Γράφει ο Γιώργος Γλυκοφρύδης
1.
Καταρχήν, θα ξεκινήσω ευχαριστώντας τους Αργοναύτες και τον Γιάννη τον Οικονομίδη που μου έδωσαν την δυνατότητα να δω την ταινία.
Καταπληκτικοί όλοι τους. Τους ευχαριστώ ξανά.
–
Η Σπασμένη Φλέβα με στοίχειωσε. Είναι δεδομένο. Ο Θωμάς εμφανίζεται στον ύπνο μου με το φοβερό πλάνο πλάτη. Ακόμη και στην κόλαση όπου βρίσκεται ανεξάρτητα αν μετά το τέλος της ταινίας κάπως πέθανε, ή όχι, έρχεται στον ύπνο των θεατών. Ή κάποιων θεατών. Ο πλέον αδικημένος των αδικημένων, θα εκδικηθεί. Είναι δεδομένο. Άνθρωπος είναι.
Αυτή η τικ τακ κινηματογράφηση του Οικονομίδη δεν μου ήταν άγνωστη. Από το Σπιρτόκουτο είναι που την βλέπω, με σταθμό αγάπης μου στο Μικρό Ψάρι, με το να φτάνει στο απόγειό της στην Σπασμένη Φλέβα.
Κάθε μα κάθε πλάνο, μετρημένο στο χρόνο, και στημένο εικαστικά, απόλυτα. Πρόζα, λέξη προς λέξη. (Δεν μπορώ να φανταστώ τις ώρες επί ωρών της πρόβας.) Διόλου εύκολο όσο εύκολο κι αν ακούγεται. Αυτό μου θυμίζει Αγγελόπουλο. Αυτή η “τελειομανία” είναι Αγγελόπουλος και Κιούμπρικ. Και Τρυφώ στα κοντινά δύο προσώπων.
Αλλά στο σινεμά του Οικονομίδη θα επιστρέψω αργότερα.
Οι ήρωες της Σπασμένης Φλέβας δεν είναι φίλοι μου. Ούτε γνωστοί μου. Ούτε φίλοι φίλων μου. Το ξέρω αυτό. Ούτε γνωστοί γνωστών μου. Το ξέρω κι αυτό. Αλλιώς, τουλάχιστον, κάπου θα τους είχα δει, κάπου θα τους είχα ακούσει να μιλούν, σε κάποιο ταξίδι μας, σε κάποιο φαγητό μας, σε κάποια μάζωξή μας, σε κάποιο πάρτι μας, σε κάποιο πιθανό παρελθόν μας.
Σε κάποια φωτογραφία από κάποια πιθανά φοιτητικά χρόνια. Στην Ελλάδα, στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ιταλία, στη Βρετανία, στην Αμερική. Κάπου, τέλος πάντων, εκεί που μαθαίνουν γράμματα.
Κάπου θα είμασταν πιθανοί συμμαθητές, έστω, βρε αδερφέ. Στο Ελληνογερμανικό; Στη Γερμανική; Γαλλικό; Λεόντιο; Λύκειο της γειτονιάς; Λύκειο της γειτονιάς, της πόλης, του χωριού; Όπου, εννοείται, αλλά Λύκειο. Όπου· που μαθαίνουν γράμματα. Στο Λύκειο της γειτονιάς και του χωριού έχω πάει κι εγώ.
Κάπου οι γονείς μας θα μας είχαν δωρίσει ένα βιβλίο. Θα τους θυμόμουν. Κι ας μην ήταν φίλοι μου.
Οι ήρωες της Σπασμένης Φλέβας ουρλιάζουν μια γλώσσα που όχι απλά δεν γνωρίζω και συχνά ως και δεν καταλαβαίνω, αλλά που με φοβίζει, βαθιά. (Καταπληκτικό. Ουρλιάζουν. Δεν μιλούν.)
Εγώ είμαι κάποιο πιθανό θύμα της ιδιοκτήτριας της καντίνας.
Από το Σπιρτόκουτο, ήδη, τους ήρωες, τους φοβόμουν.
Μα τι συμβαίνει; Ο Οικονομίδης όρισε και κατέδειξε μία κοινωνική τάξη και κοινωνική ομάδα της Ελλάδας; Μα ναι. Όχι. Λάθος. Καμία κοινωνική τάξη και κοινωνική ομάδα της Ελλάδας δεν όρισε και κατέδειξε.
Έδειξε, κατέδειξε και υπογράμμισε, και χάραξε με καλέμι και σφυρί, την Ελλάδα όλη.
Τι διάολο; Τι με νοιάζουν εμένα οι πιθανοί τρόφιμοι των φυλακών και πιθανοί επιβάτες των περιπολικών; Τι με νοιάζει όλο αυτό το αγράμματο και αναλφάβητο ρατσιστικό συνονθύλευμα πιθανών απατεώνων πιθανών μαφιόζων, πλήρως απελέκητων ανθρώπων που ως άνθρωποι στέκουν μόνο ως DNA σώματος και όχι ως DNA εγκεφάλου; Μα τι διάολο; Η Ελλάδα όλη έτσι είναι;
Τώρα που το σκέφτομαι, τους έχω δει. Τους Έλληνες. Κι ας μην είναι φίλοι μου και γνωστοί μου.
Μια φορά με τράκαρε ένας τους, μ’ ένα άθλιο πράσινο πράγμα από λαμαρίνες, που εκείνος αυτοκίνητο ονόμαζε, που τον άκουγα να μου ουρλιάζει χωρίς να καταλαβαίνω τι μου λέει, ενώ κοιτούσα τις ρυτίδες του παραμορφωμένου από τον θυμό του ζώου, προσώπου του, και σήκωσα το κινητό και κάλεσα την αστυνομία. Και η αστυνομία γελώντας με συμπάθεια μου είπε «Καταζητούμενος είναι αυτός που περιγράφετε…»
Τώρα που το σκέφτομαι, ναι τους έχω δει. Στην εφορία του Χαλανδρίου όταν αυτή υπήρχε, να περιφέρονται ιδρωμένοι 12 το μεσημέρι.
Στην απέναντι πολυκατοικία στο Χαλάνδρι, πάντα, να ουρλιάζουν στο κινητό, στο πεζοδρόμιο πάνω κάτω, για κάποια επιταγή. Απειλώντας κάποια ζωή. Φορούσαν και σακάκι, είναι η αλήθεια. Ο Παντελής ο τοκογλύφος ήταν.
Τελικά, τους έχω δει, ναι. Μένουν ακριβώς στο διπλανό διαμέρισμα. Δολοφόνησαν τον γιο τους τον Ζακ με κλωτσιές αφού τον έβρισαν ασύστολα. Τους φοβόμουν, πάντα, τους ήρωες της Σπασμένης Φλέβας.
Στο τρένο αλλά και στο αεροδρόμιο, σε κάποια επιστροφή μου από τη Γερμανία ή την Ιταλία ή τη Γαλλία, πού να θυμάμαι τώρα, με σακίδιο μπλε και κόκκινο βαρύ, μου μιλούσαν στα Αγγλικά ακόμη και μετά που τους έλεγα «Έλληνας είμαι.»
Δεν μιλώ την ίδια γλώσσα, μάλλον. Δεν έχουμε γεννηθεί και δεν έχουμε μεγαλώσει, καν, στην ίδια χώρα, μάλλον. Οπότε δίκιο είχαν. Δεν είμαι Έλληνας. Τι κι αν το έλεγα.
Η αλήθεια της Σπασμένης Φλέβας σκοτώνει.
2.
Ο Ιταλικός νεορεαλισμός, η Γαλλική novelle vague, αυτό έκαναν: Δεν μάσαγαν την αλήθεια. Το Hollywood πάντα μάσαγε την αλήθεια.
Η Σπασμένη Φλέβα κάνει επακριβώς αυτό: Δεν μασάει την αλήθεια. Είτε αυτό ενοχλεί είτε όχι.
Όλες οι ταινίες του Οικονομίδη αυτό έκαναν. Δεν μασούσαν την αλήθεια. Η Σπασμένη Φλέβα το κάνει με ένα κλικ ακόμη. Δεν μασάει την αλήθεια ούτε ως σινεμά.
3.
Η Σπασμένη Φλέβα σηκώνει το γάντι στο Hollywood ευθεία και καθαρά. Κουβαλά χωνεμένο όλο το Ευρωπαϊκό σινεμά δεκαετιών χωρίς τις εμμονές του και χωρίς τους εφιάλτες του.
Το ίδιο μονοκόμματο θάρρος που έχουν οι κινήσεις της κάμερας, της Σπασμένης Φλέβας, όπου αυτή κινείται γιατί δεν κινείται και πολύ να γλυκάνει κανέναν, και το ίδιο μονοκόμματο θάρρος που έχουν τα κάδρα της και το κοπτοραμμένο μοντάζ της, (πώς αλλιώς να συνδέσεις ακίνητα πλάνα), τις ίδιες προσωπικότητες και χαρακτήρες έχουν κι οι ήρωές της. Και η σχεδόν ως το τέλος ανύπαρκτη μουσική της. Ανύπαρκτη. Τέλεια. Λάτρεψα τους ήχους του περιβάλλοντος μιας αδυσώπητης άμουσης πραγματικότητας να συμβαδίζουν με την άμουση ζωή των ηρώων.
Πλήρως ακίνητα, εξαιρετικά ψηφιακά, εξαιρετικά έγχρωμα, κάδρα, μιας κατάφωτης πραγματικότητας μιας κατάφωτης χώρας, με μόνο ήχο όλον τον περιβάλλοντα ήχο, με την ζωή των ηρώων σε κάθετη μη αναστρέψιμη πτώση. Η τραγική ειρωνεία, αυτοκράτειρα.
Ο πατέρας μου, έλεγε, συχνά «Τι είναι αυτή η πραλδάμ παρλδάμ μουσική που έχουν πολλές ταινίες; Εσύ όταν περπατάς στο δρόμο λίγο πριν σε σκοτώσουν που δεν το ξέρεις, όμως, ακούγεται μουσική από κάπου;»
Το είδα στη Σπασμένη Φλέβα, αυτό. Αριστούργημα.
Η κινηματογράφηση στη Σπασμένη Φλέβα δεν κρύβει τίποτε. Όπως η αφήγηση της ιστορίας της. Όπως η προβολή των προσωπικοτήτων και των χαρακτήρων των ηρώων της. Όπως η ιστορίας της η ίδια. Με το σφυρί και το καλέμι.
Αυτή η συμβάδιση κάνει την Σπασμένη Φλέβα μεγάλο σινεμά.
Το ακίνητο θεατρικό μονοπλάνο σκηνή. Όπου αυτή τον βρίζει αλύπητα. Μεγάλο σινεμά.
Τα ακίνητα πλάνα ίδιας γωνίας όλων των ερωτικών σκηνών εκτός μίας. Μεγάλο σινεμά.
Η κινηματογράφηση στη Σπασμένη Φλέβα δεν κρύβει τίποτε. Άριστη ψηφιακή πραγμάτωση που η χρήση του ψηφιακού σε όλα τα επίπεδα, και στο γύρισμα και στο post production, δεν ανακατώνει φιλμικές μιμήσεις προς αναπόληση του “παλιού σινεμά”.
Η Σπασμένη Φλέβα, όμως, χρησιμοποιεί το “παλιό σινεμά” με τέτοιο τρόπο, που όταν τον ρόλο της ηρωίδας που είναι η μοναδική αληθινή αγάπη για τον πλέον τραγικό ήρωα, τον έχει η Μπέτι Αρβανίτη, (που ο χρόνος έχει περάσει από δίπλα της και όχι από μέσα της), που η ερμηνεία της είναι επακριβώς αυτό: η αλήθεια, τότε η Σπασμένη Φλέβα γνωρίζει πολύ καλά τον παλιό κινηματογραφικό κόσμο που ήταν το σχολείο της. Και εδώ συμβαδίζουν ξανά όλα: Η παλιά Ελλάδα, ο παλιός κινηματογράφος, όχι μόνο ο Ελληνικός, οι παλιοί Έλληνες. Όλοι αυτοί είχαν κάτι που γέννησε την τραγωδία της Σπασμένης Φλέβας;
Άλλωστε έτσι τελειώνει και η ταινία. Με μία ερώτηση._

