιλιά και πλαδαρό σωματότυπο, όμως φαινόταν πανύψηλος ακόμη και καθιστός. Τα χοντρά του δάχτυλα έμοιαζαν μαλακά και αηδιαστικά.
«Andiamo» είπε ο Frani και ο χοντρός ξεκίνησε να μοιράζει τα χαρτιά.
Ήταν ένα απλοϊκό παιχνίδι αυτό που παίζανε. Ο χοντρός μοίραζε ένα χαρτί στον καθέναν κυκλικά και στο τέλος κάθε μοιρασιάς, όλοι το εμφάνιζαν στους άλλους. Αυτός που θα κατάφερνε να μαζέψει τρία τραπουλόχαρτα με τον ίδιο αριθμό πρώτος έπαιρνε και τα στοιχήματα. Αν δεν τα κατάφερνε κανένας, τα πονταρίσματα επέστρεφαν στον καθέναν όπως παίχτηκαν. Δεν μπορούσε να πάει κάποιος πάσο. Ήταν ένα παιχνίδι βασισμένο μόνο στην τύχη.
Τα χαρτιά παίζονταν στο τραπέζι και ο Μανώλης αισθανόταν περίεργα. Ένιωθε μια μορφή να τον παρακολουθεί και να τον επικρίνει. Αιωρούνταν ψηλά, κοντά στο ταβάνι και δεν είχε πόδια, φορούσε μια μαύρη μακριά φούστα, ένα μαύρο φλοράλ ταγέρ με κόκκινα λουλούδια και μερικές χρυσές αλυσίδες και σταυρούς στο λαιμό. Κάτω από τη φούστα δεν είχε τίποτα, ίσως μόνο ένα σύννεφο για να στηρίζεται κάπου. Την αισθανόταν πίσω από την πλάτη του, όμως ένιωθε σα να την έβλεπε. Αυτή είχε ένα στόμα σαν καταστροφέα χαρτιού και πέταγε μακρόστενα αντικείμενα μέσα του, ομπρέλες, ξύλινα κοντάρια, λες και αυτά ήταν το καύσιμο. Ο θόρυβος που έκανε έμοιαζε με γρανάζια εργοστασιακής μηχανής που συντρίβουν ότι βρεθεί ανάμεσά τους. Τον ενοχλούσε, του τρύπαγε τα αυτιά. Ο σβέρκος του λουζόταν από κρύο ιδρώτα παρά τον καύσωνα.
Οι γύροι ανακατανέμανε τα λεφτά στο τραπέζι και πρώτος έφυγε ο φίλος του Μανώλη. Τον ακολούθησε μετά από λίγες γύρες ο μικροσκοπικός Ιταλός.
Η ατμόσφαιρα γύρω του είχε κάτι που τρεμόπαιζε, μια αβεβαιότητα. Την αβεβαιότητα που έχει ο άνθρωπος καθώς μεγαλώνει. Που για πάντα αμφιβάλλει πως δεν είναι εκεί που θα έπρεπε στη ζωή, πως η κάθε επιλογή θα μπορούσε να είναι άλλη. Πως θα μπορούσε να έχει τον άνθρωπο των ονείρων του, αν έκανε λίγη ακόμα υπομονή ή πως δεν έκανε στη ζωή αυτό που μπορούσε κι αγαπούσε. Και μονάχα όταν όλα έχουν περάσει, κοιτάζει πίσω με γλύκα ή με πίκρα. Με γλύκα αν έτρεξε και πρόλαβε να κάνει έστω μερικά, ή με πίκρα, αν στεκόταν αμίλητος και περίμενε τη μοίρα ν’ αναλάβει αντί γι’ αυτόν. Και τότε καταλαβαίνει πως τίποτα δεν είχε αρκετή σημασία, όσο το απλά να υπάρχει πραγματικά, και πως ένα γλυκό ή έστω ευγενικό καλημέρα, μπορεί να σηκώσει μια ολόκληρη μέρα στο πόδι, να τη χορέψει και να την αφήσει κάτω, όταν θα έχουν εξαντληθεί όλα τα ζουμιά της. Αυτή η αβεβαιότητα που τυραννά κάθε μικρό ανθρωπάκο.
«Πότε θα ακούσεις και κάναν μεγαλύτερο;» του έλεγε ο πατέρας του κι εκείνος κοπάναγε το χέρι στο τραπέζι και φώναζε «Άσε με ήσυχο».
Στο τραπέζι είχαν μείνει μόνο ο Μανώλης και ο Σον. Τα λεφτά δεν πλησίαζαν κατά το μέρος του Μανώλη. Μάλλον τον απέφευγαν, πήγαιναν από την άλλη. Αλλά αυτός δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί και πολύ. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί αρκετά ώστε να αγχώνεται. Πιο πολύ σκεφτόταν πως δεν είχε και πολύ σημασία όλο αυτό, και ένιωθε τη μορφή που αιωρούνταν πίσω ψηλά, κοντά στο ταβάνι, να του πετάει ομπρέλες στην πλάτη, να προσπαθεί να τον σταματήσει από τον κατήφορο που είχε πάρει στη ζωή του. Του ψιθύριζε από μακριά κάτι που δεν κατάφερνε να ακούσει. Κάτι που μάλλον δεν ήθελε κι ο ίδιος να μάθει.
Ο Σον έκανε μια κίνηση με τα χέρια και έσπρωξε μπροστά όλα του τα χρήματα. Ο Μανώλης τον ακολούθησε. Αν ήταν η μοίρα να τον ξεβγάλει από τον ιδρώτα και την κάπνα, ας το έκανε. Ίσως τότε να σταματούσαν όλα να πηγαίνουν στραβά. Ίσως τότε όλη η ζωή να γυρνούσε ανάποδα. Να νιώσει ένα αεράκι να τον φυσάει στον σβέρκο, να το αρπάζει στις χούφτες του και να το απλώνει στο σώμα εκείνης, πάνω και κάτω από το αντηλιακό. Να χώνει μετά το χέρι στη ζέστη την καλοκαιρινής άμμου και αυτή η ζέστη να μην τον εξαντλεί όπως τώρα, μα να τον μαλακώνει.
Ο άλλος τον κοίταζε από απέναντι μοχθηρά, περίμενε να τον αποτελειώσει. Πέσανε ακόμα τέσσερα φύλλα για τον καθέναν και το παιχνίδι τελείωσε. Βρίσκονταν οι δυο τους και ο χοντρός στο σκοτεινό υπόγειο τώρα. Οι υπόλοιποι είχαν ανέβει πάνω, ακούγανε μουσική και μιλούσαν μεταξύ τους. Πήρε τον δρόμο κατά πάνω και ο χοντρός, τους άφησε μόνους.
Ο Σον άπλωσε το χέρι του, όχι για χειραψία, μα σα να ήθελε να του πει το ριζικό του. Ο Μανώλης έδωσε το χέρι του πειθήνια. Τότε ο Σον ξεχώρισε τον δείκτη και τον τράβηξε κατά το μέρος του. Κατέβασε με το αριστερό του χέρι το ούλο απ’ τη μια μεριά του στόματος και έβγαλε έναν κυνόδοντα κοφτερό σαν λεπίδι. Πλησίασε το δάχτυλο στον κυνόδοντα και του έκανε μια μικρή πληγή, λες και ήθελε να εξετάσει την ομάδα αίματός του. Δεν υπήρξε καμία αντίσταση.
Τώρα ο Μανώλης ένιωθε μόνος. Τον είχε παρατήσει η μορφή που πίσω του παραφυλούσε και, πλέον, δε μπορούσε να αναγνωρίσει ποιος είναι, που μένει, τι κάνει και τι θέλει.
Έβαλε ο Σον το δάχτυλο με την πληγή στο στόμα και άρχισε να ρουφάει. Ο Μανώλης άρχισε να ανασαίνει πιο αργά, να χαλαρώνει το πρόσωπό του και τότε είπε:
«Ήθελα μόνο να σου πω πως μού ‘χεις λείψει. Μού ‘χει λείψει να ακούω να ακούς την αγαπημένη μου μουσική, όταν φτιάχνεις τον καφέ σου ή όταν πλένεις το πρόσωπό σου. Μου έχει λείψει να είμαι μικρότερος και να μη με νοιάζει. Να σκέφτομαι πως δεν θέλω να είμαστε μαζί και μετά να το μετανιώνω κάθε φορά που σε ξαναβλέπω. Μου έχει λείψει να ακούω την αγαπημένη σου μουσική, όταν είσαι μακριά, και να περπατάω στο κεφάλι μου τη μέρα μου μαζί σου. Όταν έχει ήλιο να σε βλέπω να χαίρεσαι σαν παιδί και όταν έχει συννεφιά και αρχίζεις τη γκρίνια, να θέλω να φέρω τον ήλιο πίσω τραβώντας τον απ’ την ουρά. Σε θυμάμαι στο ταβερνάκι πάνω από τη θάλασσα να κρατάς το πρόσωπό σου ανάμεσα στα χέρια σου και θυμάμαι πόσο ήθελα να σου πω ότι θα μπορούσες να είσαι έκθεμα σε μουσείο αν εγώ ήμουν γλύπτης»
Όσο μιλούσε τα χαρακτηριστικά του είχαν αρχίσει να θολώνουν και το δέρμα του είχε αρχίσει να ξεθωριάζει.
«Τότε όλα κυλούσαν πιο αργά και αυτό μου λείπει. Μου λείπει να είμαι παιδί. Μου λείπει να είναι οι γονείς μου νέοι. Τί πρέπει να κάνει κανείς όταν δε μπορεί να απαντήσει τίποτα μόνος του; Όταν δεν ξέρει τι να πει και τι να κάνει για να γίνουν τα πράγματα σωστά; Τί πρέπει να κάνει γαμώτο» είπε σα να ξεψυχάει ενόσω το έλεγε.
Όταν ξεστόμισε την τελευταία κουβέντα, το αίμα στράγγιξε, το παιχνίδι τελείωσε, και ένας καπνός σαν από φλόγα από κερί που σβήνει, έμεινε στη θέση του, απλώθηκε στο δωμάτιο, κι εξαφανίστηκε.
*****
Το ακουστικό της ποτέ δεν ξαναχτύπησε όπως τότε. Δεν την ξαναπήρε ποτέ. Εκείνη καθόταν πάνω από το ακουστικό και περίμενε με τις ώρες. Άκουγε την αγαπημένη του μουσική και τον σκεφτόταν. Περπατούσε τη μέρα της μαζί του.
Ο Χριστόδουλος Ράδος γεννήθηκε στα Ιωάννινα. Είναι βιολόγος. Έχει δημοσιεύσει διηγήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά και blogs.
