Απόστολος Θηβαίος | Gamba di legno

© Michael Massaia

η επίμονη,
μελωδική λάμψη
της ιστορίας

Άμα περάσαν σαράντα μέρες, η Φανή επισκέφτηκε το σπίτι. Στάθηκε στο πλατύσκαλο, ανάμεσα σε σορούς πεθαμένων φθινοπώρων. Μα δεν τα κατάφερε και ίσαμε το απόγευμα κάθισε στο καφενεδάκι της πλατείας. Ήπιε δυο ούζα και άμα στερεώθηκε, άνοιξε κάτι φτερά μαύρα, αγγελικά και τράβηξε στην παλιά γειτονιά. Συνοικισμός, τελευταίο καρέ, έπειτα αρχίζουν οι γκρεμοί, τα γιασεμιά δεν μαραίνονται ποτέ, με ακούς;

Ένιωσε με μια αντήχηση εντός της, το τρίξιμο της πόρτας, ήρθαν τριγύρω της πράγματα παλιά και στάθηκαν. Την χτύπησε η μυρωδιά, κάτι σαν κήπος ξεχασμένος, μια μυρωδιά σαν πούπουλο κύκνου στην αίσθηση απάνω.Χάμω έπεφτε λίγο φως από το στόρι, το μεγάλο καράβι του απογεύματος γλιστρούσε ερωτιάρικα, κάπου πήγαινε. Κοίταξε τις φωτογραφίες, μια αράχνη έπλεκε με ιστούς το παλιό σεμενάκι κάτω από το τηλέφωνο. Σε μια γωνιά στο σκρίνιο όλοι οι πεθαμένοι, “τι γινήκατε, πού πήγατε”. Είπε ο ποιητής, τι ώρα είναι εκεί, τι ώρα, μα δεν πήρε ποτέ του μια απόκριση. 

Φώτα δεν άνοιξε, έτσι μες στο σοφό σκοτάδι προχώρησε. Άνοιξε την ντουλάπα, τα ρούχα είχαν κρατημένο το σχήμα ενός σώματος. Το ψαλίδι πρόχειρα αφημένο σε μια άκρη, μια κλωστή π’ανεμίζει στην ξαφνική ανάσα της. Τι εύκολο που θα ‘ταν αν μπορούσες να κόψεις τούτη τη ρίζα. Μια ιδέα σκουριά πάνω στις λεπίδες, φανέρωνε την προδοσία του χρόνου. Ανακατωμένα τα σκεπάσματα και στο μαξιλάρι το χνάρι του προσώπου, εκμαγείο και ανάγλυφο του αοράτου πια. 

Στο κάτω μέρος του κρεβατιού βρήκε το ξύλινο ποδάρι του. Κάποιος το ξέχασε, δεν το ‘βαλε μαζί του και τώρα σακάτης θα τριγυρίζει στις Αχερουσίες. Θα τον ακούνε που θα σέρνει το καλό του ποδάρι και δεν θα μπορούν τίποτε να κάνουν οι νεκροί. Παρηγοριά δεν θα ‘χει για εκείνον. 

Κράτησε το ξυλοπόδαρο η Φανίτσα, η κάμαρη ολάκερη της φάνηκε μια έμμονη ιδέα, ένας παλιός περιστερώνας και χάμω, κουλουριασμένα τα περαστικά φιλιά. Πλησίασε μια αχτίδα από φως και φώτισε το ξύλο. Της φάνηκε πιο αληθινό από τούτο το σπίτι με το πηγαδίσιο  σκοτάδι. 

Και εκεί απάνω, διάβασε χαραγμένη τη χρονολογία. “Νοέμβρης, 1940, Θεσσαλονίκη, από σήμερα λιγότερος. Διά την πατρίδα” έγραφε το ξυλοπόδαρο με κακοχαραγμένα γράμματα. 

Κλείδωσε πίσω της την βαριά την πόρτα. Κάποιος πέρασε από το δρόμο και την κοίταξε, κοντοστάθηκε, έπειτα κίνησε, χάθηκε, πάει. Τίποτε δεν μπορεί να κάνει σε τούτη εδώ την ιστορία. 

Η Φανίτσα τον κόσμο στηρίζει στο ξυλοπόδαρο και προχωρεί. Αν την ρωτήσουν για εκείνον μετά από χρόνια, θα δείξει τούτο το ξύλο με τις χαραγματιές. Και όσα πρέπει κανείς να ξέρει για αυτόν, για το ποιος ήταν και τι έκανε, θα συνοψίζεται στο ξυλοπόδαρο που ´ναι στην πραγματικότητα, ένας ακέραιος συλλογισμός.

Αντί Επιλόγου
Νίκος Χουλιαράς
Οκτώβρης του 1940-2015

[…στα ηχεία η Μαργαρίτα Ζορμπαλά και “μια φορά και έναν καιρό”…]

Παρ’ολίγο να τον λησμονήσω. Και έτσι να ξεκόψω ολότελα από τον εαυτό μου που του ‘χε από πάντα μια τρυφερή αδυναμία. Μα βρήκε τον τρόπο εκείνος και ήρθε να με βρει. Τι ευφάνταστους τρόπους έχουν οι ποιητές για να σε ανταμώνουν. Στέλνουν ένα σινιάλο και έπειτα εξαφανίζονται σαν πυροτεχνήματα. Για να εμφανιστούν αργότερα, μες στους αιώνες, σαν λουλούδια και σαν πουλιά και σαν θαύματα μέσα από το καπέλο του γέρο μάγου χρόνου. Τριγύρω παίζουν τα ποιήματα, πάντα εκείνα που γυρνούν εκεί έξω με τα χέρια στις τσέπες, που σκοτώνονται στα αδιάφορα τροχαία, τα ποιήματα που δεν έχουν σπίτι, μόνο καρδιά και θάρρος, ποιήματα που απεχθάνονται τις σιωπές και τις διαμεσολαβήσεις, χτυπώντας ίσια απάνω στο στερέωμα κάτι να ραγίσουν.

Υπό αυτήν την έννοια, ο Νίκος Χουλιαράς, από τα Γιάννενα φθάνει σήμερα με το επιβατηγό πλοίο “Αθανασία”, δεμένος στα ρέλια και ο άνεμος λέει, να διαβαίνει από μέσα του. Χριστός, ποιητής και πλανεμένος τ’άλλου κόσμου ποτέ δεν κατεβαίνει από εκείνο το πλοίο. Μας γνέφει αποχαιρετώντας τα πάντα από την αρχή, φορεί καλοκαιρινό πουκαμισάκι και σαν κάτι να λέει που μας το παίρνει η απόσταση. Κάτι σαν “την επιτήδευση να φοβάστε” ή “μακριά από τα εθνικά φαντάσματα”. 

Κάτω στην προβλήτα που μετεωρίζεται , ποιήματα μοναχικά και σακατεμένα, τον κοιτούν που γίνεται σημάδι σε απέραντη θαλασσογραφία. 

Απόστολος Θηβαίος