
Το Σουζούκι της ανεβαίνει ασθμαίνοντας το στενό δρόμο του Χελμού. Το βουνό καταπράσινο. Μυρωδιές από τα πεύκα, τα έλατα, τις καστανιές, κάποιες σκόρπιες λεύκες και σφενδάμια εισβάλλουν από τα ανοιχτά παράθυρα. Το ίδιο και το κελάηδημα των πουλιών. Ευτυχώς που κανένας σταθμός δεν πιάνει σε αυτό το υψόμετρο και μπορεί να αφουγκραστεί τα πουλιά. Όταν ήταν παιδί τα αναγνώριζε αμέσως. Τώρα δυσκολεύεται. Το αμάξι ζορίζεται και η Άννα αποφασίζει να κάνει μια στάση για να απολαύσει το τοπίο. Λίγα χιλιόμετρα έμειναν για το χωριό. Έχει ξεχάσει πια τη διαδρομή, ο πλοηγός της την δείχνει. Ανασαίνει τον καθαρό αέρα, τον ανοιχτό ορίζοντα. Βλάστηση που φτάνει μέχρι το δρόμο. Προσπαθεί να μην πατήσει τα χαμομήλια. Παλιά τα μάζευε, ήξερε να μαζεύει και χόρτα. Ούτε αυτό θυμάται τώρα. Η μνήμη την προστατεύει από όλα. Παρασέρνει και τα όμορφα μαζί με τα άσχημα. Λίγα χιλιόμετρα ακόμα έμειναν. Τα διασχίζει αποφασιστικά. Το Σουζούκι λες και καταλαβαίνει και αντέχει στωικά τις ανηφόρες.
Το χωριό ξεπροβάλλει ίδιο και απαράλλακτο με την εικόνα της νιότης της. Ίδια σπίτια, λιγότεροι κάτοικοι, περισσότερη ερημιά. Τα δέντρα μεγάλωσαν, η σκιά τους έχει πυκνώσει, η πλατεία σαν να μίκρυνε. Το καφενείο κλειστό αν και δεν είναι τόσο πρωί. Αφήνει το αμάξι στη άκρη, τα ροδάκια της βαλίτσας αντηχούν περίεργα στο πλακόστρωτο. Το πατρικό της είναι εκεί όπως το θυμάται. Ο κήπος περιποιημένος. Στέλνει κάθε μήνα ένα μικρό ποσό σε αυτή την ξεχασμένη θεία για να κρατά τον κήπο ζωντανό. Το σπίτι όχι. Έχουν περάσει 20 χρόνια. Έφυγε σαν Σωτήρης, διωγμένος, ντροπιασμένος, πληγωμένος και γυρίζει Άννα μέσα στο σώμα που η ψυχή βρήκε γαλήνη. Το σπίτι μυρίζει κλεισούρα και μούχλα. Οσμίζεται ακόμα το φόβο του Σωτήρη που έχει ποτίσει τους τοίχους. Ακούει τα λόγια του πατέρα, μαχαίρια που κομματιάζουν σάρκες. Ανοίγει τα παράθυρα να μπει ο καθαρός αέρας του βουνού. Η Άννα παίρνει βαθιές ανάσες.
Όλα μαρτυρούν την παρουσία του πατέρα. Έχουν περάσει δέκα χρόνια από το θάνατό του και όμως τα πράγματα είναι εκεί λες και τον περιμένουν. Οι κούπες του καφέ είναι στο ράφι παραταγμένες. Όλες, από τα μέρη που πήγαινε εκδρομές με το σχολείο. Ενθύμιο από τα Ζαγοροχώρια, την Καστοριά, τα Ιωάννινα, την Καλαμάτα. Σε αυτές έπινε τον καφέ πριν αποσυρθεί στο μέσα δωμάτιο για να γράψει.
Στον καλόγερο, η ομπρέλα-μπαστούνι και το καπέλο του. Η καπαρντίνα και ένα σακάκι για όταν άνοιγε ο καιρός. Το μπλε τασάκι αγορασμένο από τα Καλάβρυτα. Το παλιό ραδιόφωνο με μπαταρίες στον πάγκο της κουζίνας. Τα σημειωματάρια του και το μαύρο, επίτομο, ορθογραφικό λεξικό της εγκυκλοπαίδειας του Ήλιου.
Μπαίνει στο γραφείο του –το άβατο- με αίσθημα δυσφορίας. Το μεγάλο δρύινο τραπέζι μπροστά στο παράθυρο με θέα το Χελμό, κυριαρχεί στο χώρο. Η γραφομηχανή του μια Olivetti, η καλύτερη της εποχής είναι σκεπασμένη. Δίπλα η μολυβοθήκη με ξυσμένα όλα τα μολύβια, μελανοταινία pelican, και τα χαρτάκια διόρθωσης. Η Άννα κάθεται στη καρέκλα του. Νιώθει την παρουσία του με όλες τις αισθήσεις της. Είναι εκεί όρθιος, με το καπέλο του και την ομπρέλα μπαστούνι, τη κούπα καφέ ενθύμιο από την Καστοριά και με τον αποτροπιασμό, το θυμό, την απαξίωση, την απόρριψη στα μάτια.
Η Άννα ακουμπάει τα δάχτυλα στα πλήκτρα. Τυφλό σύστημα, το μικρό δάχτυλο στο Α, ο δείκτης στο Ν. Είναι σβησμένα τα γράμματα και στα δύο πλήκτρα. Ανοίγει το πρώτο συρτάρι που ο πατέρας φυλάει το χαρτί. Πλήθος σελίδες. Είναι όλες γραμμένες. Άννα μου, Άννα μου, Άννα μου. Ξανά και ξανά. Το όνομά της γεμίζει σελίδες. Χωρίς τελείες, χωρίς κόμματα, χωρίς διαστήματα. Τις παίρνει μπροστά της. Τα γράμματα χοροπηδούν μπροστά στα μάτια της. Τις γυρίζει μια-μια σαν να διαβάζει μυθιστόρημα. Στη τελευταία ο επίλογος. Άννα μου, συγχώρεσε με. Με αγάπη, ο μπαμπάς.
Παίρνει στα χέρια της τις σελίδες, τις κάνει όλες ένα σωρό τσαλακωμένο, βγαίνει στο κήπο και του βάζει φωτιά στην άδεια γλάστρα δίπλα στη λεύκα. Εκεί που παιδί φύλαγε πυγολαμπίδες, όνειρα και θησαυρούς του δάσους από το βουνό που ήτανε το καταφύγιό της.
Η Έλπη Μασκαλίδου γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στη Νέα Σμύρνη. Οι παππούδες της ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και εκείνη μεγάλωσε με ιστορίες σαν παραμύθια από αυτούς τους τόπους, τους οποίους δεν έχει ακόμη επισκεφτεί. Σπούδασε Marketing, σε μια εποχή που ήταν της μόδας, και εργάστηκε για 25 χρόνια σε μεγάλη εταιρεία. Παράλληλα, κατάφερε να κάνει την κλίση της δεύτερο επάγγελμα, διδάσκοντας αγγλικά και γαλλικά σε παιδιά, εφήβους και ενήλικες για περισσότερα από 30 χρόνια. Μέσα από τη διδασκαλία της μοιράζεται γνώση, αγάπη και, κυρίως, ζωή. Αγαπά τα βιβλία, το θέατρο, τη θάλασσα και τα αδέσποτα ζώα. Συχνάζει σε μικρά καφέ-βιβλιοπωλεία, παρέα με παλιούς και νέους φίλους. Το καλοκαίρι τη βρίσκει στα θερινά σινεμά, ενώ τον χειμώνα στα φουαγιέ των θεάτρων.
