Αργύρης Κόσκορος | Νοσφεράτου

© Willy Ronis

Το παράθυρο ανοιχτό και το σεντόνι στο πάτωμα, βαρύ απ’ τους χυμούς σου· βαριά κι η ανάσα σου, ίσα που στάζει ζωή· στην οροφή μια ραγισμένη λάμπα νέμει σκιές και το στόμα σου νοτίζει το μαξιλάρι όπου ριζώνουν τα μαλλιά σου. Κλειστά τα μάτια, μια σχισμή μόνο φανερώνει τ’ ασπράδι τους και οι κόρες τους στραμμένες εντός σου. Ο αέρας που φουσκώνει πριν μπει τις κουρτίνες, το δικό μου ενύπνιο σώμα, σε βρίσκει ανήμπορη στ’ άγγιγμά του. Ανάσκελα ριγμένη στις πτυχώσεις του κατωσέντονου, διπλώνεις το δεξί σου φίδι γύρω απ’ το στραπατσαρισμένο μαξιλάρι ενώ τ’ αριστερό αιωρείται έξω απ’ τα όρια του κρεβατιού κρατώντας στα δόντια του, στόμα δίχως γλώσσα, κάποιο τσιγάρο αόρατο. Μια τροπική υγρασία σε λούζει, που ζέχνει και εξατμίζεται. Ήχοι της νύχτας, γρύλλοι, γκιώνηδες και μακρινά τσακάλια, στριφογυρίζουν στις αυλακιές τ’ αφτιού σου, εισχωρούν στο κεφάλι σου, σε κατοικούν. Από τ’ ασφράγιστά σου χείλη βγαίνουν αναθυμιάσεις, βαθιά φυλαγμένες πριν στα σκοτεινά σου έγκατα. Μια γραμμή ξεραμένης λάβας χαράσσει το δεξί σου μάγουλο, σαν κάποιο σαλιγκάρι να γύρευε πάνω σου κάτι για να χορτάσει. Κάτω απ’ τη μαραμένη γη του στέρνου φύονται ηφαίστεια έτοιμα να ξυπνήσουν. Λίγο πιο κάτω αμμουδιά και νερό που εξατμίζεται πριν σχηματίσει ποτάμια και λίμνες. Ο δεξής σου βλαστός είναι γερμένος και λυγισμένος στο πλάι σαν πεσμένο βουνό. Ο αριστερός απλώνεται και απ’ τις βαμμένες με κόκκινο άκρες του ριζώνει στο σκοτάδι. Oι δυο μαζί ενώνουν τα κλαδιά τους σε φύλλωμα ενιαίο, δάσος πυκνό που το φωνάζουν Ήβη τ’ άγρια όνειρα που εκεί φωλιάζουν.

Μια σκιά ζητά να σ’ αγγίξει, που παίρνει το σχήμα μου και το παραμορφώνει· θ’ αρκούσε μια αχτίδα να τη διαλύσει, μα είναι πρωί ακόμα για ήλιο. Το φως τ’ απατηλό του φεγγαριού και των άστρων κάνει τ’ ακρόνυχα να δείχνουν γαμψά σαν αγριμιού, τη μύτη ράμφος, τη ράχη κυρτή σαν του λύγκα. Το σώμα της άσαρκο, μα αρκεί να σε σηκώσει με σφαλιστά ακόμη τα βλέφαρα ψιθυρίζοντάς της αυτό που αγαπάς, αυτό που μέχρι χτες δεν έλεγες ούτε στον εαυτό σου. Το μόνο που κάνει ο ίσκιος μου είναι ν’ αρπάζει τον δικό σου, που τον ακολουθείς πειθήνια τώρα όπως αυτός εσένα τη μέρα. Πίνω το νέκταρ της παράδοσής σου, που ακούσια μού προσφέρεις σαν πηχτό μαύρο κρασί. Η σκιά μου μεθά, βαραίνει και ξαπλώνει στο μαλακό στρώμα της σάρκας σου· δεν ακούει πια το πρώτο λάλημα του πετεινού και δε φοβάται τον ήλιο που θα τη σβήσει.

Όταν το γήινο σώμα σου ξυπνήσει, θα ‘χει ουλές στο λαιμό· είθε και το δικό μου.

***


Ο Αργύρης Κόσκορος είναι βιβλιοθηκονόμος. Γεννήθηκε το 1978 στην Αθήνα, μεγάλωσε στο Μαρούσι, ξεκίνησε να γράφει στη Ρόδο και ζει στη Λάρισα. Έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς κείμενά του σε διάφορα ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα.