Miel silvestre*

© Lee Friedlander

Αφήγημα βγαλμένο
από την πιο σκληρή εμπειρία του κόσμου
και άλλα


Τον κοίταξε προσεκτικά. Θα ήθελε να κρατήσει ότι μπορούσε από τη μορφή του. Ίσως μετά από χρόνια, όταν όλα αυτά θα’ναι πια παρελθόν, να τον θυμηθεί. Τότε θα αφαιρέσει τα συντρίμμια, τα σίδερα και το μπετόν απομονώνοντας ένα λαμπερό  χαμόγελο. Έτσι θα τον θυμάται μετά από χρόνια, ίσως με τα χαρακτηριστικά του κάπως σβησμένα. Ο χρόνος βλέπετε, ο χρόνος είναι μια λίμα, επάνω της τα πράγματα δουλεύουν τις αιχμές τους, τις γωνιές τους στρογγυλεύουν, ώσπου η ανάμνηση να γίνει μια υπόθεση ανεκτή. 

Ο τραυματισμένος προσπάθησε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του. Κρατιόταν στη ζωή, εκεί σε μια γωνιά που ‘μοιασε για λίγο με νησί. “Εσύ βρίσκεσαι στο μέσον της ζωής σου”, του είπε και έτρεμε η φωνή του. Ο άνεμος και η σκόνη την έπαιρνε μακριά, λίγα πράγματα θα μέναν για τούτο τον κόσμο. “Καλύτερα να φύγεις όσο είναι καιρός. Πάρε ότι μπορείς και μην κοιτάξεις πίσω. Κάποτε τα όνειρά σου θα πάρουν εκδίκηση για όλα αυτά”. Έπειτα τον κυρίευσε ο πόνος και ήσυχα πολύ, σαν τάχα να ‘ταν το πιο φυσικό πράγμα, πέρασε στην άλλη πλευρά. 

Το παιδί γύρεψε μες στα συντρίμμια για ότι μπορεί να του φαινόταν χρήσιμο. Δεν ήξερε τι του επιφύλασσε η μοίρα και έτσι ότι και αν έβρισκε τριγύρω, θα ‘ταν μια συντροφιά, κάτι που ίσως να τον κρατούσε στη ζωή όταν όλα θα’χαν πια χαθεί. Έψαξε τα δωμάτια και βρήκε μερικές κατσαρόλες, ένα μαχαίρι με μεγάλη και ανθεκτική λίμα. Ίσως κάποτε στο μέλλον να του φαινόταν χρήσιμο, ίσως να έπρεπε να δώσει ένα τέλος στη ζωή του, μια νύχτα γεμάτη φρίκη. 

Το τελευταίο του εύρημα ήταν εκείνο το βιβλίο που τόσο πολύ αγαπούσε σαν ήταν πολύ μικρός. Ο Δον Κιχώτης εφάνταζε ένας άνθρωπος πολύ θαρραλέος, κάποιος που μπορούσε να ονειρεύεται μες στις πιο σκοτεινές ώρες. Τον ήρωα αυτόν τον είχε διδάξει η ζωή τη λεπτότητα μες στις πιο άθλιες συνθήκες, του είχε καταδείξει πως η ανθρωπιά μας κάθε τόσο μπορεί και ανανεώνεται μέσα από τις μικρότερες πράξεις. Ήταν ένας ποιητής ο Δον Κιχώτης και ανοίγοντας εκείνο το βιβλίο ήταν βέβαιος πως θα μπορούσε να κρατήσει αλώβητο το σύνορο της χίμαιρας. Κάποιοι, συλλογίστηκε, αναλαμβάνουν να κρατήσουν όρθιο τον κόσμο, κανείς δεν το ξέρει και μήτε που γράφουν για αυτούς τα βιβλία της ιστορίας.

Ακούστηκε μια φωνή, “όλμοι, όλμοι, φυλαχτείτε!”. Έπειτα ένα σφύριγμα στον ουρανό και στο βάθος μια συνοικία που καίγεται. Έπρεπε να βιαστεί, η μυρωδιά του καπνού ταξίδευε τόσο γρήγορα. Έπειτα και άλλοι πύραυλοι και άλλοι ώσπου να μας πάρουν τα πάντα. Την ίδια στιγμή οι ίδιοι πύραυλοι προσγειώνονταν στο σαλονάκι ενός σπιτιού κάπου στο Παρίσι, την Βομβάη, το Λονδίνο, την Φλώρινα, κομματιάζοντας κάθε ίχνος ζωής. 

 Ξεγλίστρησε ανάμεσα στα ξεδοντιασμένα κτίρια, παραμέρισε τα σίδερα και βρέθηκε στο δρόμο. Μια διμοιρία διέσχισε κάθε τον κεντρικό δρόμο. Οι στρατιώτες πυροβολούσαν στο ψαχνό, έπειτα γελούσαν και ύστερα και άλλα κροταλίσματα και άλλοι πυροβολισμοί. Πήρε όσες προφυλάξεις μπορούσε και κατηφόρισε για την παραλιακή λεωφόρο. Το θέαμα τον άφησε κατάπληκτο. Χιλιάδες άνθρωποι φορτωμένοι με στρώματα, καρέκλες, παιδιά, ρούχα δεμένα με τριχιές τραβούσαν έναν μακρινό δρόμο. Κάθε τόσο η θάλασσα εθύμωνε ξαφνικά, κάτι έπαιρνε από εκείνο το κομβόι. Μικροί κόσμοι ακολουθούσαν έναν δρόμο, παρατημένοι, δίχως ελπίδα και δίχως χρόνια. Προσάρμοσε καλά πάνω του τα τετζερέδια, έπειτα γύρεψε το βιβλίο μες στις τσέπες του παλτού του. Για μια στιγμή σκέφτηκε για ποιον λόγο άραγε να το ‘χε πάρει μαζί του. Ο χειμώνας αργούσε ακόμη, τι να σκέφτηκε άραγε και διάλεξε αυτό το βαρύ ρούχο; Δεν είχε καμία απάντηση να δώσει στον εαυτό του. Έριξε μια ματιά επάνω του και δίχως κανείς να τον δει, χαμογέλασε διστακτικά. Τώρα έμοιαζε με τον Δον Κιχώτη, πέρα από κάθε αμφιβολία. Διέθετε μια πανοπλία πρώτης τάξεως, ίσως παράταιρη και άσχημη μα στα μάτια του φάνταζε καμωμένη από το πιο ανθεκτικό μέταλλο. 

Πήρε να περπατά, πίσω του οι αεροπορικές επιδρομές τακτοποιούσαν τις εκκρεμότητες που ‘χαν αφήσει οι χερσαίες δυνάμεις. Κατά μήκος του δρόμου πάγκοι με ότι μπορούσε κανείς να φανταστεί στήνονταν με το τίποτε. Πουλούσαν κηπευτικά, κατσαρόλες, παλτά, κονσέρβες, μπιτόνια με νερό. Κάποιοι είχαν βρει μερικά παιχνίδια και τα διέθεταν, όχι δίχως τσιμπημένη την τιμή τους. Σε κάποια έλειπαν τα χέρια ή το κεφάλι. Τα ρουχαλάκια τους ήσαν σκισμένα, μα θα έκαναν τη δουλειά τους. Αυτά ήταν παιχνίδια με αίμα εντός τους, σαν άνθρωποι νικημένοι. Αν μας μιλούσαν ποτέ για όσα έζησαν, κάτι θα μαχαίρωνε τις καρδιές μας. 

Δεν ήξερε πόση ώρα περπατούσε. Φάνηκε το φεγγάρι μα δεν είχε τίποτε για να φωτίσει, μόνο μια υπόκωφη δυστυχία , κάτι σαν ψαλμό συλλογικό. Κοίταξε πίσω του, το πλήθος είχε πια αραιώσει. Μερικοί στρατιώτες  φύλαγαν το κοπάδι. Κρατούσαν τα όπλα τους και ήταν μισόγυμνοι, ωραίοι σαν ιππότες μιας άλλης εποχής. Κάποιοι είχαν πληγές στο στήθος τους, δείχνανε σαν ανεμώνες έτοιμες να ανοίξουν. Λεχώνες, παραπληγικοί, φιλάργυροι και αποκεφαλισμένοι, βάδιζαν δίχως σκοπό. Και ετούτη τη νύχτα δεν είχε ανάγκη κανένας τον  Θεό, μόνο λίγη αγάπη και ένα χαμόγελο. Αυτό θα έφτανε. 

Ανάμεσά τους την ξεχώρισε. Τι όμορφη που ήταν , βγαλμένη από κάποια ζωγραφιά. Στα χέρια της κρατούσε δυο αγόρια, τόσο μόνη σε έναν κόσμο γεμάτο βόμβες, χιόνια, ποτάμια και απελπισία. Κάθε τόσο σταματούσε, κάτι έλεγε στο μικρότερο, έπειτα κινούσανε πάλι. Αυτή θα’ταν λοιπόν η Δουλτσινέα που γράφει το βιβλίο. Φαίνεται πως κάπου αλλού βρήκε την αγάπη, μα η τύχη δεν στάθηκε με το μέρος της. Εκείνος που αγάπησε είχε πια χαθεί και εκείνη τριγύριζε μόνη στον κόσμο με δυο μικρά παιδιά. Περπατούσε μες στο σκοτάδι και ίσως να ‘χε μετανιώσει πικρά που έκανε πέρα τον Δον Κιχώτη της. Ίσως να την απέτρεψε η παραμυθένια του όψη, ίσως βρήκε πολύ το θάρρος του. Ίσως πάλι στο φιλί του να γεύτηκε μια σταγόνα άγριο μέλι, ίσως να είδε όλο εκείνο το σκοτάδι που θα ‘πρεπε να περπατήσει ως την καρδιά του. Δίστασε μα τώρα όλα επέστρεφαν αγριότερα μες στο νου της. Κοιτούσε πίσω της και αντίκριζε όσα είχε ζήσει. Έπρεπε να βρει για τον εαυτό της λίγο ακόμη κουράγιο, λίγη επιείκεια, λίγη ακόμη θέληση για να αντέξει τη λύπη, λίγο ακόμη θάρρος για να προβεί στην παραχώρηση που κάνει, προσφέροντας ολόκληρη τη ζωή της σε τούτη την ασχήμια. 

Τότε ήταν που σήμανε ξανά συναγερμός. Όσοι ακολουθούσαν στο βάθος πήραν να σκορπίζουν. Πουλιά ήσαν και χάνονταν εδώ και εκεί, τρομαγμένα από τους πυροβολισμούς. Κάποιος έδειξε ψηλά στις κορφές. Για μια στιγμή φάνηκαν οι εκπυρσοκροτήσεις. Κάτι μολυβιές στο φόντο μαρτυρούσαν πως οι στρατιώτες είχαν στήσει την ενέδρα τους σε εκείνα τα υψώματα. Πολλοί πέσαν νεκροί γύρω του, οι σφαίρες έπεφταν βροχή. Κάποιος έγραψε πως κάτι τέτοιες ώρες ο κόσμος δεν έχει όνομα. 

Βρήκε προφύλαξη σε κάποιο φυσικό όρυγμα. Έμεινε εκεί να κοιτάζει το θάνατο. Κάθε φορά που κάποιος έπεφτε χάμω, ένα μεγάλο, ροδακινί φιλί πρόβαλε κάτω από το τραυματισμένο σώμα. Γέμισε ο τόπος από εκείνα τα φιλιά. Οι πιο θαρραλέοι έπεφταν πάνω στους νεκρούς, τους έγδυναν γρήγορα και φορούσαν τα ρούχα τους. Ίσως έτσι κανείς να μην πεθαίνει τελειωτικά, ίσως αυτός ο θάνατος να μην συνιστά μια οριστική κρίση για τον κόσμο. Εμπρός Πρίμο Λέβι, πιάσε και πάλι το γράψιμο. Κανείς εδώ δεν θέλει να λέγεται άνθρωπος και η ανθρωπότητα δεν προσμένει καμιά απάντηση. Όσα πρέπει να γνωρίζει βρίσκονται απάνω στις κορφές. Εκείνοι που έκλαιγαν βαριά τραυματισμένοι του θύμισαν κάτι που ‘χε διαβάσει πριν από καιρό. “Οι νεκροί κλαίνε επειδή δεν ήθελαν ποτέ να πεθάνουν”. Έπειτα μύρισε το φόβο που αδρανοποιεί μια για πάντα κάθε προοπτική στοχασμού. 

Σε μια θέση προφυλαγμένη διέκρινε την Δουλτσινέα του. Στεκόταν εκεί, τα δυο της αγόρια ήσαν νεκρά. Μα εκείνη τα κρατούσε σφιχτά μες στην αγκαλιά της. Αν ο θάνατος είχε πρόσωπο, θα’ταν εκείνης της γυναίκας. Τότε οι πυροβολισμοί εντάθηκαν και όλα πήραν τη θέση τους μες σε εκείνη την αυθόρμητη και τρομερή σκηνογραφία. Η ρουτίνα του θανάτου ήταν η μόνη που απέμενε κυρίαρχη μες σε εκείνον τον τριγμό. 

Μια σφαίρα, έπειτα και άλλες χτύπησαν τη γυναίκα. Εκείνη τινάχτηκε, έκανε να συρθεί, τα πόδια της έστεκαν ασάλευτα, τα αγόρια της πιο νεκρά από ποτέ. Έπειτα πέσανε και άλλες σφαίρες, κάποιες ξαστόχησαν, όμως μία, μία σφαίρα την χτύπησε στο μέτωπο. Από το τραύμα της φάνηκε το φίδι ενός κήπου, κόκκινο σαν σούρουπο ελίχθηκε ανάμεσα στα χαρακτηριστικά της και στάλαξε στη γη. Ποτέ δεν θα’ναι ίδια με τα άλλα, τα δέντρα που κάποτε θα γεννηθούν σε αυτό το μέρος. Δεν θα ανήκουν σε καμιά συνομοταξία, θα έχουν ονόματα ανθρώπινα, όπως Φαντουά, Καρίμι, Λειλά, Λίντα, Χιντ και τόσα άλλα. 

Έκανε να ξεμυτίσει, τον τρόμαξε η δυστυχία που κυρίευε σαν σκουριά τον κόσμο. Σύρθηκε καταγής, έχοντας δεμένα επάνω του όλα εκείνα τα ετερόκλητα πράγματα. Ήταν η πανοπλία του, μα τώρα πια συλλογίστηκε πως δεν την είχε ανάγκη. Άνοιξε το βιβλίο και διάβασε δυο τρεις αράδες. Αυτό ήθελε να θυμάται από ετούτο τον κόσμο. Αργά, δίχως δεύτερες σκέψεις αφαίρεσε από πάνω του όλα εκείνα τα σύνεργα. Του φάνηκε ελαφρύτερος ο εαυτός του, πρώτη φορά τόσο πολύ. Όλος ο κόσμος του φάνηκε κατακόκκινος σαν τάχα να τον κοιτούσε μέσα από ένα μπερτεδάκι. 

Και τότε έτρεξε κοντά στην Δουλτσινέα του. Εκείνη πάλευε να κρατηθεί στη ζωή, τα μάτια της είχαν πάρει μια νωθρή γλυκύτητα. Ένας θάνατος την γυρόφερνε και σε λίγο θα την έπαιρνε για πάντα μαζί του. Οι σφαίρες ακούστηκαν πάλι, τον χτύπησαν σε κάθε σημείο του σώματός του. Τώρα πια δεν πονούσε, η ζωή του ήταν άθιχτη. Μια δροσιά που δεν φαντάστηκε ποτέ έπεσε παντού στον κόσμο. Και οι δυο τους ερωτευμένοι παράφορα βρήκαν την παρηγοριά που λένε τα βιβλία πως υπάρχει εκεί έξω.

Κάποιος έσκυψε πάνω τους. Βεβαιώθηκε πως ήσαν νεκροί και γύρεψε κάτι που θα ‘χε αξία. Άραγε τι να αξίζει μες σε τούτην την κόλαση; Βρήκε το βιβλίο, διάβασε μια δυο σελίδες, έκοψε μια σελίδα και έγραψε πάνω τα παρακάτω λόγια. Για να ξέρουν οι κατοπινοί. “Σε τούτο το μέρος, πλάι στη θάλασσα έπεσαν νεκροί ο Δον Κιχώτης και η Δουλτσινέα του. Πίστεψαν πως είχαν μια δεύτερη ευκαιρία,μα η τύχη το ‘θελε αλλιώς. Μες στα αγνά τους μάτια έλαμψε μια τελευταία φορά η αγάπη”, συμπλήρωσε βιαστικά. 

Κάποιος που περνούσε όταν όλα ετούτα είχαν πια συμβεί είπε, δόλιε Δον Κιχώτη, αυτός ο κόσμος δεν είναι για σένα. Έπειτα τους κοίταξε με ανοιχτά τα μάτια και παγωμένα, να μετρούν οι δυο τους το κενό. Του φάνηκε πως κάπου εκεί μες στα παγωμένα τους τα μάτια, έλαμψε το λαδοφάναρο της σκοτεινής σοφίτας. Την άλλη μέρα, κατά τις πέντε η ώρα, βουβοί οι ζωντανοί κατάπιναν μεγάλες μπουκιές από χρόνο, καθισμένοι στα ερείπια της ζωής τους. Και ήταν αυτό η αιωνιότητα. 

*άγριο μέλι
Καρυές Λακωνίας

19/9/1943

[…δόξα στα μοναδικά της κορίτσια με τα καλάθια γεμάτα ομορφιά και αιωνιότητες, κάτω ακριβώς από το τέμπλο του κόσμου. Στα ηχεία, “Τραγούδι της Νύχτας”, Φλέρυ Ντανωνάκη…]

Αν κάθε φθινόπωρο τις βλέπεις λυπημένες να στέκουν, για αυτό δεν ευθύνεται ο καιρός και η μετάβαση εντός των εποχών. Οι Καρυάτιδες τέτοιες μέρες του Σεπτέμβρη, φορούν το μαύρο πέπλο τους, αφήνουν τα καλάθια τους χάμω και προχωρούν ανάμεσα στις φωτιές. 

Οι Καρυές καίγονται, γράφει το τηλεγράφημα που φθάνει επαναλαμβανόμενα. Μένει στα κορίτσια να σηκώσουν το βαρύ τέμπλο της ζωής, πυκνά , ουσιαστικά και με αίσθημα, σαν να πρόκειται για κάποιο επίγραμμα. 

Ποτέ δεν θα ξεχάσουν οι Καρυάτιδες. Για αυτό αν προσέξετε χαμηλώνει ο ουρανός σε μια σκηνή που ‘χε λείψει καιρό τώρα. Η πραγματικότητα που παραδίνεται στις φλόγες, ο κατακτητής που προβαίνει σε θηριωδίες για να σημαδέψει την ιστορία ενός τόπου. Το μόνο που κατόρθωσε είναι να μας προσφέρει και άλλους ήρωες, ανθρώπους που θα θέλαμε να τους μοιάσουμε. Δόξα λοιπόν στις Καρυές που σαν σήμερα καίγονται από τους Γερμανούς κατακτητές μα δεν καταστρέφονται. Δόξα και στα κορίτσια της που στέκουν ακίνητα, περήφανα για να τραγουδούν μες στις αιωνιότητες ακόμη και τις ώρες που σιωπούν μες στη μοναξιά και την ανυπόταχτη την ύλη τους.

Η Ελένη
για τον Γιώργο Σεφέρη

29 Φεβρουαρίου 1900 – Αθήνα, 20 Σεπτεμβρίου 1971

Λίγες μέρες μετά το θάνατό του, ο κύριος συμβολαιογράφος ξεσφράγισε το κλειστό γραφείο. Όλα είχαν απομείνει στη θέση τους. Κάτι μισογραμμένες σελίδες περίμεναν μάταια να φανεί ο ποιητής. Δεν βρέθηκε κανείς να τους πει πως πάει αυτός, εχάθη πια; Όχι, δεν βρέθηκε κανείς.

Μαζί με τον κύριο συμβολαιογράφο το γραφείο επισκέφτηκαν και οι συγγενείς. Όλοι τους θλιμμένοι είχαν την αντοχή να ξεχωρίσουν μες στην πυκνή πραγματικότητα του γραφείου τα πιο χρήσιμα. Κάποιος ξεγλίστρησε κρατώντας ένα σετ από πένες, ήσαν ολόχρυσες, καθώς έφευγε φέγγανε μες στα δυο του χέρια. Άλλος βρήκε τόσο ενδιαφέρον εκείνο το πρες παπιέ που τ’άρπαξε δίχως να αναρωτηθεί για τίποτε. Μέχρι και τα γυαλιά του πήρανε. Μόνο τις μέρες, τις ωραίες και τις στοχαστικές δεν μπόρεσε κανείς να τις πάρει. Αυτές που τον παίρνανε μακριά από τη δουλειά και μες στην πλάση τον ρίχνανε.

Πέρασε καιρός, δημοσιεύτηκαν αθέατες στιγμές του βίου του, τα ρεπορτάζ αναλύσανε την πολιτική του ταυτότητα, μελετήσανε το ρόλο που έπαιξε μες στην εποχή του. Αργότερα, τον κατέταξαν μες στις σελίδες της ιστορίας και δεν ασχολήθηκαν ποτέ μαζί του. Μονάχα σαν θέλανε να θυμηθούν κανένα καλό ποίημα ή γύρευαν να τονώσουν το λαϊκό το αίσθημα, αφηγούνταν μια ιστορία του. Και έπειτα, πάλι λήθη, ένας δεύτερος που λένε θάνατος, όλα δίχως αντίκρισμα.

Έχουν περάσει χρόνια από όλα τα παραπάνω. Ο κύριος συμβολαιογράφος κατέληξε, συνεπεία αποπληξίας, οι συγγενείς πέσαν υπέρ χρόνου και τα δικά τους υπάρχοντα περάσανε στα χέρια των αρπάγων. Η Ελένη δεν νοιάζεται για τίποτε από όλα αυτά. Είναι μόλις είκοσι χρονών, τριγυρίζει σε συναυλίες και ουζερί, ερωτεύεται παράφορα και δεν έχει την παραμικρή υποψία πως για χάρη της μπορεί ανά πάσα στιγμή να πέσει μια Τροία. 

Αφήνει το πουκάμισό της στην πλάτη της καρέκλας . Με τα σβησμένα της τα μάτια διαβαίνει μέσα από έρωτες και έρωτες, αρχαίους σαν τις πέτρες. Και “με τον βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά και αυτό το ανάστημα, ίσκιοι και χαμόγελα παντού, στους ώμους, στους μηρούς, στα γόνατα ζωντανό δέρμα και τα μάτια με τα μεγάλα βλέφαρα” μελετάει τα ψηφιδωτά της πισίνας, των κήπων τα φίδια, τις πικροδάφνες που αγάπησε μια φορά και έναν καιρό ο πατέρας.

Να ξέρεις,  κάποτε θα φύγει μακρινή, εκεί που ζουν τα μεγάλα φεγγάρια της μοναξιάς μας θα βρεθεί. Και όμως, μόνο εκείνη, θα κρατήσει ζωντανό εντός της το δρόμο της επιστροφής που τον ξέρουν τα αηδόνια. Τον δρόμο για τις Πλάτρες που συνιστούν την πρώτη νιότη των πραγμάτων, ανάμεσα στα άλλα. Σαν ποιήματα γραμμένα απ’ανάγκη και από ένστικτο, ποιήματα μεγάλα.

Μικρά
Ε. Χ. Γονατάς, “Αγελάδες”, Κείμενα του 1980

Μικροί σχολιασμοί

“Οι Αγελάδες”, κείμενα , 1980, γράφει στο εξώφυλλο της παλιάς έκδοσης. Όλα τα επιμελείται ο Ε. Χ. Γονατάς, αυτός ο ποιητής της πεζογραφίας που άφησε ανεξίτηλο το αισθητικό του άγγιγμα. 

Μα πρέπει να προσέχει κανείς με τα βιβλία του Γονατά, επειδή ξεφυλλίζοντας στις σελίδες του, εκείνα τα λιγοστά και τα διακεκριμένα, ο κίνδυνος να αναποδογυρίσουν οι πραγματικότητες καθίσταται κάτι περισσότερο από ενδεχόμενο. Επειδή ο Γονατάς που ταξίδεψε και αυτός μες στο πυκνό της ανυπαρξίας αίσθημα δεν έγραψε ποτέ του εκείνα που θα λέγαμε ιστορίες βολικές. Η πρόθεσή του στάθηκε έξω και πέρα από κάθε ρουτίνα, η πρόθεσή του ήταν μελετώντας τη συνήθεια να φτάσει κανείς σε στοχασμούς βαθύτερους και σε παραληρήματα αξιοπρόσεκτα που ανατρέπουν την κατάσταση. 

Ακόμη και εκείνος ο Φλαμανδός – μπορεί και Βρετανός – αγρότης που δέρνει το βόδι του και οργώνει τη γη στον τσίγκο της έκδοσης, μπορεί να τη δαμάσει μαζί με την παγωνιά, θαρρείς και θα πιαστεί από τούτη την ένδοξη μελαγχολία της λογικής για να αφοπλίσει κάποτε τα σταθερά και τα στέρεα. Ετούτο σκοπεύουν οι ιστορίες του Γονατά, μα δίχως να το καταμαρτυρούν, απρόσεκτα, με μια φωνή ισοδύναμη του πεζού και του γήινου, εκείνου που ενδύεται το μανδύα του μεταφυσικού, μονάχα σαν φωταγωγηθεί το ύφος και η ατμόσφαιρα μιας κάποιας εποχής, μιας σκηνογραφίας. Μες στις αδέξιες ιστορίες που κοιτάζουν με ένα παράξενο βλέμμα τον κόσμο υπάρχουν οι αρμονίες των γραμμών που αδιαφορούν για τα σχήματα, ανοίγοντας δρόμους. Μονοπάτια που βγάζουν στην έκπληξη, την ακέραια αμηχανία του ενδιαφέροντος που κορυφώνεται, που εκπλήσσει και ψιθυρίζει την ίδια ώρα κάτι στο πνεύμα. Αυτό κάνουν πρωτίστως οι “Αγελάδες” του Ε. Χ. Γονατά, την εφαρμογή τους βρίσκουν μες στο συγκαλυμμένο και απλόχερο όνειρο. Καθένας βρίσκει έναν δικό του λόγο για να αποδώσει στον Γονατά κάποιο είδος διαμεσολάβησης. Όλοι εντούτοις συμφωνούν και αισθάνονται από κοινού πως μες τα κείμενά του μηρυκάζουν το θαύμα μες στη φυσικότητα.

Προσοχή λοιπόν στις λέξεις. Ωστόσο, στην περίπτωση που χάσετε κάποια, θυμηθείτε πως μπορείτε όλα να τα ξαναβρείτε πίσω από τα κλειστά παράθυρα του παλιού σπιτιού στο ντοκιμαντέρ της Εύης Στεφανή. Εκεί μέσα, βαθιά  στη μνήμη του πεζογράφου, δεσπόζουν ένα σορό σημεία εκκίνησης και τερματισμού. Μέσα εκεί τα πιο χαοτικά αδόκιμα υλικά μπαίνουν σε μια τάξη γοητευτική.

Α.Θ