Αγιογραφίες

© Izis Bidermanas

Μπουζιάνης, Κόντογλου, Παπαγιώργης
στο μινόρε της απόστασης
που έχουν κερδίσει πια

Πρόσωπα

Αγγελική Παπάζογλου
8/11/1899-17/8/1983

[…στα ηχεία Σμυρναίικο Μινόρε…]

*Μια ιστορία

Όταν ο κόραξ λευκανθεί και η χιών μαυρίσει”, αποκρινόταν η γριά η Αγγέλα. Πάντοτε έτσι απαντούσε άμα την πειράζανε. Εξέχασες κυρά Αγγελικούλα, μεγαλοπιάστηκε, με κάμαρη και τετζερέδια και σύνταξη κρατικήν. Φουρκιζόταν η κυρά και εγκατέλειπε την παρέα. Την βλέπαμε που χανόταν στο βάθος του δρόμου. Όλο σπιτάκια χαμηλά και ασπρισμένα τα πλατύσκαλα. Υπήρχε σαν να λέμε παντού φτώχεια μα και μια αριστοκρατία διακριτική, έτσι όπως στερεώνονταν τα σκαλοπάτια. Αν δεν τα ‘δες ποτέ σου, δεν ξέρεις για ποιο πράγμα σου μιλώ. Πατούσες και έμπαινες μες σε ναούς, όλο μνήμη και νοσταλγία και κρυμμένη η πίκρα μες στους μπουφέδες. 

Έτσι το’νιωθε και η κυρά Αγγελική. Και ύστερα θυμωμένα σφάλιζε τα παραθυρόφυλλα και έβαζε το δισκάκι με τ’ωραίο μινόρε. Και θυμόταν, ω Θεέ μου, πόσα θυμόταν και μαζί έρχονταν και άλλα. Τα ‘φερνε το κύμα που ως γνωστόν κουβαλά τα δώρα τ’αφρισμένα. Δάκρυζε και βαλάντωνε που θυμόταν το σπιτάκι της και το υποστατικό και το περιβολάκι της, γιομάτο μυστικά και χρώματα. Πού πήγαν όλα αυτά μου λέτε, ρωτούσε μοναχή της. Μα τώρα που χάθηκε ο Μίμης και αλλάργεψε η Φωτούλα, – την πήρε λέει η αρρώστια, η φυματίωσης – κανείς δεν είναι εκεί για να της αποκριθεί. 

Και έξω προσμένουν μες στη σιγαλιά να πιάσει το τραγούδι της. Όλοι βουρκώνουν τότε με κάτι άλλα δάκρυα που ‘ρχονται από την καρδιά, όπως συμβαίνει με τις καμπάνες στα ξωκλήσια που τραγουδούν αιωνίως,  ανάμεσα στα δέντρα και μέσα από τ’άνθη. Και δεν μιλάει κανείς, όλα χειροπιαστά γίνονται τα χαμένα, πάνω στο δέρμα τα νιώθουν. Είναι ο μέσα χρόνος που αλλιώτικα μετρά, είναι η φωνή της Αγγελικούλας, οκτώ δεκαετίες τώρα, που αρμολογεί τα παλιά, ένα είδος θεολογίας ασίγαστης. 

Της αφήνουν το δισάκι στο σκαλοπάτι, έτσι σαν μια ένδειξη ευχαριστίας, σχεδόν ευγνωμοσύνης. Και άμα χορτάσουν φεύγουν και πάνε και κάτι στον άνεμο γλυκό και γαληνό τους χαϊδεύει. Έπειτα ξεμακραίνει και όλα θα τα συνοψίσουν τα αθάνατα τα χέρια της γυναικός πάνω στην γαλάζια της την μπόλια στην ασπρόμαυρη λήψη από το ‘ 30. Έναν χρόνο μετά απέθανε η κυρά Αγγελικούλα. Κάποιος που ‘ξερε το ταξίδι της και τα βάσανα, είπε, “απέθανε εκ των υδάτων ότι επικράνθη”. Και όλοι συμφώνησαν που η ζωή τους δίχως την κυρά Αγγελικούλα ποτέ δεν θα’ταν ίδια ξανά. 

Ο θείος, 1950

Γιώργος Μπουζιάνης
8 Νοεμβρίου 1885 – Αθήνα, 23 Οκτωβρίου 1959

Ο Θείος κάθεται στην πολυθρόνα με τον πράσινο ταφτά. Το κόκκινο σακάκι του – δεν ξέρω αν τόσα χρόνια μετά παραμένει ακμαίος ο τόνος – φέγγει παράταιρα. Κάπου είχα διαβάσει για το κόκκινο καπέλο ενός σταθμάρχη. Κάποιος μιλούσε για μια υπέροχη αντίστιξη. Τα περισσότερα πράγματα λιγοστεύουν μέσα μου, όσο και αν προσπαθώ αυτός ο κάποιος παραμένει το μεγάλο μου αίνιγμα, ακόμη και τώρα που σας γράφω. 

Έλεγε ιστορίες ο Θείος, νευρικά σάλευε το λοφίο του. Παλιό και αυτό, ξεφτισμένο, κρατούσε μια γκρίζα απόχρωση. Το λεπτό του μουστάκι παρέμενε μια κάθετη πινελιά στο πορτραίτο του και ένα σινιάλο στο παλιό. Ήταν μια εντύπωση η όψη του, σε λίγο θα χανόταν. Και έπρεπε κάτι σαν σωθεί από εκείνη τη στιγμή. Αν ήταν ζωγράφος, μόνο αν ήταν ζωγράφος.

Για αυτό λοιπόν δάκρυσε διακριτικά όταν βρέθηκε στο μουσείο Μπουζιάνη στην Δάφνη. Περιφερόταν ανάμεσα στα έργα της συλλογής όταν βρέθηκε εμπρός στον Θείο. Του θύμισε τον Πάπα του Φράνσις  Μπέικον που συντρίβεται μες στη δίνη, ποιου χρόνου άραγε. Θα ήταν μια από τις αναρίθμητες αναπαραγωγές του διάσημου πίνακα. Εφημερίδες, ιλουστρασιόν περιοδικά μόδας, αφιερώματα, με πόσους τρόπους δεν έχει αναπαραχθεί το έργο. Όμως ετούτος εδώ ο Θείος που ίσως να λέει τις ιστορίες του με τρόπο παραστατικό, κινώντας νευρικά τα χέρια του παραμένει μες στη μοναξιά του. Έχει διαβεί κιόλας το σύνορο τ’ουρανού. 

Μα είμαι βέβαιος τώρα που στέκω εμπρός του, πως ετούτος ο πίνακας δεν ανήκει σε καμία τάξη. Ανήκει πρωτίστως στην κατηγορία των ανήκουστων, όπως και τα σεντόνια των κοριτσιών ή μια στήλη νεφελώδης. Η μεγάλη ζωγραφική, γεμάτη από το αίσθημα και τη στιγμή της δημιουργίας, τραβά το δρόμο της αφαίρεσης. Στο κατόπι της όλοι οι καθημερινοί μας καθρέφτες σπάζουν εμπρός στην ένταση μιας εντύπωσης που μόνον ο ζωγράφος, σαν τον ποιητή κάπου εκεί έξω, συλλαμβάνει σε μια στιγμή βαθιάς αδυναμίας και αθωότητας. 

Μπραμ Στόκερ

8/11/1840-20/4/1912
[…στα ηχεία, δικαιωματικά, Τζίμης Πανούσης – Χάρε μου πήρες τη Χαρά…]

Θα μπορούσε να ανήκει στα Μη Όντα του Αργύρη Χιόνη. Είναι ο Δράκουλας, ένα πλάσμα μοναδικό, καταδικασμένο να σκοτώνει, να ζει στη σκιά, να πεθαίνει κάθε πρωί, να λιώνει στο φως. Δεν ανήκει πουθενά, ίσως μονάχα στην πατρίδα του, κάπου ανάμεσα στις κορυφές των Καρπάθιων, ανάμεσα σε αρχαίους παγετώνες και την ορεινή γαλήνη. Παραμένει ανένταχτος, με μια φοβερή καταδίκη στους ώμους του, ανήμπορος να πεθάνει μα και να ζήσει. 

Την εκδοχή του, αυτήν που μας ερέθισε μοναδικά το ενδιαφέρον τη χρωστούμε στον Ιρλανδό Μπραμ Στόκερ. Αντλώντας από προγενέστερες πηγές και λαϊκούς μύθους, ο Στόκερ, ένας πετυχημένος συγγραφέας ιστοριών τρόμου και άλλοτε κριτικός θεάτρου, δίνει σάρκα και οστά στον μύθο του Δράκουλα. 

Άνθρωποι που περνούν στην άλλη πλευρά γυρεύοντας απαντήσεις, ο κόσμος των σκιών, ο κίνδυνος που παραμονεύει, η αγάπη που κερδίζει στα σημεία το σκοτάδι του κόσμου, όσα τρέμουν και γίνονται σκόνη, τίποτε. Ο Τζόναθαν Χάκερ, η Μίνα, ο Άρθουρ καλούνται να ξεκάνουν το κακό που απειλεί τις ζωές τους. Σε ένα ατέλειωτο ταξίδι στην Ευρώπη παλεύουν με το ανήκουστο και το μεταφυσικό. Η ζωή στο τέλος κερδίζει και ο Μπραμ Στόκερ καταγράφεται ανάμεσα σε εκείνους τους συγγραφείς που πλούτισαν τη φαντασία μας, ταιριάζοντας όλα τα κομμάτια μιας μοναδικής μυθολογίας. 

Ο Μπραμ Στόκερ γεννιέται μια μέρα σαν σήμερα στα 1840. Ο Δράκουλας θα κυκλοφορήσει λίγο πριν ο κόσμος περάσει στον τρομερό εικοστό αιώνα. Η έμπνευση του Στόκερ θα βρει την έκφρασή της στη μεγάλη οθόνη με πλήθος πρωταγωνιστών που καθένας άφησε εποχή. 

Ή καλύτερα, ένα φανταστικό σημάδι στο λαιμό μας. 

Ο κυρ Φώτης

Φώτης Κόντογλου

8 Νοεμβρίου 1895 – 13 Ιουλίου 1965

[…απόψε ανοίγει ο άνεμος του νου τα παραθύρια, για να περάσει ο Άγγελος με τ’Άχραντα Μυστήρια… Πέντε γράμματα, Μάνος Χατζιδάκις. Για τον Φώτη Κόντογλου.]

Τι αθώα και ανόθευτα, με τη σοφία ενός ταπεινού γερο Αισώπου, είπε την ιστορία του ο Φώτης Κόντογλου. Μετά το Βυζάντιο, πιο βυζαντινός, νιώθοντας ως τ’ακέραιο τη σοφία του λαού. Πεποίθησή του η θέληση η απλή, τα πράγματα τα πιο ψυχικά, μορφές του κάτι ασύλληπτοι χαρακτήρες μες στην πίστη τους, θαυμάσιοι μες στη ζωή τους την απλή, την αδιακόσμητη, την προσιτή. Ιερομόναχοι εκόμισαν στην ελληνική ηθογραφία την εικονιστική αφήγηση, αυτή που διεγείρει τον αναγνώστη μες στην παραδεισένια γοητεία. Χαρακτήρες βγαλμένοι μέσα από τα συναξάρια της ιστορίας, ζωγραφιές με αγριάδα και λεπτότητα, σαν την θεριεμένη φύση, τη γεμάτη απ’ομορφιά και δόξα, στις πιο απλές εκφράσεις της. Αυτοί είναι τα πρόσωπα του Κόντογλου, όλοι κοντινοί και μαγεμένοι μες στο αιώνιο φόντο του ζωγράφου. 

Γεια σου Φερνάντο Ολόνες, υπερασπιστή αυτού εδώ του χώματος, του’πε το φεγγάρι και ήσαν ανθρώπινη η εκδοχή του, δίχως τίποτε το ωραιοποιημένο. Οι πολεμικοί του άγιοι, η αγιασμένη του επανάσταση ήταν καμωμένη καλά από πρόσωπα συνηθισμένα, δίχως καμιά δόξα στα χαρακτηριστικά τους. Μόνον η τεχνοτροπία απομένει να διηγείται όσα δεν λένε τα πρόσωπα, εκείνη η θύελλα, με το πουκαμισάκι του 1930 κοιτάζοντας αφοπλιστικά τα εγκόσμια. Ω, πόση ταπεινοφροσύνη εχώρεσαν οι κορνίζες του, τι σοβαρότητα και τι πένθος στα χαρακτηριστικά του Λουίζου Μαρότου. Από όλα όσα μας προίκισε ο Φώτης Κοντογλου, απέμεινε η ευωδιά η παράξενη και η θερμή, των αγγέλων καθώς προσμένουν υπομονετικά τα Εισόδια του μικρού Χριστού μες στο θαύμα και τη μοναξιά του βίου, μες στον αδιάκοπο πόνο του, αυτόν που θέτει σε κίνηση της καρδιάς τους μηχανισμούς. 

Κάποιος μίλησε για ελληνικότητα. Αυτή πηγάζει από ένα είδος αριστοκρατικής θέασης της ζωής. Ένας ευγενής ήταν ο Κοντογλου που ‘ξερε με πόσους τρόπους δένεται η ψυχή με τα τραγούδια, με τους χορούς, με πόση δόξα ανεμίζουν οι πτυχές της αιώνιας φουστανέλας. Πειθαρχεί του λόγου του σε πρότυπα αιώνων, αυτά που πωλούνται φτηνά και φέτος στα εκδοτήρια του Άργους και αλλού. Μια περίοδος παρατεταμένων εκπτώσεων η ζωή μας. 

Η ελληνικότητα του Κόντογλου δεν περιείχε εντός της την αναίδεια ή την ευτέλεια, αλλά παρέμενε ολόκληρη και ακέραια, τόσο μακρινή από το πνεύμα της τυποποίησης, επειδή ήταν απλά ο Κόντογλου, που αναγνώρισε και τίμησε όσο τίποτε αυτόν τον αγώνα, να κρατηθεί λέει όρθιο το μέτρο και η οικονομία. Όλα όσα έγραψε και όλα όσα ζωγράφισε μες στον ασκητικό του βίο, όλα έδειχναν τον λαό, ένα κοινό που είναι το ίδιο ο καλλιτέχνης. Και η ζωή του, τ’αντικέιμενο της τέχνης του. Πόση συγκατάβαση έδειξε σε αυτό ο δημιουργός, πόσο πολύ πίστεψε στην πραγματικότητα, κρατώντας τη μεταφυσική μες στην ψυχή του, υποψιασμένος πως οι μορφές μια μέρα θα σε προδώσουν. 

Από τ’Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, ως το νησάκι της παιδικής του ηλικίας και ως την αυθεντία του παριζιάνικου μοντερνισμού, λάμπει το πετράδι του Κόντογλου. Πόσοι σταθμοί μες στη ζωή του μα εκείνος βέβαιος, ειρηνικά δοσμένος στον σκοπό που του υποδείχτηκε.  Και είναι πικρά τα μάτια εκείνου που με τρόπο αρμονικό και τόσο πειστικό, ξαναφέρνει στο προσκήνιο μια ελληνική ματιά, κρατώντας όρθια την πειθώ της. Και είναι ο ίδιος δρόμος που παίρνει ο δημιουργός, για να επιστρέψει στην απλότητα των πρωταρχικών πηγών, ο δρόμος που ακολουθεί κανείς για να’βρει, λέει, ένα είδος ανανέωσης και πρωτοτυπίας.

Όλα το ίδιο δείχνουν. Η Δεσπούλα κάποιου ονειρεμένου καλοκαιριού, οι Αρχάγγελοι και οι σπασμένες αρχαιότητες και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, μες στον άγριο κόσμο , ετούτο υπερασπίζονται. Μορφές με το στοιχείο της οικειότητας, ζωές που μας μιλούν σαν τα ολοζώντανα πορτραίτα του Φαγιούμ. Ίδια η τεχνική της αλήθειας και απαραβίαστη.

Εις μνήμην

Κωστής Παπαγιώργης
1947-2014

[…στα ηχεία “Κλέφτικος Χορός”, Σκαλκώτας. Μια θύελλα…]

Απόψε η νύχτα ανήκει στον Παπαγιώργη. Όχι για τις διατυπώσεις, για αυτά μίλησαν οι κριτικοί και οι φιλολογίες επαρκώς. Ψηφίδα και αυτός στο επιβλητικό βιτρό μιας γενιάς που από το ‘ 70 και μετά κερδίζει και χάνει στη μάχη του ονείρου. Τώρα πια παραδίδει τα ηνία και αποσύρεται ήσυχα μες στην ατέλειωτη στέρνα του χρόνου. Ο Παπαγιώργης μοιάζει με το πετράδι που λάμπει μες στη βιωμένη εμπειρία της εποχής του. Η διαύγεια και η ποιητικότητα που δεν ξεφεύγει ποτέ από την τελετή που ορίζεται στα πλαίσια της παρέας,  η δυνατότητα να είναι την ίδια στιγμή στοχαστής και στοχαζόμενος, έχοντας συνομιλήσει με όλη την ευαισθησία της λογοτεχνίας, χαρακτηρίζουν μεταξύ άλλων, τον Κωστή Παπαγιώργη και το έργο του.

Στο μικρό αφιέρωμα που προβάλλεται τέτοιες μέρες, οι φίλοι του μιλούν για εκείνον. Οι άνθρωποι της ταβέρνας, οι φίλοι, άνθρωποι του σινεμά, η σύζυγός του, άλλοι μιλούν για εκείνον. Τα βιβλία του, κάτι δροσερές ερμηνείες των μικρών και των μεγάλων χαρακτήρων, όσων θα ζουν για πάντα μες στις σελίδες κάποιου μυθιστορήματος, κερδίζουν στα σημεία, ίδια με τη φλόγα που καίει ακόμη. Μόνον ο Παπαγιώργης είχε τον τρόπο να καταπιαστεί με κάτι τόσο βαθύ και ανεξιχνίαστο, όπως η ερωτική ζήλια, προβάλλοντας εμπρός από τον προτζέκτορα του μερικούς μοιραίους της λογοτεχνίας που από έρωτα έχουν εκπέσει. Το ίδιο πάθος που καθορίζει τις πράξεις τους, διατρέχει τον υποδόριο ιστό των έργων του. Ο Μακρυγιάννης, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, πίστη και απιστία, ο έρωτας με την προμηθεϊκή του, την πρωτόγονη όψη που σταλάζει ιώδιο πάνω στο τραυματισμένο επιχείρημα της ψυχής αθροίζουν αποσπάσματα ενός έργου πλασμένου με σπάνια εφόδια και ευφυείς αφορμές, ενός τόπου αυτόνομου που καίγεται στο θάμπος του.

Μερικές χορδές μόνο από την κιθάρα του Παπαγιώργη. Ίσως παρέα με τους φίλους του, μιλώντας για εκείνους, ψάχνοντας μες στον νεκρό χορό τους κάτι τ’ανθρώπινο που να μας αφορά, ο Παπαγιώργης να μπόρεσε να αντέξει το βάρος της ψυχής. Εγκόλπιο ερωτικών τραυμάτων, γράφει ο ίδιος για την “Κλινοπάλη” του. Και την ίδια στιγμή καταπιάνεται με πράγματα μεγάλα που πάντα θα μας ξεπερνούν. Ζητήματα όπως ετούτος εδώ ο ελληνισμός που τρέμει και προχωρεί, τα μοιραία και τα αποφασιστικά που έπαιξαν το ρόλο τους και κράτησαν όρθιο το δεσμό ενός κόσμου με τη ρίζα του, βρίσκουν πεδίο ανάλυσης στην πλατιά σκέψη του Παπαγιώργη. Πρόκειται για μια επιβίωση, εν ετέρα μορφή, για έναν έρωτα που βαθαίνει, που γίνεται αγάπη. Που γίνεται γλώσσα, ένα ενδιάθετο νόημα που εκφράζεται με θέληση, με δάκρυα, με χαρά και φόβο και εξαγρίωση. Δίχως τον παραμικρό δισταγμό ο Παπαγιώργης πλησίασε το ιερό, ανάβοντας ιερές πυρκαγιές μόνο με λέξεις. Ο ποιητής γνέφει και το κουφό παιδί στην άκρη του νερού τ’αποκρίνεται. Έτσι απλά, ο κόσμος μιλά στη θέση μας και μέσα από τις ρωγμές αφήνουμε να περάσει το φως, τ’αμαρτήματα μας και η λαλιά μας ακρόπρωρα στις μεγάλες πορείες. Και το σχήμα σε οικείο πολύψυχο σύμβολο.

Ο Παπαγιώργης σκαρώνει εκείνο το χνάρι πάνω στην ξερολιθιά του χρόνου και του πνεύματος, ίδιο με το περίγραμμα του ζωγράφου.  Και ευθύς κατατάσσεται ανάμεσα σε εκείνους που πίστεψαν στο θαύμα του απλού, όπως της Ελένης η πλάτη μες στο ποτάμι και μες στον Ίμερο.

Α.Θ