Ρένα Λασπίτη | Black Friday – Διάλυση τιμών

© Willy Ronis

Άνοιξε το ένα του μάτι, το άλλο δεν ανταποκρινόταν. Με την παλάμη του ακούμπησε το μέτωπό του. Το κεφάλι του ζύγιζε ένα τόνο και πόναγε, το στόμα του ξερό. Πέρασε τη γλώσσα πάνω απ΄τα χείλη του για να τα υγράνει λίγο και κούνησε τα κάτω άκρα του. Μια αίσθηση σκουριάς σε όλο του το σώμα. Είχε ξυπνήσει παγιδευμένος μέσα σε έναν ογδοντάχρονο άντρα. Εχτές σίγουρα ήταν σαράντα τρία.

Αδύνατον να σηκωθεί, το μυαλό του δεν έδινε καμία εντολή. Είκοσι λεπτά αργότερα προσπάθησε πάλι. Τα κατάφερε, σηκώθηκε και άρχισε να σέρνει τα γυμνά του πόδια. Πήγε στο μπάνιο ούρησε και μετά κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Ένας τσαλακωμένος τύπος με άδειο βλέμμα και μαύρους κύκλους κάτω απ΄ τα μάτια τον κοίταζε. Του μίλησε κιόλας, «αξιολύπητος είσαι». 

Αποφάσισε να μπει στη μπανιέρα. Η δυσκολία του εκεί, θα την έσερνε μαζί με τον εαυτό του στο ντους. Το νερό έπεσε πάνω του ενοχλητικό. Καθώς το έβλεπε να τρέχει στο σώμα του ξαφνικά ένιωσε να διψάει. Δίψαγε σαν κάποιος που βρισκόταν χαμένος στην έρημο και είχε να πιεί νερό μέρες. Το χτεσινό αλκοόλ τον είχε αφυδατώσει, το μόνο που ήθελε ήταν νερό. 

Μόλις τελείωσε πήγε στην κουζίνα, ήπιε με ορμή σχεδόν ένα μπουκάλι  του λίτρου αφήνοντας κάποιο απ΄αυτό να κυλήσει στο λαιμό και στο στέρνο του. Ήταν η πρώτη στιγμή της ημέρας που ένιωσε μια κάποια ικανοποίηση. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο της κουζίνας, η ώρα είχε πάει μία, έφτιαξε καφέ, άνοιξε το ραδιόφωνο, κάθισε και άναψε τσιγάρο. Είχε πάρει άδεια από τη δουλειά του. Αυτό που έκανε τον τελευταίο μήνα για κάποιο μεγάλο πελάτη είχε τελειώσει. Εκείνος αναλάμβανε μόνο μεγάλους πελάτες. Ο Διευθύνων Σύμβουλος τον εκτιμούσε, η δουλειά του απέφερε ευχαριστημένους πελάτες και κέρδη στην εταιρεία. Τον είχε χτύπησε φιλικά στην πλάτη και του είπε να πάρει άδεια και την επόμενη εβδομάδα. «Τον τελευταίο καιρό δείχνεις κουρασμένος», του είχε πει. 

Άνοιξε τον υπολογιστή του να διαβάσει ειδήσεις. Στην οθόνη πεταγόντουσαν περισσότερες διαφημίσεις απ΄ ότι συνήθως. Μια κανονική παρέλαση λευκών συσκευών. Κουζίνες, πλυντήρια, κλιματιστικά, έχοντας δίπλα τους σβησμένη την κανονική τιμή τους. Από κάτω υπήρχε μια μειωμένη τιμή που μπορεί να έφτανε ακόμα και στο σαράντα τις εκατό της αρχικής. Η Παρασκευή των εκπτώσεων που έγινε θεσμός, «Black Friday». Η τελευταία τηλεόραση που πέρασε μπροστά απ΄ τα μάτια του ήταν απίστευτα εντυπωσιακή. Μα τι να του προσέφερε μια τεράστια επίπεδη τηλεόραση όταν εκείνος καιγόταν, όταν έλιωνε μέρα με τη μέρα. Έκλεισε το καπάκι του υπολογιστή, μετά το ραδιόφωνο που έπαιζε ασταμάτητα διαφημίσεις προσφορών πολυκαταστημάτων σε συνδυασμό με χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις που είχαν ξεκινήσει από το τέλος Οκτωβρίου. 

Λογικές παραλόγου, σκέφτηκε. Ήταν όμως από τους τύπους που τις είχε αποδεχτεί. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Καμύ ήταν ένας από τους αγαπημένους του συγγραφείς. Ύστερα από αυτή τη σκέψη βυθίστηκε ξανά στην γνώριμη απελπισία. Είχε λόγο να είναι απελπισμένος. 

Η Στεφανία του είχε γίνει εμμονή, τη σκεφτόταν μέρα νύχτα, την ήθελε παρούσα στη ζωή του και σίγουρα όχι με τον τρόπο που τον ήθελε εκείνη.

Τη γνώρισε ενώ δούλευε μια καμπάνια για μια μεγάλη εταιρεία παιδικών ρούχων. Δημιουργικός εξωτερικός συνεργάτης, παλιότερα δούλευε σε μεγάλη διαφημιστική εταιρεία ως υπεύθυνη δημιουργικού, καταξιωμένη στο χώρο της. Η σχέση της με μία μόνο εταιρεία δεν ήταν κάτι που της πήγαινε, τα παράτησε και δούλευε ως εξωτερικός συνεργάτης. Για άλλη μια φορά είχε χτυπήσει φλέβα, το όλο σκεπτικό της για την καμπάνια που είχε ως θέμα την παιδική κακοποίηση ήταν εξαιρετικό. Εκείνος ως μακετίστας, θα δούλευε μαζί της  όλες  τις μακέτες.

Ο τρόπος σκέψης τους κούμπωσε απ΄την αρχή. Ένα βράδυ ενώ ήταν μόνοι τους στην εταιρεία γιατί έπρεπε να παραδώσουν υλικό την επόμενη μέρα, μετά από αρκετή δουλειά και μερικά ποτά βρέθηκαν ημίγυμνοι ο ένας μέσα στον άλλο, τα σώματα του κούμπωσαν άριστα και αυτά. 

Η καμπάνια πήγε εξαιρετικά. Το δίδυμό τους πήρε όλα τα εύσημα, οι συναντήσεις τους αυξήθηκαν, μια έλξη, ένα πάθος μεταξύ τους, είπαν τα μυστικά τους, πράγματα που τους βασάνιζαν, που τους έκαιγαν, ανοίχτηκαν. Η Στεφανία στο παρελθόν είχε παντρευτεί αλλά μετά από επτά χρόνια χώρισε. Ο γάμος της έγραψε για εκείνη σαν προδοσία, μαζί και αποτυχία. Ο Μάνος είχε συ ζήσει. Δυο φορές είχε ερωτευτεί στη ζωή του αλλά τα πράγματα δεν είχαν πάει καλά, χώρισε. Ήταν αρκετά νέος τότε, η ζωή, το ταλέντο του, η πέραση του στο γυναικείο φύλλο τον τράβηξαν μπροστά.

 Έμοιαζαν σαν άνθρωποι, ίδιες ιδέες, ενδιαφέροντα, ελαττώματα, δαίμονες, τραύματα. Άρχισαν να δένονται. Του φαινόταν παράξενο, παιδικό, μετά από τους τρεις πρώτους μήνες, η Στεφανία του ήταν απαραίτητη. Και εκείνη έτσι έδειχνε, μέχρι που κάτι έγινε μέσα της. Η οικειότητα που ανέπτυξαν, η ανάγκη του ενός για τον άλλο μάλλον την τρόμαξαν. Το κατάλαβε, το είδε στα μάτια της. 

Σταδιακά άρχισε να απομακρύνεται, μια κρύο μια ζέστη, δεν σήκωνε τα τηλέφωνα, δεν βρισκόντουσαν συχνά, έφευγε ταξίδια. 

Της μίλησε, μπορούσαν να μιλούν καθαρά. Του είπε ότι δεν θέλει να κάνει σχέση. «Μα έχουμε σχέση», της είχε απάντησε, και τότε η Στεφανία χαμήλωσε το κεφάλι αμήχανη: «Δεν μπορώ, δεν μπορώ τόσο κοντά». 

Εκείνος δεν ήθελε να την πιέσει, σεβάστηκε αυτό που του είπε όσο παράλογο και αν του φαινόταν. Την άφησε και ας υπέφερε.

Εκείνη όμως δεν τον άφησε ακριβώς. Μόλις πέρναγε ένας μήνας που δεν είχαν συναντηθεί, ξαναεμφανιζόταν. 

Του χτύπαγε το κουδούνι τα απογεύματα ή τα ξημερώματα, τον κοίταγε με παράπονο, έπεφτε στην αγκαλιά του, κόλλαγε πάνω του, τον αγκάλιαζε  με όλη της τη δύναμη. «Μου λείπεις», του έλεγε λυπημένη. 

Μετά έκαναν έρωτα, όταν τελείωναν μίλαγαν. Τον παρακινούσε  να της μιλάει, ήθελε να τον ακούει, του έκανε αστεία, τον πείραζε, άκουγαν μουσική, εκείνος φορούσε το αριστερό ακουστικό και εκείνη το δεξί και τότε μίλαγαν με τα μάτια μέσα στη σιωπή μέχρι που καιγόντουσαν μέσα και έξω, ξαναέκαναν έρωτα και μετά αποκοιμιόντουσαν ο ένας βολεμένος μέσα στην τρυφεράδα του άλλου. Το πρωί  έφευγε, ξανά εξαφανιζόταν, και μετά πάλι τα ίδια. 

Όχι δεν μπορούσε και ούτε ήθελε να της βάλει όρια, ήταν η τρέλα του. Μετρούσε ήδη ενάμιση χρόνο ερωτευμένος μαζί της. Μέσα σε αυτούς τους μήνες έχασε επτά κιλά, είχε σταματήσει να τρώει κανονικά, του έφερναν φαγητό φίλοι που τον αγαπούσαν και ήξεραν τι του συμβαίνει. Τα κάποτε καλοσιδερωμένα πουκάμισά του, ήταν πια τσαλακωμένα κουβάρια, μεγάλα πάνω του, και το άλλοτε ενδιαφέρον για τη δουλειά του μειωνόταν. Αύξησε τα τσιγάρα που κάπνιζε από είκοσι ημερησίως σε σαράντα ή και πενήντα τα βράδια που δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Τα σκουπίδια που κατέβαζε είχαν μέσα τους κυρίως άδεια μπουκάλια βότκας. Είχε απομακρυνθεί από όλους και από όλα, οι φίλοι του δεν του έδιναν καμία χαρά, εξαντλημένοι και αυτοί πια στην προσπάθεια να τον ξεκολλήσουν. Τον καταλάβαιναν, ήξεραν ότι ο Μάνος δεν είναι ο τύπος του άντρα που ερωτεύεται έτσι εύκολα. Τον είχαν δει στο παρελθόν με άλλες γυναίκες, ήταν ψύχραιμος, λογικός, οπότε συμπέραιναν ότι την είχε πατήσει άσχημα. Από ένα σημείο και μετά ένιωθαν άβολα με την κατάστασή του. Δύο παντρεμένοι φίλοι του πολλά χρόνια, βλέποντας το χάλι του σχεδόν αισθανόντουσαν ανακούφιση απ΄ τη δική τους ζωή έστω και αν ήταν μια επαναλαμβανόμενη ρουτίνα χωρίς προσδοκίες και εκπλήξεις. Αυτό που περνούσε εκείνος ήταν κανονικός θάνατος, εκείνοι τουλάχιστον λογίζονταν για μισοπεθαμένοι. 

Άναψε ένα ακόμα τσιγάρο και προσπάθησε μάταια να απωθήσει τη σκέψη του χτεσινού ονείρου του που τον είχε ξυπνήσει στις τέσσερις το βράδυ: 

Ήταν μαζί της λέει σε μια κουζίνα, σε μια άγνωστη κουζίνα. Σχεδόν δεν μιλούσαν μεταξύ τους, μόνο κοιταζόντουσαν και ήξερε ο ένας για τον άλλο τι σκέφτεται. 

Εκείνη ακούμπησε με την πλάτη στον πάγκο, την πλησίασε, της κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο, μετά ξεκούμπωσε το δικό του παντελόνι κατέβασε το εσώρουχό του και την πήρε όλη μέσα στην αγκαλιά του. Η Στεφανία κόλλησε πάνω του, το κορμί της τον έκαιγε, με μια κίνηση μπήκε μέσα της. Αυτό που συνέβαινε δεν ήταν απλώς μια ερωτική πράξη, ήταν κάτι άλλο που δεν το γνώριζε, που δεν του είχε ξανά συμβεί. Μια σύνδεση μεταξύ τους εσωτερική, σαν να είχε αφομοιώσει ο ένας τον άλλο, είχαν γίνει ένα, αδιαίρετο. 

Ύστερα αυτή την εικόνα διαδέχτηκε μια άλλη. Ήταν νύχτα λέει και ήταν μαζί έξω σε μια άγνωστη περιοχή. Περπατούσαν ενώ ψιλόβρεχε και φόραγαν και οι δυο μπουφάν με κουκούλες. Μπροστά πήγαινε η Στεφανία και λίγο πιο πίσω εκείνος. Κάποια στιγμή  δεν την προλάβαινε, αγχώθηκε. Εκείνη γύρισε πίσω και τον κοίταξε σταθερά στα μάτια και εκείνος βρήκε τη δύναμη να συνεχίσει. Μετά σταμάτησαν για λίγο σε μια γέφυρα, έμοιαζε σαν αυτές του Παρισιού. Οι καύτρες των τσιγάρων τους κατακόκκινες, μιλούσαν ήρεμα και κάπνιζαν όταν τους πλησίασε ένα αγόρι μικρότερο από εκείνον, και του είπε: «Εγώ είμαι μαζί με την Στεφανία»,  δεν του απάντησε τίποτα, στάθηκε εκεί και την κοίταζε. «Δεν είμαστε μαζί», είπε η Στεφανία στο νεαρό εξακολουθώντας να κοιτάει κατάματα το Μάνο. Και τότε ο νεαρός με μια θυμωμένη κίνηση της έκαψε το χέρι με το τσιγάρο του. Η Στεφανία ούτε που κουνήθηκε, ο Μάνος έκανε ένα μεγάλο βήμα, πήρε το χέρι της, το έβαλε στο στόμα του και πιπίλισε το σημείο που την έκαψε. Ήθελε να της πάρει τον πόνο. Κι όμως, τι παράξενο, εκείνη έδειχνε λες και δεν είχε καεί, λες και δεν πονούσε, λες και δεν ένιωθε. Ο νεαρός έφυγε με γρήγορο βήμα, η Στεφανία έτρεξε πίσω του. Νόμιζε ότι πήγε να τον χτυπήσει και της φώναξε, «μην το κάνεις». Αλλά εκείνη όταν τον πλησίασε στάθηκε απέναντί του και του φώναξε δυνατά: «Συγνώμη». Ύστερα γύρισε στο Μάνο και του είπε: «Δεν σήμαινε τίποτα για μένα», εκείνος κούνησε με ένα καταφατικό νεύμα το κεφάλι του. Αγκαλιάστηκαν. Τα εγώ τους πάλι δεν υπήρχαν, λες και δεν υπήρξαν ποτέ, είχε αφεθεί, ήταν μαζί και αυτό το μαζί ήταν μια άλλη ζωή που ξεπερνούσε ότι είχε ζήσει ως τώρα. Μια ζωή που αν καταφέρεις να δεις ότι υπάρχει και να εισχωρήσεις έστω και λίγο μέσα της δεν υπήρχε πια γυρισμός. Ή θα τη ζούσες ή θα πέθαινες.

Σήκωσε το σκυμμένο κεφάλι του, ήπιε τον υπόλοιπο καφέ του. Τον έπινε πάντα σκέτο, σήμερα τον ήπιε με δάκρυα.

Έβαλε μια μπλούζα και ένα παντελόνι που βρήκε στον καναπέ από το προηγούμενο βράδυ, φόρεσε τα γυαλιά ηλίου του και έφυγε από το σπίτι του λες και τον κυνηγούσαν. Έξω το κέντρο της πόλης έβραζε από καταναλωτική μανία. Τα μαγαζιά γεμάτα,  άνθρωποι με τσάντες στα χέρια έδειχναν στις βιτρίνες διάφορα προϊόντα. 

Μια σπατάλη χρημάτων και πολύτιμης ενέργειας, μια μαύρη τρύπα αναλογούσε στον καθένα από αυτούς, που προσπαθούσαν να τη γεμίσουν με τσάντες καταστημάτων τίγκα στην ύλη.

Περπατούσε ανάμεσα τους και ένιωθε ξένος. Η δική του μαύρη τρύπα άδεια μέσα του μεγάλωνε. Ήταν θέμα χρόνου να τον καταπιεί.

Σταμάτησε σε ένα καφενείο, μπήκε μέσα και παρήγγειλε ένα τσίπουρο. Το ήπιε σχεδόν αμέσως, παρήγγειλε δεύτερο, ύστερα τρίτο. Μούδιασε και του άρεσε.

Δίπλα του ένας ηλικιωμένος άντρας μεθυσμένος παραμιλούσε, «μόνοι μας είμαστε όλοι, μόνος μου ήρθα και μόνος μου θα φύγω. Μην τους βλέπεις όλους αυτούς έξω που κάνουν τάχα ότι γελάνε, ψέματα λένε σου λέω…»

Με τα λόγια του ηλικιωμένου άντρα και την επιθυμία να σταματήσει να πονάει έγινε τύφλα. Μεθυσμένος άνοιξε το κινητό του, την πήρε τηλέφωνο, εκείνη δεν απάντησε. Μια φωνή μέσα του, του έλεγε ότι αυτή η γυναίκα τον αγαπούσε όσο και εκείνος, αλλά φοβόταν πολύ, είχε χτίσει τοίχους γύρω της για να απωθήσει οτιδήποτε την πλησίαζε, οτιδήποτε πίστευε ότι την απειλούσε. Εκείνος έτυχε να είναι αυτός που είχε σκάσει με φόρα πάνω στους τοίχους της. Πως μπορεί να ήταν σίγουρος όμως, όλα αυτά μπορεί να ήταν στο κεφάλι του, εικασίες, να μην την έβλεπε καθαρά, να μην μπορούσε να αξιολογήσει την κατάσταση. Να ήταν απλώς ένας μονόπλευρος έρωτας με μοναδικό πρωταγωνιστή τον ίδιο. Στο παρελθόν είχε τύχει και σε εκείνον, γυναίκες να έχουν κολλήσει χοντρά μαζί του. Του φαινόντουσαν υπερβολικές, με έμφυτη τάση στο δράμα, άκουγε και γύρω του για τέτοιους έρωτες και χαμογελούσε εκ του ασφαλούς ανυποψίαστος. 

Άδειασε το έκτο ποτήρι τσίπουρου. «Ανάθεμά σε Στεφανία, σε μισώ», μονολόγησε. Μάλλον το είπε δυνατά, όλοι γύρισαν και τον κοίταξαν. Άφησε κάτι κέρματα στο τραπέζι και βγήκε έξω. 

Είχε σουρουπώσει, τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια είχαν ανάψει, ένας άντρας έπαιζε ακορντεόν. Έβγαλε ένα κέρμα από την τσέπη του, έσκυψε με δυσκολία για να το βάλει στο μικρό ποτηράκι που είχε μπροστά του. Δεν τα κατάφερε το κέρμα έπεσε δίπλα απ΄το ποτήρι. Ο πλανόδιος μουσικός του φάνηκε ότι του χαμογέλασε με συμπόνια, έκανε μια προσπάθεια να ανταποδώσει το χαμόγελο αλλά δεν τα κατάφερε. Ο κόσμος εξακολουθούσε να είναι πολύς, διέκρινε χαρά σε πρόσωπα, μια χαρά ξένη, μακρινή για εκείνον. 

Περπάτησε με αργά βήματα, μπροστά σε μια βιτρίνα είδε μια τεράστια ταμπέλα που έγραφε «όλα πέντε ευρώ, διάλυση τιμών». 

Πλησίασε πιο κοντά παραπατώντας. Η λέξη διάλυση από κοντά του φάνηκε τεράστια, τα γράμματά της ξαφνικά κατακόκκινα, έτρεχαν αίματα, κοίταξε γύρω του να δει αν το έβλεπαν και άλλοι αλλά ο κόσμος κοίταγε μόνο αυτόν. Μία γυναίκα τον πλησίασε δειλά. Άπλωσε το χέρι της και του έδωσε ένα χαρτομάντιλο. Είχε αίμα στο πρόσωπό του, η μύτη του είχε ανοίξει, ρινοραγούσε. Κοιτάχτηκαν κατάματα, τα μάτια της Στεφανίας πάνω του, θα ορκιζόταν ότι ήταν η Στεφανία, αλλά δεν ήταν. 

 


 

Η Ρένα Λασπίτη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Εμπορία/Διαφήμιση, Διοίκηση Επιχειρήσεων και Δημιουργική Γραφή. 

Εργάστηκε στη διαφήμιση ως κειμενογράφος και μετά στο χώρο των Τραπεζών. Διηγήματα και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά  (Μονόκλ, Χάρτης, Φρέαρ, Φράκταλ), κάποια διακρίθηκαν και συμπεριλήφθηκαν σε συλλογές διηγημάτων (εκδόσεις Παράξενες Μέρες, Eyelands και Παρατηρητής της Θράκης).