Σοφία Νικολάου | Ίσως Διαμάντω

André Kertész

Η θεια παίρνει τον κατήφορο στο σοκάκι. Στο ‘να της χέρι βαστά μια φαγωμένη ξύλινη μαγκούρα και με τ’ άλλο βαστιέται απ’ τη φρεσκοασπρισμένη, πέτρινη μάντρα. Μες το κατακαλόκαιρο φοράει μαύρο πουκάμισο μακρυμάνικο και μαύρη φούστα πλισέ κάτω απ’ το γόνατο. Τα πόδια της σέρνουν πασούμια μπλε ανατομικά με μιαν αγκράφα σκουριασμένη στο δεξί, το καλό της. Για λίγο στέκει ακίνητη, υπολογίζει τις κινήσεις, την ενέργεια που χρειάζεται. Αφήνει αργά αργά το χέρι απ’ τη μάντρα και το φέρνει στο πρόσωπό της. Οργωμένο. Σπαρμένο. Θερισμένο. Προσπαθεί να τιθασεύσει δυο τρεις επαναστατημένες, κάτασπρες τρίχες που ξέφυγαν απ’ τη φουρκέτα και τις χορεύει τώρα ο αέρας μπροστά στα μάτια της. Τα μάτια της πια θαμπά και στεγνά, την προδίδουν καθημερινά. Προσπαθεί να διατηρεί το οπτικό της πεδίο, όσο μπορεί πιο καθαρό. Μαζεύει τα τσουλούφια, ακουμπά στον τοίχο και συνεχίζει. Ένα μικρό βήμα τη φορά. Ένα αγκομαχητό. Εναλλάσσονται. Τα πρησμένα της πόδια σαν ένα μπλε ακορντεόν, διαστέλλουν και συστέλλουν τον χρόνο. Όσο περπατάω είμαι καλά, μονολογεί κάθε μέρα και βγαίνει. Να φτάσω ως την κίτρινη γραμμή και να γυρίσω, παλεύει για την ύστατη διάρκεια. Εγώ, στέκομαι απέναντι, στο παγκάκι, στο τέλος του δρόμου. Κοιτάζω μια εκείνη μια τη θάλασσα. Κοιτάζω τη ζωή. Βάζω το μολύβι στο χαρτί κι ανάμεσα στο κάθε βήμα της μπορώ να γίνω το μαντίλι, το κουμπί, η μαγκούρα της. Μπορώ να είμαι ο τοίχος που γέρνει, ο φρεσκοβαμμένος, το μονοπάτι που τραβάει. Είμαι η κίτρινη γραμμή, είμαι το νήμα. Είμαι η γειτόνισσα που την παρακολουθεί απ’ το παράθυρο με οίκτο, με περιέργεια, με αγάπη. Θα πέσει; Ίσως να πέσει, ίσως να τη χτυπήσει εν’ αυτοκίνητο που τρέχει στην τυφλή στροφή. Ίσως απ’ το μπαλκόνι να της φωνάξω, μάνα, και να γυρίσει για λίγο ακόμα, μ’ ένα γλυκό κατσάδιασμα. Σήμερα, σήμερα διαλέγω να πιάσω το χέρι της, είμαι ένας ξένος εκτός κάδρου, ένας τουρίστας. Τη λέω Διαμάντω κι έχει δυο γιους στην Αθήνα, ο ένας μου μοιάζει. Περπατάμε τον χρόνο μαζί. Στο γύρνα μου λέει την ιστορία της, με κερνάει καφέ ελληνικό, γλυκό του κουταλιού σταφύλι και μου δίνει την ευχή της. Αύριο δεν ξέρω αν θα φανεί, αν θα την προσπεράσω, αν θα ‘μαι ο οδηγός του αυτοκινήτου ή άλλος ένας κόμπος στη ράχη της. Κάθομαι στο παγκάκι και περιμένω.

 


Η Σοφία Νικολάου μεγάλωσε στη Ζήρια, ένα μικρό χωριό της Αχαΐας. Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Πατρών. Έχει παρακολουθήσει το Μεταπτυχιακό Δημιουργικής Γραφής στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο.  Δουλεύει ως εκπαιδευτικός εδώ και δέκα χρόνια, έχοντας γυρίσει διάφορα μέρη της Ελλάδας. Τα τελευταία δύο χρόνια ζει και εργάζεται σε σχολεία της Αθήνας. Της αρέσει να σκαρώνει ιστορίες για την καθημερινότητα των ανθρώπων.