Απόστολος Θηβαίος | Ω, Καίσαρ!

 

Μικρό σχόλιο στο μυθιστόρημα του Καίσαρα Βαγιέχο
και μερικές ιστορίες με ζωγραφιές

Τα ανάγλυφα των αισθημάτων

για το “Άγριο Παραμύθι”, εκδ. Ροές, Καίσαρ Βαγιέχο
μτφρ. Δήμητρα Παπαβασιλείου

 

Κάτι ανεξήγητο καθιστά στα αλήθεια Άγριο, το Παραμύθι του Καίσαρα Βαγιέχο σε μετάφραση Δήμητρας Παπαβασιλείου από τις εκδόσεις Ροές. Με τις μικρές του διαστάσεις φαντάζομαι πως το αριστούργημα του Περουβιανού πρωτοπόρου δημιουργού, θα  χρειάστηκε να παλέψει για να βρει μια θέση μες στα θηριώδη βιβλία που καταφτάνουν κατά δεκάδες καθημερινά στα σιωπηρά βιβλιοπωλεία της πόλης. Και με σιγουριά θα τα κατάφερε αφού έχει να πει μια ιστορία βαθιά και αινιγματική, ένα Παραμύθι με φευγαλέες μορφές στο βάθος ενός νερόλακκου, ενός παραπόταμου. Και άλλωστε είναι εκείνο το διακοσμητικό επίθετο που σε κάνει να νιώθεις μια σιγουριά. Μια βεβαιότητα πως τάχα θα τα καταφέρει να φανεί, με την απέραντα ανθρώπινη ιστορία του.

Στάθηκε εκεί, ανάμεσα σε εκατοντάδες τίτλους, κάτω από την πλαστική επιγραφή “Λατινική Αμερική”. Εδώ μπορεί να κατοικήσει για πάντα το Άγριο Παραμύθι του Καίσαρα Βαγιέχο. Αρκεί κάποιος να αφεθεί στην ιστορία του Μπαλτά και της Αδελαϊδας για να δει τ’άγριο πρόσωπο του κόσμου που χωρά τ’αχώρητο. 

Ένα νιόπαντρο ζευγάρι, ένα μικρό υποστατικό και όλη η αγάπη του κόσμου, η ελπίδα. Με τούτα πορεύονται οι ήρωες του βιβλίου και με αυτά είναι που πασχίζουν να στερεώσουν τη ζωή τους. Και εμπρός τους ένας κόσμος μαγικός και μαγεμένος, κατάμεστος από τ’όνειρο που μετεωρίζεται εδώ και εκεί, σκιά που μόλις να δει προλαβαίνει κανείς το περιβόητο θαυμαστό πραγματικό που κανείς δεν θέλησε να συναρμολογήσει.

Αργά και μεθοδικά ο συγγραφέας προχωρεί μες στο δράμα του. Ο Μπαλτά, ένας νεαρός άνδρας που τον τυλίγει η νύχτα, παραδίδεται δίχως αντίσταση στα παιχνίδια του νου. Και η τρέλα που τον κυριεύει περνάει μες στο αίμα του, έτσι αριστοτεχνικά, όπως ήξερε σε όλη την έκταση του έργου του, να πράττει ο Περουβιανός Βαγιέχο.

Την κάθαρση θα την δώσει ένα απονενοημένο διάβημα. Η συντριβή του Μπαλτά που κατακρημνίζεται, η Αδελαϊδα που δεν γνωρίζει τίποτε για το θάνατο του δικού της ανθρώπου, η ζωή που εξακολουθεί να τραβά το δρόμο της, για πάντα ανυπόστατη και αδιάφορη για τη μελαγχολία των ανθρώπων.

Το φαντάζομαι το μικρό βιβλίο των Ροών να στέκει παράμερα. Μια άγρια αφήγηση, από εκείνες που θέλουν τους ανθρώπους ολότελα χαμένους, δίχως καμιά οδό διαφυγής. Ένα “Άγριο Παραμύθι” από εκείνα που εξακολουθούν το δρόμο τους δίχως να λογαριάζουν περισσότερο από όσο κάθε άλλη πράξη, τη χειρονομία του θανάτου. Ιστορίες με ανθρώπους που τους καθορίζουν το σχήμα του προσώπου και το ανάστημά τους, λεπτομέρειες δικές τους, μόνο. 

Από τους ανθρώπους του αφηγήματος που ανέδειξε τον Καίσαρα Βαγιέχο σε μείζονα μορφή της λατινοαμερικάνικης πεζογραφίας , δεν σώθηκε κανείς. Τους σπάραξε τ’Άγριο Παραμύθι της ζωής τους. Μόνον αποσπασματικά, μόνο στα συμφραζόμενα είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε τα στοιχεία ενός έμμετρου θαυμασμού, όλα ζωγραφισμένα απάνω στις μορφές. Αυτές προεξοφλούν μια άλλη λογοτεχνία του ρεαλισμού που καταφτάνει με το καταπίστευμά της ακέραιο. 

Για να απαντήσει στο ερώτημα της ανθρωπιάς που κυλάει μες στο αίμα της. Για να σταθεί υπέροχη, με σθένος και μυστήριο αυτή η λογοτεχνία, έχοντας πάρει την απόφαση να ταιριάξει πρώτη και τελευταία φορά, με τον έρωτα και το φόβο, τα δυο  καλά βαλμένα στοιχειά εντός της. Για να ζωγραφίσει όχι φιγούρες, μα ανθρώπους με τσακισμένες, αλόγιστες ψυχές που πασχίζουν να αναγνωρίσουν τι τάχα να μην είναι όνειρο και εφιάλτης.

Όταν το φως μακραίνει, όταν φαντάζει πια απίστευτο και άφθαστο από ποτέ, γύρεψε το “Άγριο Παραμύθι”. Για να δικαιώσεις όπως οι ήρωες του Περουβιανού δημιουργού την πανάρχαια αλήθεια. Πως είναι η τέχνη που μας κάνει μαχητές, πλάι μας να στέκει όταν παλεύουμε με τούτο εδώ τον κόσμο και κάθε άλλο. Και πως κάτι μαγικό και μυστικό πλανάται στην ατμόσφαιρα, κάτι που απροσδιόριστα και καθ’ολοκληρία συνέλαβε η λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία της θαυμαστής και θαυμάσιας πραγματικότητας.

Ιστορίες με ζωγραφιές

Νάρκισσος
Καραβάτζιο

[…στα ηχεία Νίνο Ρότα, A Time for Us…]

Εισήλθε λέει στου αχωρήτου τη χώρα. Βυθίστηκε στην τόση του την ομορφιά, εκεί, απάνω στα νερά που λίμναζαν, στη λερή λιμνούλα. Και ευθύς μαγεύτηκε και δεν είχε άλλο από τον εαυτό του να θωρεί. 

Και ήταν παιδί και να φανταστεί δεν το μπορούσε, τι ασύλληπτη που είναι η ομορφιά, τι ανυπόστατη.

Σκίτσα από το μυστικό δωμάτιο του Μιχαήλ Άγγελου, Φλωρεντία

[…στα ηχεία Faure, Shylock Suite…]

Όλοι έχουμε ένα μυστικό δωμάτιο. Είναι γεμάτο ζωγραφιές, μορφές η μια πάνω στην άλλη, συγκεχυμένες, αξεδιάλυτες. Σε αυτό οδηγεί μια άγνωστη, τελείως μυστική πόρτα που δεν θα μάθει ποτέ κανείς. Εκεί, με το μετάλλευμα της ψυχής μας σχεδιάζουμε τον κόσμο όπως θα θέλαμε να είναι, έναν κόσμο δίχως καθρέφτισμα, ολότελα λυρικό και ιδεώδη, δίκαιο, θριαμβικό.

Και άλλοτε οι φιγούρες που εμείς οι ίδιοι φτιάχνουμε, καταλήγουν να μας τρομάζουν, αμήχανους να μας αφήνουν από θλίψη και τρόμο κυκλωμένους. Είναι η πιο μεγάλη νύχτα του κόσμου τότε. Και εσύ, εσύ μονάχα με το εμπύρετο σώμα σου να πρέπει να αντέξεις τη σκηνοθεσία του φόβου.

Όλοι έχουμε ένα μυστικό δωμάτιο. Το επισκεπτόμαστε αποσπασματικά. Μας περιέχει μες στην ασύλληπτη μοναξιά του. Και αν κανείς δεν μιλά για αυτό είναι κυρίως επειδή δεν θέλει να αποκαλυφθεί το παραμικρό για το ασύλληπτο εκείνου του δωματίου.

Σαν αυτό που ανακαλύφθηκε τυχαία το 1975 στη Φλωρεντία κατά τη διάρκεια εργασιών τοιχοποιίας. Κάτω από τον ασβέστη μπορούσε κανείς να διακρίνει ευκρινώς τις μορφές, τα σκίτσα, πολλές φορές βαλμένα το ένα πάνω στο άλλο. Λίγο αργότερα θα γίνει γνωστό πως αυτός ήταν ο χώρος που γύρω στα 1530, όταν ο Πάπας καταδίωκε τον καλλιτέχνη, ο Μιχαήλ Αγγελος βρίσκει καταφύγιο. Τις ώρες του αποκλεισμού του σκάρωσε με κάρβουνο και κιμωλία προσχέδια από έργα και συνθέσεις που θα στελεχώσουν το μελλοντικό του έργο. Το πάντα ασυμπλήρωτο, τ’ατέλειωτο έργο του  συναντά στο μυστικό  δωμάτιο την προπαρασκευή, προτού μεταμορφωθεί σε αριστούργημα.

Pears, Walnuts and Glass of Wine

Jean Baptiste – Simeon Chardin

Πάντα μ’αρέσανε οι νεκρές φύσεις, οι ακίνητες ζωές. Μου θύμιζαν σαν ήταν ωραίες, εκείνη την ακίνητη ατμόσφαιρα που σημαδεύει τα μεγάλα βιβλία, τα σπουδαία ποιήματα. Άραγε να υπάρχουν τέτοια ή μόνον μια κοινή συγκίνηση, μόνον η στάθμη και το μέτρο, κάτι που δεν θα ειπωθεί ποτέ με τόση πληρότητα, κάτι που στέκει ισάξιο της ιδέας; Κανείς δεν ξέρει τις απαντήσεις σε τέτοια αινίγματα και η Σφήκα της τέχνης μου γελά μονάχη της στο τρίστρατο.

Καμιά φορά μες στο νου μου λογαριάζω πως οι νεκρές αυτές φύσεις παίρνουν σαν πάλι ζωή. Και πως κάποιο παιδικό χεράκι που εισβάλλει στη σκηνή, κάνει τα φρούτα να σαλέψουν – κάποιο πέφτει χάμω. Ταρακουνάει το ποτήρι με το κρασί, δυο στάλες χύνονται πάνω στο ξύλινο ερμάρι. Γελώντας χάνεται το παιδί και εγώ ο μόνος εκεί έξω π’ακούει τα τρεχαλητά του από κάμαρη σε κάμαρη, γκρεμίζοντας κάθε μια ανεξαιρέτως νεκρή φύση, κάθε μια ακίνητη ζωή. Το παιδί εκείνο.

Botanical Garden

Luis Paret y Alcaraz

Το παιδί που περνούσε, όχι πάνω από οκτώ χρονών, φώναξε “η παρέλαση” και το πλήθος χωρίστηκε αμέσως, σαν να ‘χαν μεσολαβήσει δεκάδες πρόβες. Δυο όχθες ανθρώπων με ζωγραφισμένη την ευτυχία στα πρόσωπά τους. Εκείνη τη στιγμή καθένας τους λησμονούσε τα προβλήματά του και έπαιρνε μέρος με όλη του την καρδιά. Σε μια τελετή ευτυχίας, ακριβώς αυτό ήταν η περίσταση και τίποτε λιγότερο.

Πρώτα φάνηκε η ορχήστρα, μια μπάντα με κόκκινα σακάκια και ασορτί καπέλα. Ήρθαν από τη στροφή του δρόμου, σαν να βρίσκονταν από πάντα εκεί και απλώς προσμένανε, λέει το παράγγελμα. “Εμπρός μαρς!” και τώρα μες στη νύχτα παιανίζει χαρούμενα εκείνη η ορχήστρα. 

Και ύστερα οι κληρικοί και οι άνθρωποι της πολιτείας, καδραρισμένοι και αναλλοίωτοι μες στα χρόνια, δίχως τίποτε τ’αλλιώτικο. Μυρωδιά θυμιατού και η μέθεξη του ανθρώπου με τον Θεό του που τέτοιες μέρες τον καταδέχεται. 

Εσύ βρισκόσουν απέναντί μου, πίσω από όλα αυτά τα εμπόδια, με ολόλευκα πια μαλλιά. Σε φυσούσε ένας άνεμος δικός σου, σε σκόρπαγε παντού τριγύρω, μια αίσθηση μικροϊδωμένη πίσω από τις φιγούρες, αφού μονάχα εσύ μένεις ανθρώπινη σε  όλη εκείνη τη δοξασία. 

Είπα να σου γνέψω, μα καθώς έφευγε η μπάντα χανόσουν και εσύ η ίδια. Μπορεί και να με είδες, ίσως να με ξεχώρισες. Φορούσα εκείνο το ιδιότροπο καπέλο του πεπρωμένου που φορούν όσοι έχουν χάσει τα πάντα.

Την άλλη μέρα έφτασε η είδηση πως ίσως έφυγες. Και είπα τότε πως ήταν μονάχα σκαρίφημα του νου μου η μορφή σου ανάμεσα σε τόσες άλλες , κάποτε σε μια γιορτή, χρόνια πίσω.

Zebra

Luis Paret Y Alkazar

Εδώ και εκεί το σπίτι το έζωνε μια πυκνή, απλόχερη βλάστηση. Και έπαιρνε ευθύς εμπρός και πάλι ο περιβόητος, δέκατος πέμπτος αιώνας. Έτσι φάνταζε η σκηνή, πολύ αναγεννησιακή. Ωστόσο εν έτη 1772 αποτέλεσε ζήτημα εξόχως σημαντικό η μεταφορά τ’αγρίου ζώου κάπου εις τα περίχωρα. “Μια ζέβρα!”, “σε λίγο θα συρρεύσουν και οι λέοντες” απαντούσαν κάποιοι με σοφία και προαίρεση ολοφάνερη, “θεέ μου, πώς τους ήρθε!”, “χλιμιντρίζουν αυτές, ξεύρετε;” και άλλα πολλά εμαίνονταν στις συζητήσεις των ζαχαροπλαστείων. 

Στο μεταξύ, τη χαριστική βολή στη μαζική υστερία περί ζέβρας έδωσε η φήμη πως το συμπαθές τετράποδο το’σκασε. Και πως τώρα τριγυρίζει μες στην πόλη και θα πρέπει να καταδιωχθεί προτού πέσει η νύχτα. Διότι τότε, άκουσον, το ζωντανό θα είναι μισοφανερό και οι αρχές ενδέχεται εξαιτίας αυτής της ιδιοτροπίας να βάλλουν κατά κανενός καημένου που θα τυχαίνει να περνά εκείνη την ώρα. 

Τίποτε δεν έγινε. Η ζέβρα εθεάθη το επόμενο πρωί στις όχθες του παραποτάμου κάτω από ένα φανταστικό χάραμα, καμωμένο από τα πινέλα του Γκωγκέν και τίποτε λιγότερο. ‘Ενα βαθύ, πράσινο χάραμα στην πίσω πλευρά του μεγαλόπρεπου αρχοντικού, ακριβώς εκεί που βρίσκονται μερικά συντρίμμια, από όσα περιφρόνησε η ζωή σε τούτα εδώ τα μέρη. Και το σπίτι, εδώ και εκεί, έζωνε μια πυκνή, απλόχερη βλάστηση, λέει.

Απόστολος Θηβαίος