Auxokromo

© Mimmo Jodice

Ένας πληγωμένος ήρωας
Φραντς Κάφκα
3 Ιουλίου 1883 – 3 Ιουνίου 1924

Ο Καρλ Ρόσμαν μισεί απέραντα τον Φραντς Κάφκα. Και ακόμη περισσότερο τον Μαξ Μπροντ που αψήφησε την διαθήκη του συγγραφέα και προχώρησε στην δημοσίευση αυτού του τόσο οδυνηρού υλικού. Διότι ο Καρλ, αυτός ο φέρελπις νέος, τυφλωμένος από τον έρωτα, θα σταλεί στην Αμερική. Βρισκόμαστε κάπου στα 1927, η εθνική κατάθλιψη μαστίζει απ’άκρη σ’άκρη τη μεγάλη αυτή χώρα. Μα είναι τόσο το πλήθος και απέραντες οι αποστάσεις και είναι βέβαιο πως μπορεί κανείς μες σε τέτοιες συνθήκες να ξεχάσει, να τα καταφέρει αν κάποτε θέλησε να γυρίσει σελίδα στην δυστυχισμένη του ζωή. 

Ήταν ανάγκη λοιπόν να έρθει στο φως αυτή η τόσο προσωπική ιστορία; Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Φραντς φρόντισε να θυμίσει στον καθένα μας εκεί έξω, την πιο αποκρουστική μας όψη. Άκου λέει να μεταμορφώνεται κανείς σε ένα απεχθές έντομο, παραδομένος στην εκμηδένιση και τον πιο ανεπιτήδευτο εξευτελισμό. Καμιά φορά συλλογίζεται μήπως τάχα στα αλήθεια οι καθρέφτες λένε ψέμματα και είμαστε το δίχως άλλο, αυτό το φοβερό και απεχθές έντομο. Δεν έχει απαντήσεις για αυτό, μόνο μια αίσθηση που εξατμίζεται και αυτή ανάμεσα στα άλλα. 

Ο Καρλ Ρόσμαν μισεί όσο τίποτε τον Φραντς. Επειδή ο τελευταίος βρήκε τον τρόπο να πει την αλήθεια που διστάζουμε να κοιτάξουμε κατάματα. Και όταν περπατά εμπρός από τις βιτρίνες των δρόμων, δεν χαζεύει ποτέ τον εαυτό του, μην τύχει και δει την όψη του την πιο αληθινή. 

Σε κάποιες σελίδες εκεί έξω  υπάρχουν  θραύσματα ζωής, ίχνη και σκιές ανθρώπων που δεν μοιάζουν με τίποτε άλλο. Η αίσθηση όμως, αυτήν την πέτυχε ο Φραντς.

Είναι οι σελίδες του Φραντς Κάφκα που τόσο πολύ μισεί ο Καρλ Ρόσμαν γιατί απλούστατα τον ξεμπρόστασιε εμπρός στο κοινό που λάτρευε με πόζες να κρατάει το ίσο του ετοιμόρροπου αιώνα.

Αουξοκρόμο
*αυτός που ελκύει το χρώμα

Φρόιντ Κάλο
6 Ιουλίου 1907 – 13 Ιουλίου 1954

[…στα ηχεία Le Canto Al Palenque…]

Σήμερα, τα κορίτσια σε κάθε γωνιά του κόσμου την μιμούνται. Φορούν φουστάνια από πολύχρωμους ταφτάδες, πιάνουν τα μαλλιά τους με εντυπωσιακά χτενίσματα, φορούν ογκώδη κοσμήματα, με έντονο το εθνολογικό στοιχείο. Με όλα αυτά προσπαθούν να προβούν σε μια δήλωση. Πως καμιά φορά η μόδα δεν πεθαίνει, μα παραμένει στην ακμή της επειδή συνιστά κάτι περισσότερο από έναν απλό συνδυασμό χρωμάτων και υφασμάτων.

Επειδή η Φρίντα Κάλο, μεταξύ πολλών άλλων, διαμόρφωσε με έναν ιδιαίτερο τρόπο τη σύγχρονη μόδα. Και αυτό ήταν το λιγότερο από όσα κατόρθωσε αυτή η τσακισμένη ύπαρξη, παράφορα ερωτευμένη με την τέχνη του καιρού της. Θα την βρεις παντού στα έργα της, κάπως ανέκφραστη, να ποζάρει με το διαλυμένο της κορμί, ότι είχε απομείνει από το τρομερό δυστύχημα που στιγμάτισε τη ζωή της και την κράτησε για μακριά διαστήματα κλινήρη. 

Μα δεν της στέρησε το όραμα της ζωγραφικής που σε δυο μονάχα διαστάσεις, βυθισμένη σε μια εποποιία χρωμάτων, παρέμεινε συνοδοιπόρος της Φρίντα Κάλο σε όλη τη διάρκεια της βασανισμένης της ζωής. Δεν θα γίνει μητέρα, μα ο Ντιέγκο Ριβέρα θα την λατρέψει με έναν τρόπο απόλυτο, σχεδόν δογματικό. Αυτό το χρυσό ζευγάρι της παγκόσμιας τέχνης, θα αφήσει το στίγμα του. Για πάντα αφημένοι σε μια Μεξικάνικη Πρωτομαγιά, γυρεύοντας τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να αλλάξει ο κόσμος, δεν έχασαν ούτε μια στιγμή την πίστη τους στο όραμα. Α, τότε, εκείνο τον καιρό υπήρχε μια αιτία πολύ υψηλότερη από την απλή και δίχως αντίκρισμα στράτευση. Η Φρίντα Κάλο και ο Ντιέγκο Ριβέρα παράμειναν στην πρώτη γραμμή της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αποθανατισμένη με ένα πορφυρό ρεμπόζο, στα 1938, με ανδρόγυνο ύφος στα 1941, φωτογραφημένη από την πιστή της φίλη Έιμι Λου Πάκαρντ, πλάι στον Δρ. Χουάν Φαρίλ το 1950, δεκάδες άλλες λήψεις από την Φρίντα τη στιγμή που η γεμάτη ευθυμία παλέτα των χρωμάτων εκρήγνυται μες στην καρδιά της.

Σήμερα τα κορίτσια μιμούνται το χτένισμα της. Και τα πιο τολμηρά φορούν φουστάνια με έντονες, χρωματικές αποχρώσεις. Όσο για την Φρίντα, καμιά φορά την φαντάζομαι νύχτα, μες στο “Μπλε Σπίτι” να εξέρχεται κάποιας ζωγραφιάς και ευθύς να δένει με ολάκερη την ιστορία της χώρας της. 

Ο Αντρέ Μπρετόν είχε δίκιο όταν έλεγε πως η τέχνη της Φρίντα Κάλο δεν είναι παρά μια κροδέλα γύρω από μια βόμβα.

Χουάν Ο’ Γκορμάν
6/7/1905 – 17/1/1982

[…Grito de Dolores του Χουάν Ο’ Γκορμάν…]

Μιγκέλ Ιντάλγκο, σύσσωμο το Μεξικό σε ευγνωμονεί. Επειδή εκείνη την κρίσιμη στιγμή, άναψες τη φωτιά της επανάστασης, δίχως να υπολογίσεις τίποτε από όσα βάζουν κάτω, πάντα στοχαστικά και με μια κάποια δειλία,  όσοι δεν έχουν καρδιά, μα μονάχα λογική. Και έτσι δίχως να νοιάζεσαι για όλα αυτά που θα χαθούν, για το αίμα των συντρόφων που θα χυθεί, χτύπησες ρυθμικά τις καμπάνες. Και το πλήθος, αγρότες και πάμφτωχοι χωρικοί, βγήκαν στους δρόμους ζητώντας μια καλύτερη ζωή για εκείνους και τα παιδιά τους. Ω, Μιγκέλ Ιντάλγκο, πώς χώρεσες μες στην καρδιά σου όλο αυτό το ανυπέρβλητο κουράγιο;

Ο Χουάν Ο’Γκορμάν, ο αρχιτέκτονας και ζωγράφος που γεννιέται μια μέρα σαν σήμερα στις αρχές του παλιού κιόλας αιώνα, θα φροντίσει ώστε η τέχνη να αποδώσει τις τιμές που αρμόζουν στον Μιγκέλ Ιντάλγκο, αυτόν τον αδιαπραγμάτευτο πατριώτη. 

Ω, Μιγκέλ Ιντάλγκο, πάντα θα υπάρχουν σπουδαίοι καλλιτέχνες για να σε αποθανατίσουν καθώς θα ανάβεις τη φωτιά της δίκαιης επανάστασης, καθώς θα φέγγεις πάνω στο σκοτεινό μονοπάτι που παίρνει πάντα ο λαός.

Αδέσποτα Ραδιοφωνικά

Γεια σου Νίκο
Νίκος Ζιώγαλας
4 Ιουλίου 1953

[…”το σήκωνα και το ‘πινα με τόση νοστιμάδα”. Για το τραγούδι πάντα.]

Τέτοια τραγούδια θέλουν νύχτες ατέλειωτες, δρόμους αδειανούς. Και σταρ του σινεμά, σπασμένες κούκλες στην ερημιά της Σταδίου. 

Ή πάλι, αθεράπευτα μελαγχολικά λουλούδια  να σου γνέφουν από την άλλη άκρη του γραφείου. 

Κλεισμένες μες σε πλέξιγκλας διαχωριστικά, οι κούκλες μοιάζουν με εκείνα τα πειράματα του ρεαλισμού που δίνουν τις πιο ρεαλιστικές σκηνές απ’όλες τις πτυχές της ζωής του φιλοξενούμενου. 

Αν σηκώσουν το βλέμμα τους ο κόσμος θα σταματήσει. Η ανάσα του θα κοπεί, τα κορίτσια αυτά, επειδή ακριβώς δεν το ξέρουν, μοιάζουν πανέμορφα στο στερέωμα. Του γραφείου πάντα.

Ακριβώς τότε πέφτουν οι στίχοι του Ζιώγαλα και η Βασιλική πλαντάζει στα πολυφωνικά ροκ της νιότης μας. Καθώς πάντα, για τον Στέργιο. Από δω και πέρα την ιστορία την παίρνουν τα τραγούδια και στα ρουμάνια την πάνε. Για μας, τ’όνειρο με το φαρμάκι του.

Τρία, ξύλινα κορίτσια

Βάσω Κατράκη

5 Ιουλίου 1914 – Αθήνα, 27 Δεκεμβρίου 1988

Καμιά φορά κοιτάζω ψηλά. Όχι, όχι, δεν γυρεύω ουρανούς, αυτά τα πράγματα πεθάνανε από καιρό. Ο καινούριος αιώνας πέταξε κάτι τέτοιες παλιατζούρες και έδωσε τα κλειδιά στην άγρια λογική. 

Κοιτάζω μήπως και δω τα τρία ξύλινα κορίτσια της Βάσως Κατράκη. Με το πεθαμένο τους λουλούδι και με την μελαγχολία τους τη βυζαντινή.

Σαν αγιογραφίες, καρφωμένες στο τέμπλο της αστικής μας εποποιίας, απομείνανε για πάντα μες στην νιότη τους. Τη ζωή τους την αφηγείται μια βαθιά και αδιατάρακτη σιωπή.

Είναι τρία, ξύλινα κορίτσια, από τα χέρια της Βάσως Κατράκη, της μεγάλης δημιουργού. Που δικαιώνουν την αμφίβολη μέχρι πρότινος θέση, ότι η τέχνη ζητάει τον εναγκαλισμό, πως αρνείται την στάση της προσοχής, κερδίζοντας μες στο σχήμα που ποθεί όλη την ανθρωπιά και όλες τις παραμορφώσεις, τις πιο ευλογημένες αλλοιώσεις της καρδιάς και του νου.

Α.Θ