Αντώνης Τσόκος | Οι άνθρωποι προκύπτουν

Κάθε βράδυ βουτάω απ’ τα παράθυρα του πρώτου ορόφου. Δυστυχώς, δεν έχω αποκτήσει κανένα σημάδι. Ούτε μια τρύπα στο κρανίο. Αρχικά, στάθηκε αδύνατο να κρατηθώ στο ύψος των περιστάσεων. Βούτηξα απ’ το δεύτερο, το τρίτο, το πέμπτο πάτωμα. Καμία διαφορά. Αν δεν έχεις προνοήσει για τραύματα δεν υπάρχει ελπίδα. Η πληγή δεν σου χαρίζεται. Όταν […]

Αντώνης Τσόκος | Κόκκινα νεροπότηρα

Ο Ιανουάριος ήταν ο γενέθλιος μήνας μιας εξάδας κόκκινων νεροπότηρων που εντόπισα πριν αρκετά χρόνια σε συνοικιακό υαλοπωλείο. Πνιγμένα στη σκόνη, ανάσκελα στο κέντρο της βιτρίνας, αιμορραγούσαν ανάρμοστη πολυτέλεια. Τα αγάπησα φριχτά. Τόσο, που τα στρίμωξα στο κατάμεστο ντουλάπι της κουζίνας. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το γυαλί τους ράγισε πέντε φορές. Με τους υπαίτιους να […]

Αντώνης Τσόκος | Το μυστικό της Πέμπτης

«Ο κόσμος τελειώνει στο πρόσωπο του κοριτσιού με τη γαλάζια ομπρέλα.» Αυτή τη φράση επαναλάμβανε ο πατέρας, κάθε Πέμπτη πρωί. Ύστερα σώπαινε. Μέχρι αργά το απόγευμα. Η μητέρα τον κοιτούσε συνωμοτικά. Για δυο ματιές. Ποτέ περισσότερο. Ποτέ λιγότερο. Στη συνέχεια, σηκωνόταν από την καρέκλα μ’ έναν αλάνθαστα νωχελικό τρόπο και βάδιζε προς τον μαρμάρινο νεροχύτη. Άδειαζε τα απομεινάρια […]

Αντώνης Τσόκος | Το κάδρο

Πάνω στο κάδρο κρέμεται ένας τοίχος. Τι συμβολίζει άραγε αυτή η τσιμεντένια επιφάνεια; Το μέσα ή το έξω; Στην αθέατη πλευρά, πίσω από το κενό, στέκει ένα σύννεφο. Το μοναδικό μπλε σύννεφο του Αττικού ουρανού. Βαμμένο λευκό για τις ανάγκες του τοπίου. Αν γκρεμίσω τα τούβλα, το σύννεφο και το κενό θα παραμείνουν έξω. Τότε […]

Αντώνης Τσόκος | Το κορίτσι που κοίταξε τον ήλιο

Καλό ταξίδι, της ευχήθηκε! Ποιος εύχεται καλό ταξίδι σε άνθρωπο που φορά πιτζάμες; Λες κι ήξερε πως ονειρευόταν ταξίδια. Ήταν μεγάλες οι νύχτες της. Μεγαλύτερες απ’ όσο μπορούσε να αντέξει. Σαν τα παπούτσια που της αγόραζε η μητέρα της. Ένα νούμερο μεγαλύτερα. Του χρόνου δεν θα σου κάνουν, της έλεγε. Τον επόμενο χρόνο τα παπούτσια […]

Αντώνης Τσόκος | Πάντα να περιμένεις

Το αγόρι περίμενε το κορίτσι. Το κορίτσι περίμενε την άνοιξη. Η άνοιξη πρόσμενε το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι δεν φάνηκε. Μαζί του χάθηκε το κορίτσι και η άνοιξη. Το αγόρι συνέχισε να περιμένει. Κι ας ήξερε πως εκείνοι που έρχονται είναι πάντα λιγότεροι απ’ αυτούς που περιμένουν.

Αντώνης Τσόκος | Κανείς δεν ξέρει να κοιτά τα μάτια σου

Ερωτεύτηκε το είδωλο της κοπέλας στο τζάμι του βαγονιού. Η ίδια, του ήταν εντελώς αδιάφορη. Το κινούμενο γυαλί κρατά την ουσία του ανθρώπινου σώματος. Άγχος και ιδρώτας βαραίνουν αποκλειστικά τον κάτοχό του. Τα είδωλα απαλλάσσονται από κάθε μορφή ιδιοκτησίας. Σπανίως ενοικιάζουν ολόκληρο το σώμα. Συνήθως αρκούνται σ’ ένα δυο μέλη. Αν και καταλαμβάνουν χώρο στην […]

Αντώνης Τσόκος | Παρασκευή

Έρχονταν κι αυτές οι Παρασκευές που δεν ήξερε τι να κάνει τα χέρια της. Τις υπόλοιπες μέρες τα αποθήκευε στα μαλλιά της. Την Παρασκευή τα δάχτυλά της άναβαν σαν σπίρτα. Το ένα μετά το άλλο. Έκαιγαν το μισοσκόταδο του υπνοδωματίου. Η στάχτη έφτανε ως τα μάτια της. Ερείπωνε τα βλέφαρά της. Έβγαινε στο δρόμο με […]

Αντώνης Τσόκος | Μνήμη

Την συναντούσε σπάνια. Κάθε φορά που την έβλεπε, την ερωτευόταν. Στο μεσοδιάστημα, ξεχνούσε την ύπαρξή της. Δεν του έλειπε ούτε εκείνη ούτε το σχήμα των ματιών της. Το πρώτο βράδυ που θυμήθηκε πως ήταν ερωτευμένος μαζί της, ονειρεύτηκε τον καρπό του αριστερού χεριού της. Το δεύτερο βράδυ ένιωσε το χέρι της να του ανακατεύει το […]

Αντώνης Τσόκος | Καλοκαίρι

Ήμασταν εκεί. Με τα δάχτυλα ανάμεσα στα μαλλιά. Τα χείλη στο χείλος των φιλιών. Στο πεζοδρόμιο τα δέντρα ξήλωναν τις πλάκες. Οι περαστικοί σκόνταφταν κι άνοιγαν τρύπες στα παράγωνα κεφάλια τους. Το αίμα ωρίμαζε σαν άγουρο βερίκοκο. Οι ανοιχτές τέντες έγδυναν τον ήλιο κι έφτυναν σκιές στα προστατευόμενα καφενεία. Οι θαμώνες, νεκροί από χρόνια, αναπαύονταν […]