
[…πες μου επιτέλους,
Νίκο,
πώς θα φωταγωγήσουμε
το δευτερόλεπτο
των χιλιετηρίδων;…]
αφήγημα και μια επίκληση
ύστατη
Τινάχθηκε στον ύπνο του. Έβλεπε πάλι εκείνο τ’όνειρο πως ήταν λέει λιγοστός ο αέρας μες στα πνευμόνια του. Και πως αν δεν προσπαθούσε με όλες του τις δυνάμεις η ανάσα του θα κοβόταν. Έριξε μια ματιά τριγύρω, του φάνηκαν όλα λυρικά και απλά μαζί. Κοίταξε προς τη μεριά της θάλασσας, μια μικρή μηχανότρατα στάθηκε εμπρός του, για λίγο σάλεψε πάνω στα νερά και κίνησε πάλι για άγνωστη πορεία. Ο θόρυβος της μηχανής της έσβησε και ήταν αυτό το τελευταίο που θυμάται. Είδε κλειστό τον κόσμο στην πλευρά της παραλιακής οδού. Μόνον κάτι διαβάτες περνούσαν σκεφτικοί και χάνονταν στη στροφή του δρόμου. Δεν θα μάθαινε ποτέ τίποτε για αυτούς. Βρήκε τα πράγματά του θαμμένα μες στην άμμο. Επάνω τους είχαν ριζώσει όστρακα, κελύφη αδειανά, σαν παράξενες γραμματικές. Δεν γνωρίζει γιατί μα εκείνη ακριβώς τη στιγμή έλαμψε στο στερέωμα ο στίχος της Μάτσης. “Θα πλέξουμε με το ´να μας το χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας”, λένε τα κορίτσια όταν ονειρεύονται. Άραγε τι να ‘γινε μαζί της; Ακόμη θυμάται πώς χάθηκε, μες σε ένα καλοκαίρι έζησε ολάκερη την ύπαρξή της. Και δεν τ’άντεξε, γνωρίζοντας πως δεν πρόκειται ποτέ να βρει το δρόμο προς τις αθωότητες όσα ψίχουλα και αν αφήσει στο δρόμο για τότε. Κρημνιζομένη, εχάθη και έχουν σημασίες οι λέξεις, ακόμη.
Το δέρμα του είχε σκληρύνει και είχε περασμένα φύκια γύρω από το λαιμό του. Του φάνηκε αστείος ο εαυτός του, σαν ένα είδος αμφίβιου όντος που τα καταφέρνει περίφημα μέσα και έξω από τα νερά, μέσα και έξω από τους κύκλους της αγάπης. Ψηλάφισε τα χέρια του, δεν τα γνώρισε. Εκείνα δεν ήταν τα χέρια του και όλα ετούτα τα πράγματα τα θαμμένα δεν του ανήκουν. Ανήκουν σε μια άλλη εποχή, σε κάποιον σαν και αυτόν που μπάρκαρε με το καλοκαίρι και δεν γνωρίζει πια λιμάνι.
Τον κυρίευσε ο πανικός και ο ενεστώτας του φάνηκε σαν χρόνος ατέλειωτος, μια από τις σταθερές αυτού του κόσμου. Σαν να λέμε ένα ατέλειωτο παρόν. Σηκώθηκε από τη σεζλόνγκ για να βρει πάνω της το σχήμα του κορμιού του. Είχαν καιρό να ανταμώσουν, εκείνος και το σώμα του. Το φεγγάρι ταξίδευε σε ήμερα νερά. Και όμως, καμιά νύχτα δεν φτάνει , κανένας στίχος δεν το χωρά. Μα αυτά όλα θα τον απασχολήσουν κάτω από διαφορετικές συνθήκες.
Τώρα θα πρέπει να βρει μια λύση. Πώς τάχα γίνηκε να ξεμείνει εδώ; Πώς δεν τον ειδοποίησε κανείς; Οι φίλοι του, η Άννα, κανείς δεν τον θυμήθηκε, κανείς δεν τον αναζήτησε. Η νύχτα τώρα μύριζε φρίκη, η μοναξιά τον γυρόφερνε και οι συντεταγμένες του παρέμεναν άγνωστες.
Δες, ένας κρυφός φονιάς βαδίζει μαζί του, μια αδάμαστη σκιά σαν εκείνου του ανθρώπου που την πούλησε για να κερδίσει τα πάντα. Τίποτε δεν ορίζει πια, ο νους του κρεμασμένος από το τίποτε εκείνης της ώρας. Έβαλε σε λειτουργία το τρανζίστορ που παίρνει πάντα μαζί του. Αναζήτησε κάποιον σταθμό, πέτυχε τις διαφημίσεις όμως ύστερα το σήμα αποκάλυπτε, δίχως άλλη αμφιβολία, την ώρα και την εποχή. Σεπτέμβρης, γύρω στις εννιά το βράδυ, συλλογίστηκε. Ώρες φθινοπώρου και η ψυχή του βούρκωσε.
Έτρεξε στο κέντρο του μικρού χωριού. Μπήκε στο καφενείο και όσοι γερνούσαν εκεί μέσα τον είδαν με την πιο αθώα απορία και είπαν άγγελος θα’ναι που πήρε λάθος δρόμο. Τους εξήγησε πως είχε ξεχαστεί, πως κανείς δεν του ‘πε ότι το καλοκαίρι είχε τελειώσει. Τους είπε πως το εισιτήριό του δεν αξίζει μία πια. Ρώτησε για το επόμενο πλοίο, ζήτησε μερικά δανεικά , σχεδόν τους παρακάλεσε να του δώσουν μια βοήθεια. Έπειτα ξέσπασε σε κλάματα μα δεν του ‘κανε τίποτε. Ζήτησε να καλέσει κάποιον στο τηλέφωνο, οι άνθρωποι του καφενείου δεν αποκρίθηκαν. Τότε και εκείνος άρχισε να καλεί μέσα από τον αρχαίο τηλεφωνικό θάλαμο. Εμπρός, εμπρός, φώναζε. Μα δεν υπήρχε τίποτε στην απέναντι πλευρά, μονάχα θάνατος και απουσία. Προμήνυμα μιας μεγάλης καταστροφής το ουρλιαχτό του, η φωνή του τσακισμένη έχασε την έντασή της, σαν ένιωσε πως δεν υπήρχε κανείς. Μόνο τ’αδειανά πρόσωπα των άλλων μες στη σάλα του καφενείου, μόνον αυτά θα επικρατούσαν. Ήταν όλα τόσο βαριά εκείνη τη στιγμή και όσο και αν επέμενε τίποτε δεν θα κατόρθωνε.
Κάλεσε σε όλα τα πρακτορεία. Το ένα μετά το άλλο κατέβαζαν ρολά. Παντού απαντούσαν οι τηλεφωνητές, κάτι τρομερά μηχανήματα να περιγράφουν την απουσία. Οι παλιές διαφημίσεις για κρουαζιέρες στα γύρω νησιά, φάνταζαν σαν ατραξιόν ενός χαμένου κόσμου.
Οι άνθρωποι του καφενείου δεν είπαν τίποτε. Μόνο κάποιος από το βάθος της σάλας, με μάτια πικραμένου που κάνουν στους ζωγράφους και τους ερωτευμένους, έκανε τη διαφορά και είπε. “Μην γελιέσαι. Από εδώ δεν φεύγει κανείς. Όλοι μας ξεχαστήκαμε κάποιο καλοκαίρι και τώρα πια δεν έχει γυρισμό. Τα πλοία δεν θα ‘ρθουν πριν την άνοιξη και οι γραμμές έχουν όλες κοπεί. Ανάμεσα σε εμάς και στον κόσμο χώρεσε ολόκληρο τ’όνειρο. Μην προσπαθείς, είναι μάταιο να προσπαθείς. Καλύτερα να δεχτείς ετούτη την προϊστορική μοναξιά που στάζει παντού. Όμως μην χάσεις το κουράγιο σου. Καλύτερα να μείνεις εδώ μαζί μας. Μόλις φανεί το πρώτο πλοίο θα φύγουμε . Ίσως όχι όλοι, αφού κάποιοι βγάλανε ρίζες, γίνανε δέντρα, κάτι αγάπησαν. Και ξέρεις, δεν μπορείς να πεις στον καθένα πώς και τι να αγαπά. Να το θυμάσαι αυτό”.
Ώστε λοιπόν δεν υπήρχε καμιά δυνατότητα, καμιά διέξοδος. Έσυρε τα πράγματά του σε ένα τραπέζι πλάι στα ψυγεία, παρήγγειλε λήθη και στριμώχτηκε μες στον εαυτό του. Από παντού ερχόταν η μεραρχία του χειμώνα, με όλες τις δυνάμεις της στο χρώμα των φύλλων, στον παγωμένο ουρανό, στη σβησμένη μαρκίζα του νυχτερινού του μαγαζιού. Τι απλό και τρομερό πράγμα που είναι η μοναξιά, τι απλό και τρομερό πράγμα, ένας θάνατος, σκέφτηκε.
Και πίσω από το φωσφορικό τίποτε του μαγαζιού που διανυκτερεύει μια ζωή τώρα, προσμένουν να φανεί το πλοίο οι ξεχασμένοι παραθεριστές. Πότε πότε η αναμονή τους γίνεται νευρική και είναι δύσκολο τότε να την ξεχωρίσεις από την προσδοκία. Όλα αυτά σε συντρίβουν λίγο λίγο, το καλοκαίρι δεν φτάνει πια για να σε κρατήσει. Αργότερα πλακώνει η νοσταλγία με τ’άγρια δόντια της και οι θαμώνες δακρύζουν, αλμυροί από τη θάλασσα, κατακτημένοι από τη σκουριά, τι τα θες;
Τότε ήταν που κατάλαβε πως όλα ετούτα είχαν σκοπό να του διδάξουν την καθαρότητα των πραγμάτων, τη βεβαιότητα των περιγραμμάτων που ξεφτίζουν τόσο γοργά. Στα χέρια του κρατούσε τη μεταμέλεια και την τρυφερότητα για το μη βλεπόμενο. Οι δρόμοι σαν συνωμότες τον περίμεναν να φανεί για μία ακόμη προδοσία. Τον κοιτούσαν με μάτια γκρίζα και τσιμεντένια και όλα μαζί τα πράγμα εφάνταζαν ευτυχισμένα, εκεί στο βάθος του καφενείου, μες στην καρδιά της εγκράτειας ακόμη. Πλάι στα ψυγεία με το φωσφορικό τους τίποτε, θυμάσαι;
Επίμετρο
Χθες χτύπησε το τηλέφωνο. Παρ’ότι απαντούσα, εκείνο δεν σταματούσε. Αμέσως κατάλαβα. Φώναξα δυνατά, να ακουστώ πάνω από όλα τα εμπόδια. Σοφία, Σοφία, μα εκείνη δεν ακουγόταν. Μόνον μια συρμάτινη φωνή ξεχώριζε κάθε τόσο, έπειτα χανόταν. Ότι μπορούσα να αντιληφθώ δεν ήταν άλλο από φράσεις αποσπασματικές, συλλαβές που μονάχες τους δεν έκαναν για τίποτε. Επέμεινα, Σοφία, Σοφία, φώναζα, πείσμωσα και μες στο πάθος μου χτύπησα με το χέρι μου τον καθρέφτη. Και αμέσως, σαν να διόρθωνα λέει κάποια ανερμήνευτη ακόμη σημασία, η φωνή της βρήκε την καθαρότητα που ένα τόσο κρίσιμο τηλεφώνημα απαιτούσε. Σοφία, Σοφία, και πρόλαβα να ακούσω μόνο τα παρακάτω λόγια. Τον εαυτό μου βασάνιζε η παραμόρφωση του γυαλιού, τίποτε άλλο.
Είμαι καλά, εδώ είμαι καλά. Καμιά φορά βρέχει στάχτες, έχω βέβαια χάσει τα μάτια μου. Εδώ τα πονταρίσματα κοστίζουν, μα στ’αλήθεια τίποτε δεν χρειάζομαι, τίποτε, με ακούς; Καμιά φορά σαν με αρπάζει η λύπη, παραγγέλνω στους αγγέλους και με πάνε στις εξοχές. Με αφήνουν σε κάποιο μαρμάρινο περίπτερο και εγώ στέκω ως να νυχτώσει και αγναντεύω το καταπράσινο τοπίο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες να με συγχωρείς που δεν θυμάμαι τίποτε άλλο πια. Σε έχω πάντα μες στην καρδιά μου.
Έκλεισα το τηλέφωνο. Όχι δίχως να φωνάξω και πάλι το όνομά της. Μα γρήγορα σταμάτησα καθώς κατάλαβα πως εδώ πρόκειται για την αρχαία τάξη που δεκάρα δεν δίνει Σοφία για τη δική μου μελαγχολία.
Απόστολος Θηβαίος
