
Μουσικές ιστορίες
Χνάρια
Εξ επαφής
Δήμητρα Γαλάνη
Νίκος Ιγνατιάδης, Αντώνης Ανδρικάκης
Δεν είχαν δώσει ραντεβού. Τ’ αφήσανε, λέει στην τύχη. Και αν το θέλει αυτή, τότε θα ανταμώσουν στο σαββατόβραδο που παίρνει μπρος κάτω στην πόλη. Άλλωστε καθένας γνωρίζει καλά τα στέκια του άλλου. Έχουν συναντηθεί ουκ ολίγες φορές στο μπαρ “Τρύπια δεκάρα” και άλλες τόσες στο μπιστρό του θείου Λόρενς που παραμένει η πιο σίγουρη λύση μετά από ένα γερό μεθύσι.
Τώρα μπαίνει με την παρέα της εκείνη. Μια χαμογελαστή παρέλαση που σαρώνει την μπάρα του μαγαζιού και ξεσηκώνει τους θαμώνες, κάτι κουρασμένα κουρέλια. Ο μπάρμαν της λέει “ήταν εδώ μόλις πριν, θα τον προλάβαινες αν ερχόσουν νωρίτερα”. Φαίνεται πως ξέρει τον καημό της, οι μπάρμεν ξέρουν τα πάντα. Και δίνουν πάντα τις πιο σωστές συμβουλές. Όπως τώρα που της λέει, “βιάσου, θα τον βρεις παρακάτω στη γωνιά του δρόμου”.
Και εκείνη ακούγοντας το “Εξ επαφής” με τη φωνή της Γαλάνη, παίρνει τους δρόμους. Τριγυρίζει ολόκληρο το τετράγωνο, το αναποδογυρίζει, κοιτάζει μέσα από τις χαραμάδες μήπως της έχει κρυφτεί και παίζει μαζί της. Τα αδέσποτα του δρόμου στο κατόπι της υποψιάζονται τι συμβαίνει και νιαουρίζουν απελπισμένα πάνω σε κάδους και καμινάδες. Κάνε να τον βρει, τι φασαρία είναι αυτή!
Μοναδική της συντροφιά εκείνο το φεγγάρι που σιγοκαίει νύχτες ολόκληρες. Εκείνο φέγγει μια στάλα τους δρόμους της πολιτείας. Μα δεν τον φανερώνει και εκείνη λίγο ακόμη και θα απελπιστεί, θα τα παρατήσει όλα πίσω της και θα πνίξει τον καημό της μες σε έξι δάχτυλα τζιν.
Εκτός και αν η φιγούρα που περπατάει μόνη στο βάθος της σκηνής συνιστά την απάντηση στο αίνιγμα.
Τώρα πέφτει μια τρομπέτα άλλο πράγμα, παίζει ελεύθερα έξω από πεντάγραμμα λες και κάποιος της άνοιξε όλες τις πόρτες με τα μουσικά του κλειδιά. Τον πλησιάζει, σε λίγο θα στέκει δίπλα του. Και αν είναι εκείνος θα τον φιλήσει, τίποτε λιγότερο.
Μα αυτός σε μια κίνηση θαυμάσιας επιδεξιότητας στρίβει ξαφνικά στο αδιέξοδο δρομάκι, μια πόρτα σπρώχνει και το σκοτάδι τον καταπίνει. Και εκείνη μένει μόνο στο πουθενά του Σαββάτου και βάζει τα γέλια, όταν ακούγεται μέσα από τα ακουστικά της η Γαλάνη. Λίγο ακόμη και θα αρχίσει να χορεύει μονάχη της στους δρόμους.
Ο τύπος κάνει και πάλι την εμφάνισή του. Εκείνη χορεύει και δεν τον αντιλαμβάνεται, όχι τώρα που η φωνή της ερμηνεύτριας τα δίνει όλα στο ρεφρέν. Μόνο κάτι από το βλέμμα του προλαβαίνει καθώς γλιστρά στη λεωφόρο. Μια υποψία από ένα χαμόγελο όλο υποσχέσεις.
“Ώστε αυτό εννοεί το τραγούδι, όταν λέει χνάρια” συλλογίζεται και τα αφήνει όλα πίσω της. Οι φίλοι την περιμένουν. Όσο για εκείνον, αν το θέλει η τύχη κάτι μπορεί να γίνει. Όσο περπατά βάζει δυνατότερα τη μουσική και όταν πρέπει να αποφύγει κάποιο εμπόδιο μες στο εργοτάξιο της πολιτείας, το κάνει με χάρη.
Φωτογραφίες
Αίμα στο στόμα
[…στα ηχεία η Sahar Zibaei…]
Όλη η ελπίδα αυτού του κόσμου συνοψίζεται στο ματωμένο πρόσωπο της γυναίκας στις διαδηλώσεις που μαίνονται στο Ιράν. Βαδίζει δίχως φόβο στο δρόμο, ανάμεσα σε άλλους, και άλλους που θα ‘θελαν μια στάλα ελευθερία. Όλοι τους – και εγώ από τούτο το κελί κάπου στην πόλη – πιστεύουν βαθιά πως μια επανάσταση δεν χρειάζεται φρουρούς. Μονάχα έναν λαό που νοιάζεται, μια χούφτα ανθρώπους που κουράστηκαν να φοβούνται και τώρα βουτάνε μες στο ποτάμι της ιστορίας τους.
Πριν από τη λήψη είχε χτυπηθεί από τις δυνάμεις της καταστολής. Ήταν εκείνη τη στιγμή, όταν όλοι πίστεψαν πως θα χάσει το κουράγιο της. Όμως εκείνη φέρεται να είπε, “Δεν φοβάμαι, δεν φοβάμαι, είμαι νεκρή εδώ και σαράντα επτά χρόνια”. Που πάει να πει πως καμιά φορά οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτε να χάσουν. Και είναι αυτός ο παραλογισμός που στη βάση του έχει τον έρωτα για την ελευθερία, αυτός που κινεί τις μάζες στην Τεχεράνη, στο Κίεβο, την Γάζα, όπου ξεφτίζει η παλιά σημαία της ανθρωπιάς. Αυτός ο έρωτας εδώ και μέρες μοιάζει να γιγαντώνεται στην σύγχρονη Περσία.
Σε λίγες μέρες θα φροντίσουν να καπηλευτούν όλη αυτήν την αθωότητα οι περιβόητες ξένες δυνάμεις. Και ο λαός θα βρεθεί ξανά με άδεια χέρια και την ανάσα του κομμένη. Όμως μέχρι τότε, κάποιος θα πρέπει να τα βάλει με γυναίκες όπως αυτή που χτυπήθηκε βίαια. Και που δεν έχει τίποτε να χάσει.
Ετούτη η επανάσταση μοιάζει να ‘χει αληθινούς φρουρούς, που δεν χάνουν το κουράγιο τους. Μόνο πλένουν τις πληγές τους και προχωρούν για να αλλάξει μια μοίρα μονάχα αυτός ο άσχημος κόσμος.
Πρόσωπα
Ναπολέων Λαπαθιώτης
31/10/1888-7/1/1944
[…στα ηχεία, οι “Μπερντέδες” του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Μουσική, Δημήτρης Μαραμής. Ερμηνεύει ο Θοδωρής Βουτσικάκης…]
Του’ κανε τόση εντύπωση η παράξενη φιγούρα. Έμοιαζε ξένος μες σε εκείνο το πλήθος, ένας άνθρωπος φερμένος από μια παλιότερη εποχή. Τον ακολούθησε δίχως να το σκεφτεί για δεύτερη φορά.
Έσπρωξε, στριμώχτηκε, έβαλε τα δυνατά του και τώρα οι δυο τους απομακρύνονται. Ανηφορίζουν για το μικρό λόφο της Καλλιδρομίου, εκείνος εμπρός με μια παλιά ρεντιγκότα, κατάμαυρη σαν φτερά πουλιού και ένα ημίψηλο, κάπως στραπατσαρισμένο. Η κορδέλα του καπέλου του είχε λυθεί και έπεφτε επάνω στο γιακά του.
Ήταν ψηλός και εβάδιζε με πειθαρχία. Κάθε τόσο σταματούσε, έριχνε μια ματιά τριγύρω και έπειτα προχωρούσε. Έμοιαζε σαν τα παιδιά που τους λες πως ήρθε η άνοιξη και παντού την γυρεύουνε και όλο ρωτούν για εκείνη από τ’ανοιγμένο παράθυρο της κάμαρής τους.
Πήρανε την ανηφοριά, πάντα εκείνος εμπρός και ο άλλος σε μια απόσταση, κάπως φυλαγμένα και διακριτικά. Περνούσαν εμπρός από τα κλεισμένα σπίτια, κάποιοι περαστικοί που διασταυρώθηκαν μαζί του, αντάλλαξαν έναν βιαστικό χαιρετισμό και απομακρύνθηκαν προσπαθώντας να θυμηθούν πού τάχα να είχαν συναντήσει εκείνον τον ωραίο, τον κάτωχρο νέο. Είχε, λέει επάνω του όλη τη συντριβή του κόσμου και του έρωτα κάθε χνάρι. Και είχε μια ενοχή μες στα μάτια του και ήσαν εκείνα υγρά, δυο θάλασσες αταξίδευτες. Κάτι από τον αρχαίο πόθο έκαιγε εντός του μα ήσαν όλα συγκαλυμμένα, σαν τον πρόστυχο έρωτα, τον απαγορευμένο.
Ήταν ένας άνθρωπος εκτός επικαιρότητας. Ένας άνθρωπος που μήτε μια φορά δεν κοίταξε πίσω του. Στα μισά του δρόμου υψώθηκε το επιβλητικό σπίτι. Ο χρόνος το ‘χε ρημάξει, εδώ και εκεί είχε σημάδια. Αν ήταν άνθρωπος αυτό το σπίτι, τίποτε δεν θα τον κρατούσε στη ζωή. Ο παράξενος εκείνος άνδρας έσπρωξε την σαθρή αυλόπορτα και προχώρησε. Η ρεντιγκότα του σερνόταν χάμω στα λουλούδια και τις πέτρες, όπως συμβαίνει πάντα με τους ποιητές. Για μια στιγμή χάθηκε διά παντός, όπως εκείνοι που κατοικούνε πλάι μας κατά μόνας και τόσο μα τόσο αφανώς. Τον φαντάζεται να ανεβαίνει την ξύλινη σκάλα. Αργά, όπως εκείνος που ‘χει πάρει μια μεγάλη απόφαση.
Τον είδε ξανά, μια σκιά στο παράθυρο του απάνω ορόφου. Μια φιγούρα, τίποτε τ’ανθρώπινο πίσω από έναν κόκκινο μπερντέ. Ω, πορφύρα της ενοχής που τον εσπάραζε εκείνη τη στιγμή.
Τους λογισμούς του διέκοψε ένας ήχος διαπεραστικός. “Κάπου περνούσε μια φωνή”.
Α.Θ
