
[…Και αν η προσευχή μου οινόπνευμα μυρίζει, καπνό και πυρετό.
Στη ηχεία “Ημερολόγιο”…]
Παντοτινά ερωτικός
Milo Manara, γεν. Λουσόν 12 Σεπτεμβρίου 1945, πραγμ. όνομ. Maurilio Manara
Αισθησιακός, με την ευγένεια και την επιθυμία ίσα μοιρασμένες, αθεράπευτα υπαινικτικός. Τα τέλεια κορίτσια του Μίλο Μανάρα κάνουν τη διαφορά ανάμεσα στις δημιουργίες των σημαντικότερων εκπροσώπων των κόμικ. Θεληματικοί εραστές, κορίτσια βορά στον έρωτα του σώματος, με μια αθωότητα που σε κόβει στα δύο. Θυμάμαι πως ο Σεζάν έλεγε, “πρώτα αρχίζει ο ενθουσιασμός και η αίσθησης, κι ύστερα αρχίζει η οργάνωσης”. Ο Μίλο Μανάρα βρίσκει μια ευαίσθητη χορδή, το κοινό λατρεύει τα κορίτσια του και ίσως να τα ονειρεύεται σε μια παράδοξη ιστορία από εκείνες που γράφει η πόλη εν αγνοία μας. Οι σειρές των κόμικ του θα αφήσουν εποχή.
Καμιά φορά συλλογίζομαι πως υπάρχει με σιγουριά ένα είδος ήλεκτρου μες στις δημιουργίες των μεγάλων εκπροσώπων κάθε είδους. Κάτι που μας βοηθά να εξοικειωθούμε με τις περιστάσεις, με τις μυθολογίες που τους διαμόρφωσαν. Και επιτέλους με την ομορφιά. Σε κάθε σκίτσο, ο καλλιτέχνης κάνει το δημιούργημά του να λαμβάνει μια θέση που νιώθεις πως σε μισό λεπτό θα αλλάξει. Μια στάση γλυπτική, ίσως πιο ζωγραφική από ότι αντέχουμε. Με πλαστικότητα, τα κορίτσια του Μίλο Μανάρα, άλλοτε με τη μάσκα τους τον καιρό της φοβερής πανδημίας – άραγε πότε συνέβησαν όλα αυτά; – να διατηρούν στο ακέραιο τον ερωτισμό τους , κάτι το αριστοκρατικό που ερεθίζει το νου και αποκλείει κάθε φτήνια.
Θελκτικές, με μια αναγεννησιακή ομορφιά, καταδικασμένες μες στην δροσιά τους να λατρεύουν τα σώμα, να ρίχνονται με πάθος και αυταπάρνηση στη σπουδή των ηδονών. Τ’απολαυστικά κορίτσια του Μίλο Μανάρα μπορούν να τα βάλουν με κάθε άλλο ιδεώδες. Υπήρξαν μοναδικά.
Η Έιμι είπε την αλήθεια
Amy Jade Winehouse (14 September 1983 – 23 July 2011
[…στα ηχεία, Love is a losing game…]
Δεν είπαν πολλά. Έξω φθινοπώριαζε, ανάμεσά τους έπεσε μια ασυναγώνιστη σιωπή. Τα είχαν διευκρινίσει όλα. Κάτι λιγοστές παρέες δεν είχαν αντιληφθεί το παραμικρό. Να ξέρετε, κύριοι, εδώ σε τούτο το μαγαζάκι της πόλης, πήρε τέλος μια μεγάλη αγάπη, θα σχολίαζε κάποιος πολύ μακριά μες στο μέλλον.
Κανείς δεν νοιάζεται, τώρα δεν μένει τίποτε να πουν. Σε λίγο θα έρθει ο άνθρωπος του μεσιτικού γραφείου. Θα παραλάβει τα κλειδιά και ίσως να πει δυο λόγια για τη δραματική εποχή που κοστίζει τόσο στις αγάπες. Την λένε Ιρέν και πάντα βιάζεται, τα σπίτια την χρειάζονται και έχει στα σκαριά έναν φλογερό έρωτα.
Ο μαιτρ βγήκε βιαστικός στη σκηνή. Τράβηξε το καλώδιο του μικροφώνου και είπε δυο λόγια. Σε λίγο επί σκηνής, η Έιμι, η πιο παράξενη και αισθαντική φωνή της πόλης. Μοιάζει τσαλακωμένη και τρυφερή, μαζί. Κυρίες και κύριοι, η Έιμι, συμπλήρωσε ο μαιτρ και τα φώτα πέσανε, οι παρέες έπαψαν να μιλούν, οι δυο τους παρ’ολίγο να δέσουν τα χέρια τους , κάτι τους κράτησε μακριά την τελευταία μόνο στιγμή.
Είναι σίγουρο πως το νιόβγαλτο φεγγάρι κάπου εκεί έξω πάγωνε. Και όμως, εκείνος σκέφτηκε, τα μάτια της παραμένουν γκρίζα και έξυπνα. Η Έιμι έβαλε τα δυνατά της, η φωνή της υπήρξε τσακισμένη. Όταν έκλεινε τα μάτια η συγκίνηση περίσσευε.
Η αγάπη δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα χαμένο παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που δεν πίστεψα ποτέ μου ότι μπορώ να παίξω. Ω Θεέ μου, πόσο κακό προκαλέσαμε οι δυο μας. Και τώρα, τελευταίο καρέ. Ναι, η αγάπη δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα χαμένο παιχνίδι.
Στο τζάμι φάνηκε η χαμογελαστή μορφή της Ιρέν. Τους έγνεψε παγωμένη μες στο κασμιρένιο της παλτό. Εκείνοι την κοίταξαν με δακρυσμένα μάτια. Το κορίτσι χάραξε κάτι επάνω στο χνότο του τζαμιού. Η αγάπη είναι ένα χαμένο παιχνίδι. Και η Ιρέν ήξερε με εκείνη και μόνο την κίνηση πως θα ‘ναι πάντα βαθύτερο πράγμα μια ανθρώπινη, ερειπωμένη καρδιά.
Δίχως Χριστό
Τζόνι Κας
26/2/1932 – 12/9/2003
Πήρε τους δρόμους. Τον προσπερνούσαν οι χαρούμενες παρέες, γέλια, πειράγματα, η αίσθηση ότι για μια φορά μπορούμε να ζήσουμε επιτέλους. Τον κούρασε η τόση ευτυχία και έστριψε προς την άλλη πλευρά της πόλης. Δεν τον πείραζε ο κίνδυνος, ήθελε να ξεφύγει από όλα τα σαββατόβραδα του κόσμου.
Του έκανε εντύπωση το ανοιχτό καφενείο σε τούτο το σημείο της πόλης. Ήταν φωτισμένο σαν ψυγείο ή καλύτερα με εκείνη την απόχρωση που έχουν οι ειδικοί φωτισμοί σε υπαίθρια, καλοκαιρινά κάμπινγκ. Μια γυναίκα με ένα αδειανό ποτήρι εμπρός της, του έδειξε στην άλλη άκρη του δρόμου. Όταν αντιλήφθηκε πως υποτίθεται ότι έπρεπε κάτι να διακρίνει σε αυτό το φριχτό τοπίο, ακολούθησε του χεριού της. Του φάνηκε πως από κάποια παράξενη αιτία είχε ξεχαστεί και είχε πια γεράσει δίχως να το υποψιαστεί. Έτσι συμβαίνουν αυτά τα πράγματα , σκέφτηκε.
Κατευθύνθηκε προς τον τηλεφωνικό θάλαμο. Λογάριαζε πως οι υπηρεσίες του δήμου θα τους είχαν συλλέξει. Πλησίασε, διέκρινε τη διαλυμένη συσκευή, του έκανε εντύπωση όταν άκουσε τον χτύπο. Το τηλέφωνο που είχε πάψει από καιρό να λειτουργεί τώρα κουδούνιζε ξέφρενα, χαλώντας τον κόσμο μες στη νύχτα.
Αποφάσισε να απαντήσει, ακριβώς όπως τον προέτρεπε η γυναίκα με τ’αδειανό ποτήρι που στα χέρια του Ε. Χ. Γονατά θα είχε μεταβληθεί σε ένα υπέροχο δείγμα του θαυμαστού.
Εμπρός; Εμπρός;
Και από την άλλη γραμμή, σαν ήχος χαρτονένιος, κάποιο ειδοποιητήριο.
Τώρα πια, μόνο για σας, ένας προσωπικός Ιησούς, έτοιμος πάντα να ακούσει τις προσευχές σας, ένας Χριστός που νοιάζεται και βρίσκεται εκεί όταν τον χρειάζεστε. Το μόνο που σας ζητάμε είναι να μας ακούσετε ένα λεπτό. Εμείς ξέρουμε τον τρόπο για να αγγίξετε την πιο βαθιά πίστη.
Η γυναίκα έγνεψε, χαμογέλασε μόνο με τα μάτια. Μέσα από το μαγαζί ένα πιάνο ξεκίνησε να παίζει. Ίσα που την διέκρινε πια, εκείνη τη γυναίκα. Βρισκόταν πάντα στην άλλη άκρη της γραμμής. Εκεί που η φωνή του ανεπανάληπτου τυφώνα Τζόνι Κας έμοιαζε κάπως αδέξια, σαν μισάνοιχτα πέταλα τριανταφυλλιάς. Μ’ ακέραιο το συναίσθημα, όμως κάνοντας κομμάτια με την καρδιά του και μια κιθάρα, όλους τους κανόνες της σχολαστικής φιλοσοφίας.
Παράδοξη σκακιέρα
Νάνος Βαλαωρίτης
5/7/1921-12/9/2019
[…Τ’ άλογα γύρισαν χωρίς το σώμα
Όταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι
Θεέ μου πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα…]
Ποιήματα Ν. Βαλαωρίτης,
1964-1984
Άραγε να ‘χε στο νου του ο ποιητής τίποτε περίφημους στρατούς γεμάτους από την αξιωματική έχθρα που ενώνει τις άπειρες διμοιρίες μες σε δεσμό θανάτου;
Όχι, δεν τον ένοιαζε τίποτε τέτοιο εκείνον. Μόνον η Τροία είχε μια κάποια σημασία. Δεν μιλώ για αυτήν που γίνηκε θέατρο του μύθου μα για την κάθε μια ρημαγμένη Τροία που πάλεψε μα δεν τα κατάφερε και έγινε συντρίμμια, προϊόν της οξείδωσης, καπνός, σκόνη.
Ο ποιητής θέλει να τραγουδήσει τους πνιγμένους. Σπαρμένα κορμιά ως πέρα στα βάθη του πελάγους και έπειτα κάτι υπέροχα μες στη συντριβή τους άλογα, δίχως σώματα πια. Τι μοναξιά να’ναι αυτή που φαντάστηκε ο ποιητής, πώς άντεξε εκείνη τη νύχτα, το γνωρίζουν μονάχα οι λέξεις, κάτι συστοιχίες αστεριών που βρήκαν μια άλλη ζωή μες στους δισταγμούς του.
Το ταλέντο έχει να κάνει με την ικανότητα κάποιου να συνθέτει τα πράγματα, ώστε να φανερώσει και πάλι την πρωτοτυπία του κόσμου. Και έτσι η Τροία του Νάνου Βαλαωρίτη βρίσκει μια δεύτερη ευκαιρία, χαράζοντας το όνομά της μέσα μας, όπως το καλοκαίρι. Και είναι αδύνατο να ξεφύγει κανείς από αυτές τις ανεξίτηλες χαρακιές. Βεβαίως, η ποίηση είναι μια κάποια λύσης, είπαν. Είναι ύψος, αποκρίθηκαν άλλοι και φεύγω μαζί τους.
Μυκήνες
Είχε πάρει το δρόμο που βγάζει στο απομονωμένο χωριό. Τώρα βρισκόταν εν μέσω της φύσης, πουλιά και δαίμονες τον καλωσόριζαν. Γεια σου ξένε, του λέγανε και φεύγανε. Περνούσε τα παλιά σπίτια, παλιά όσο και οι Μυκήνες. Και δεν είχε τίποτε να δει έξω από τα σφραγισμένα παράθυρα τους, παραμονές μεσημεριού. Διάβαινε σαν κυκλώνας τους δρόμους, διέσχιζε τα τοξωτά γεφύρια και τραβούσε παραπέρα. Έτσι θα ‘ρχονταν μια φορά και έναν καιρό οι σταυροφόροι. Απομεινάρια καλοκαιριού εδώ και εκεί. Οδηγούσε βιαστικά , το ύφος του υπήρξε εξόχως μυθιστορηματικό και η ψυχή του τσαλακωμένη.
Τότε την είδε. Στεκόταν στο παλιό περβάζι. Μόνον πέτρες ήταν εκεί και κάτι χορτάρια, ψηλά ως εκεί, απάνω. Δεν του ‘γνεψε τίποτε, δεν τον χαιρέτησε, ακίνητη παρέμενε σαν το πορτραίτο που πειθαρχεί στη ζωγραφιά. Κάποτε στο μέλλον θα πουν κλείνοντας το μύθο πως αυτή η γυναίκα μεταμορφώθηκε σε πουρνάρι και ξερολιθιά, τίποτε περισσότερο.
Αν σε λένε Ηλέκτρα, Αντιγόνη, Αλκμήνη, αν σε λένε Κασσάνδρα ξέρω πόσο λυπήθηκες. Για αυτό και εγώ θα σ’αγαπώ μες στους αιώνες, θέλησε να της πει μα το βλέμμα της τον αποπήρε. Δεν γύρευε τίποτε να μοιραστεί, να ξεδιψάσει επήγαινε εκείνη, μυστικά πριν το τέλος.
Χρόνια μετά την θυμήθηκε. Όλοι οι άλλοι είχαν πια φύγει. Ατέλειωτες αρμαθιές κλειδιά μες στα συρτάρια που δεν θα ανοίξουν ποτέ. Θα πήγαινε για τελευταία φορά. Οδηγούσε στον ίδιο δρόμο, οι παλιές πέτρες είχαν πνιγεί τώρα από ένα δάσος. Δεν την ξεχώρισε, ίσως να’χε γίνει καλαμιά, στίχος πια, σε δημοτικό τραγούδι.
Προχώρησε και έφτασε στο σπίτι. Το χωριό είχε ρημάξει. Τα αδέλφια ψάλτες είχαν πια διαβεί το αιώνιο ποτάμι. Οι άλλοι, είχαν πια λησμονήσει για πάντα εκείνο το μέρος. Και τα παιδιά, μεγάλα έξω από τους κύκλους της αθωότητας, δεν θυμούνταν δρόμους και κώδικες. Ο Ηλίας, ο Νίκος, η Γεωργία, όλοι τους ζούσαν εδώ και καιρό την εποχή του θανάτου τους.
Κανείς δεν είχε φανεί εδώ και χρόνια στη βρύση για να ξεδιψάσει. Φύγανε τα καντήλια με τα χρόνια και με τους αέρηδες που ξυπνούν τ’απόγευμα για να χαλάσουν τα μαλλιά σου, φθάνοντας την ομορφιά σου ως το εντελέστερο.
Προχώρησε στη σάλα, περνώντας μέσα από τους ιστούς, χαλώντας μια βεβαιότητα με τα χρόνια καμωμένη. Άναψε τα φώτα και τον πήρανε τα χνάρια. Στάθηκε εμπρός από το παράθυρο. Αν το ανοίξει, θα ‘ναι σαν να λέει το μεγάλο του το ναι. Και όμως τ’άφησε να συμβεί, τα χρόνια φτερούγισαν. Ξερόβηξε όλο τράνταγμα εκείνο το σπίτι, σαν να ‘παιρνε μια ανάσα. Οιι πεθαμένοι θα ανοίξανε τα μάτια τους, είπε, Ένας κόσμος ξυπνούσε.
Ένα παράπονο ήρθε και κάθισε πλάι του. Μόνο να’ταν ποιητής, να μπορούσε λέει με μια ανεμόσκαλα να ανέβει ως το τσίγκινο, όλο τρυφεράδα φεγγάρι, το φαντάζεσαι, πες μου. Να ‘ταν λέει κάτι περισσότερο από τον αδειανό αέρα, να’ταν η σιωπή ολοζώντανο και αιώνιο θεριό που κυριεύει τα σπίτια. Και να είναι όλα εκεί, μετά από εσένα, μετά από εμένα και από όλα, να είναι εκεί.
Είναι δύσκολο να πιστέψει, η νύχτα βαθαίνει, από παντού στάζει μαύρο βάμμα. Και τα φαινόμενα λέει, αρχίζουν να χάνουν τις γραμμές τους ώσπου να απομείνουν όγκοι στο στερέωμα, τοπία του Ρεμπό και τίποτε. Οι παλίρροιες όλες νεκρές, όπως το λένε τα τηλεγραφήματα που φτάνουν καθημερινά από το μέτωπο.
Σκέφτηκε να καπνίσει, μήπως και φανούν ξανά εκείνοι οι παλιοί χρησμοί, μήπως το νερό μιλήσει και πάλι. Κοίταξε πάνω στο τραπέζι το σταχτοδοχείο με την επιγραφή Γαλήνη. Ετούτο ήταν που κυριαρχούσε στο τοπίο, μια ανίκητη ειρήνη. Οι γραμμές της προχωρούν πάνω στα σπίτια, στους μαντρότοιχους, στις έρημες αυλές, στο σκυρόδεμα που καρτεράει μια εξέλιξη, στα χρόνια που βαραίνουν τον σοφό και στοχαστικό πλάτανο. Στην μαρκίζα που μετράει δεκαετίες σε αιώνια αγρανάπαυση.
Και τότε την είδε. Ντυμένη με αρχαίο νυφικό, νέα σαν μια σύνθεση αδοκίμαστη και δροσερή. Δεν είπε τίποτε, σκαρφάλωσε και έσβησε το πορτατίφ του φεγγαριού. Μες στο σκοτάδι, κάθισε και έκλαψε. Και ήπιε ώσπου να πνιγεί , ήπιε στα κοραλλένια μπαρ, κομπάρσος πια της ζωής και της νύχτας, μητέρα.
Α.Θ
