Ο Μπάιρον και οι άλλοι

αυτός γαρ αγρυπνούσε
υπέρ των ψυχών ημών

 

Σημείωμα για το βιβλίο
των εκδόσεων Αιγαίο
με τρία διηγήματα του
σπουδαίου
Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και
Πρόλογο του
Σωτήρη Κακίση
Από την σειρά
“Κείμενα – Κειμήλια”

Δεν πάνε μερικοί μήνες που κυκλοφόρησε το συνταρακτικό φιλμ για το έργο και τη ζωή του Οπενχάιμερ. Ο σπουδαίος φυσικός, ο επιστήμων που έθεσε την ανθρωπότητα προ των ευθυνών της, ο κατασκευαστής του πιο φονικού από τα όπλα που επινόησε το ανθρώπινο είδος, βρήκε μια στάλα δικαίωση. Στο δισταγμό του, στις μετέπειτα ομιλίες του, τις αφοσιωμένες στον μεγάλο σκοπό της προστασίας του ανθρώπου από τον πιο τρομερό κίνδυνο, τον ίδιο του τον εαυτό. Ο επιστήμων και ο άνθρωπος, τα ζητήματα των καιρών και η βαρύτητα της απόφασης όταν μια πράξη και μόνο μπορεί να απελευθερώσει δυνάμεις πρωτοφανέρωτες, χαρίσματα σκοτεινά από τον πάτο του κουτιού της Πανδώρας, κρυμμένα κάτω από τις μοχθηρές δυνάμεις και τα θανάσιμα αμαρτήματα. Αν δικαιώνεται η επιστήμη στην ταινία, παραμένει ζητούμενο. Αν κερδίζει τη συμπάθειά μας ο Οπενχάιμερ, επίσης παραμένει ζήτημα προς συζήτηση. Οι εκατόμβες που στοίχισε η επιστημονική του κατάρτιση συνιστούν ένα δυσθεόρατο βάρος, ένα φόντο που δεν μπορεί να λείπει από καμιά σκηνή. Και είναι μες στο φιλμ και ίσως στο νου των θεατών που κατακλύζουν τις αίθουσες του κυκλωτικού ήχου και της ύστερης, τεχνολογικής καινοτομίας που γεννιέται η απορία, ένας πικρός συλλογισμός για την τύχη του κόσμου αυτού.  Αν ίσως, ποτέ ο Οπενχάιμερ δεν κατασκεύαζε τη βόμβα και αν ποτέ δεν σταματούσαν τα ρολόγια σε κάποια πόλη, καρφωμένα στην ίδια θέση χρόνια και χρόνια, σαν υπενθυμίσεις και μαρτυρίες αδιάψευστες της σκοτεινής ώρας που κάποτε πέφτει σαν χιόνι πάνω στον κόσμο.

Το ίδιο αναρωτιέται και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην ευφάνταστη σειρά των εκδόσεων Αιγαίο. Αρκεί η παράθεση των γεγονότων για την “εις Γιάννεσβουργ της Αφρικής Καταστροφήν”, η λεπτομερής αναφορά στα συντρίμμια και τους νεκρούς και τις απέραντες τάξεις τους, η αναπαράσταση της έκρηξης και οι πρώτες στιγμές μετά το ατύχημα, τα ανθρώπινα σώματα στοιβαγμένα στο νεκροτομείο για τη διαδικασία της αναγνώρισης, οι θρηνωδίες, οι σκηνές οι τραγικές των οικείων, των συγγενών, των κοριτσιών που αγαπήθηκαν πολύ, των μανάδων που ‘χασαν το φως μέσα από τα χέρια τους. Όλα τα υπομνηματίζει ο λόγος του Παπαδιαμάντη, από όλες τις γωνιές διατρέχει τα γεγονότα ο φακός του. Και η γλώσσα του, επίσημη μαζί και γειωμένη, ικανή να μεταφέρει απλά, δίχως διακοσμήσεις, την φοβερή αίσθηση των μαζικών θανάτων, τις κοινωνικές και τις άλλες διαστάσεις, την ανθρωπιά και τ’αντίθετό της, το συμφέρον.  Μια γλώσσα ικανή να διατυπώσει τα σκώμματα και τα φαιδρά, μα και τα σοβαρά μαζί, εκείνα με το βάρος το συνειδησιακό. Κάπως έτσι συνυπάρχουν σαν χρονογραφήματα τα τρία κείμενα διά χειρός Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στην έκδοση του Αιγαίου που προλογίζει ο Σωτήρης Κακίσης. Ποιητής, με υπηρεσία δημοσιογραφική, μεταφραστής με ενδιαφέροντα απαιτητικά, πότε μοντέρνος μα ποτέ παλιομοδίτικος, με αίσθηση λεπτή, ικανή να κερδίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ξεσηκώνοντας όλες τις αισθήσεις της πολύβουης γαλαρίας. “Ο Μπάιρον”, Μπάυρον στιο εξώφυλλο της έκδοσης και “Οιωνός” τιτλοφορούνται τα δύο διηγήματα του Παπαδιαμάντη που μαζί με την εις την Αφρική καταστροφή δίνουν υπόσταση στην έκδοση του Αιγαίου, παρουσιάζοντας στο κοινό σπάνιες αναφορές του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Αυτός ο κόσμος με τη σπασμένη του φτερούγα, να υποβάλλεται λέει στο χρονικό της ζωής. Πότε να ενδύεται τη σπουδαία μορφή του Βύρωνα και άλλοτε να καταδικάζει την επαρχιώτικη αντίληψη, τον οιωνό και τα σημάδια, ενδείξεις της φαιδρής ψυχής.  Και πάλι να πραγματεύεται με επιδεξιότητα πρωτόγνωρη τη σκηνογραφία μιας καταστροφής, μες στους κόλπους της φτωχικής ζωής. Τη μια να υψώνει την εύκολη την καρδιά του ανθρώπου και άλλοτε να γράφει για τον σπουδαίο Άγγλο, εκείνο τον ήρωα, τον φιλέλληνα που δεν δίστασε στιγμή και που σήμερα απαιτεί δικαιωμένα να λούσουμε το μνήμα του με μύρο. Ο Βύρων, ο άνθρωπος ο αισθηματικός και ο δοτικός που στάθηκε αφοσιωμένα στο πλευρό της πόλης του Μεσολογγιού και δεν δείλιασε μήτε την ώρα της μεγάλης χρείας, εκείνος που χάρισε στην πόλη το τυπογραφείο της και δεν δίστασε μήτε όταν εμπρός του αντίκριζε τις σκληρές μορφές των Σουλιωτών που πρώτοι ρίχνονταν στον αγώνα, μαθημένοι σε όλα αυτά. Τον Βύρωνα που στάθηκε μια αντίστιξη  μες στην απέραντη νύχτα την ελληνική, ανάμεσα σε όλους εκείνους που γυρεύανε  τον τρόπο για να κάνουν δικό τους τον αγώνα.

Και ύστερα πάλι μες στα ελαφριά τα λαϊκά τα δρώμενα, εφευρίσκει ο Παπαδιαμάντης τον τρόπο για να αποκτήσει η ιστορία του το βάρος το ειδικό. Διότι τέτοιος είναι ο σκοπός της ιστορίας των δυο ερωτευμένων νέων που αυθαίρετα πολύ και δίχως κρίση, ανακαλύπτουν στα πιο τυχαία πράγματα κλειδιά για γρίφους, απαντήσεις σε αινίγματα και ίσως το “ναι” το πολυπόθητο του έρωτά τους. Αρκεί η όψη του κοριτσιού επάνω στον εξώστη, όπως αρκούν και οι λόγοι οι πύρινοι του υποψηφίου βουλευτή την ώρα που κρίνεται ο αγώνας της εξουσίας. Ίδιος ο οιωνός, ίδια η βαρύτητά του μες στις ζωές μας, τις τόσο πραγματικές, τις αστόλιστες.

Ετούτο το σημείωμα τελειώνει με μια αναφορά στον πρόλογο του Κακίση. “Γιατί να μην διαβάζουμε Παπαδιαμάντη;” αναρωτιέται ο ποιητής. Διότι καθώς διαβάζουμε πιο κάτω, η συχνή τριβή με το έργο του σπουδαίου δημιουργού, ίσως το στερήσει από τον βαθμό του θαυμασμού που διαρκώς αυξανόμενος δεν επιτρέπει στο έργο του να σβήσει, μήτε ακόμη να φθαρεί. Πάντα καινούριο, δροσερό, κρατώντας από τη γλώσσα όσα χρειάζεται, τα κείμενά του θυμίζουν κορίτσια που ωριμάζουν δίχως τίποτε να μαρτυρούν τα φρύδια τους τα τοξωτά, τα κατάμαυρα μαλλιά, τα μήλα με την ζωντάνια, τα χείλη με τη δίψα τους. Να, για αυτό δεν πρέπει να τον διαβάζουμε, μην τύχει λέει και χορτάσουμε και έπειτα περιφρονήσουμε μια για πάντα τη αβίαστη γραφή, τα πολύπλοκα ψυχογραφήματα που μεταφράζουν τις πράξεις και τις ιδέες μας. Τόσα είναι εκείνα που ίσως χάσουμε σε εκείνη την περίπτωση. Διότι, ο Παπαδιαμάντης είναι ένας μεγάλος “κυβερνήτης  του επί της Γης δικού μας Εντερπράζ, κάποτε Κερκ ηρωικός και ατρόμητος που τολμούσε και πήγαινε σε μέρη που κανείς ως τότε δεν είχε φτάσει ποτέ”, γράφει ο Κακίσης. Και τριγύρω λέξεις, κατακίτρινα καναρίνια , άγριες γραφομηχανές μετά από χρόνια να κάνουν την ίδια δουλειά, δίχως όμως το βάθος της συγκίνησης. Λέξεις βαλμένες με αναλογίες, αισθήσεις ερεθισμένες , μια ερμηνεία της καρδιάς και του κόσμου όλο μέτρο, συγκρατημένη, μια συγκαλυμμένη κριτική θεώρηση. Και πάλι εκείνη η  ειρωνεία, η τόσο  λεπτή, η ευθεία, να σκοπεύει στις ορθοδοξίες  αυτού εδώ του κόσμου.

Από τις εκδόσεις Αιγαίου ετούτες οι λιθογραφίες του Παπαδιαμάντη. Στο μεταξύ, ο χρόνος της Ρέας Γαλανάκη “που φθίνει σαν έφηβος και σαν βασιλιάς” τίποτε δεν μπορεί να κάνει στο έργο του σπουδαίου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Α.Θ