Γιάννης Ξέστερνος | Ασυμφωνία έμμετρου και ελεύθερου στίχου εις τη νιοστή χαρακτήρων

Ο Καρυωτάκης (δεξιά) στην Πρέβεζα.

Οδεύουμε σχεδόν έναν αιώνα από τότε που υποχωρεί ο παραδοσιακός στίχος και κυριαρχεί η μοντέρνα φόρμα στον ποιητικό λόγο στον οποίον η εσωτερική μουσικότητα και η εικόνα αντικατέστησαν την τυποποιημένη στιχουργική. Η μετάβαση από τον παραδοσιακό στον ελεύθερο στίχο κινήθηκε στην παγκόσμια ποιητική σφαίρα από τα τέλη του 19ου αιώνα διαρρηγνύοντας τους κανόνες της ομοιοκαταληξίας και της μετρικής, επιτρέποντας ο ρυθμός να καθορίζεται από το νόημα και το συναίσθημα. Στην Ελλάδα η Γενιά του ΄30 άρχισε να χαλαρώνει τη δομή του στίχου αν και βέβαια είχε προηγηθεί το ιδιαίτερο πεζολογικό ύφος του Κωνσταντίνου Καβάφη.

Πολλοί θιασώτες της μοντέρνας ποίησης θεωρούν ότι ο έμμετρος ομοιοκατάληκτος στίχος εκβιάζεται σε βάρος του νοήματος του ποιήματος. Δηλαδή η ομοιοκαταληξία παρασύρει πολλές φορές το ποίημα σε διαφορετικές ατραπούς από εκείνες που είχε αρχικά επιδιώξει ο ποιητής. Από την άλλη, οι σκληροπυρηνικοί της έμμετρης φόρμας αρνούνται κατηγορηματικά αυτό το επιχείρημα δηλώνοντας απερίφραστα ότι ένας καλός και σοβαρός ποιητής δεν μπορεί να ξεφύγει από το αρχικό του όραμα.

Άραγε ο Κώστας Καρυωτάκης που όλο ψηλώνει στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι ένας κακός ποιητής που παρασύρθηκε από τις δυνατότητες της ομοιοκαταληξίας;

Το 1925, στο τέλος μιας διάλεξης του Μιλτιάδη Μαλακάση για τον Ζαν Μορεάς, ο Κώστας Καρυωτάκης πλησίασε τον ποιητή Μαλακάση ανάμεσα σε άλλους, για να τον συγχαρεί, και νόμισε ότι ο Μαλακάσης προσποιήθηκε ότι δεν τον είδε. Ενοχλημένος ο Καρυωτάκης έγραψε το δηκτικό ποίημα «Μικρή Ἀσυμφωνία εἰς Α Μεῖζον» το οποίο δημοσιεύεται στην εφημερίδα Κυριακή του Ελεύθερου Βήματος, στις 20 Νοεμβρίου 1927.

Μικρή Ἀσυμφωνία εἰς Α Μεῖζον

Ἄ! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιός θά βρεθεῖ νά μᾶς δικάσει,
μικρόν ἐμέ κι ἐσᾶς μεγάλο,
ἴδια τόν ἕνα καί τόν ἄλλο;
Τούς τρόπους, τὀ παράστημά σας,
τό θελκτικό μειδίαμά σας
τό monocle πού σᾶς βοηθάει
νά βλέπετε μόνο στό πλάι
καί μόνο αὐτούς νά χαιρετᾶτε
ὅσοι μοιάζουν ἀριστοκράται,
τήν περιποιημένη φάτσα,
τήν ὑπεροπτική γκριμάτσα
ἀπό τή μιά μεριά νά βάλει
τῆς ζυγαριᾶς, κι ἀπό τήν ἄλλη
πλάστιγγα νά βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα, θανάτου
ἄθυρμα, συντριμμένο βάζον,
ἐγώ, κύμβαλον ἀλαλάζον.
Ἄ! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιός τελευταῖος θά γελάσει;

Το ποίημα στην εφημερίδα συνοδεύεται με την απολογητική υποσημείωση «Οι στίχοι αυτοί απευθύνονται στον κοσμικό κύριο, και όχι στον ποιητή Μαλακάση, του οποίου δε θα μπορούσε να παραγνωρίσει κανείς το σημαντικό του έργο» τονίζοντας, παράλληλα, ότι το ποίημα αποτελεί προδημοσίευση από το νέο ποιητικό βιβλίο του Καρυωτάκη που θα κυκλοφορήσει προσεχώς με τον τίτλο Ελεγεία και Σάτιρες.

Ο Τέλλος Άγρας επισημαίνει εύστοχα ότι «το ποίημα είναι στιχουργημένο ολόκληρο σε ομοιοκαταληξίες που αρχίζουν από άλφα». Πράγματι, ο Καρυωτάκης προσδίδει στο γράμμα Α ιδιαίτερη στιχουργική και φωνητική λειτουργία, αξιοποιώντας ταυτόχρονα τη μουσική του σημασία με τρόπο ειρωνικό. Στο παλαιότερο σύστημα μουσικής σημειογραφίας, όπου οι νότες δηλώνονταν με τα πρώτα γράμματα του αλφαβήτου (A, B, C, D, E, F, G), το Α αντιστοιχούσε στον σημερινό φθόγγο Λα. Ωστόσο, η φυσική κλίμακα του Λα είναι ελάσσων, ενώ η μείζων απαιτεί τρεις διέσεις στον οπλισμό. Ο ποιητής, παραποιώντας αυτή τη μουσική πραγματικότητα, ανατρέπει το καθιερωμένο, ενισχύοντας έτσι την ειρωνική διάθεση που διατρέχει ολόκληρο το ποίημα.

Την εποχή που συνθέτει το ποίημα, ο Καρυωτάκης είναι ένας νέος, πολλά υποσχόμενος ποιητής, περίπου τριάντα ενός ετών. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1913 δημοσιεύοντας ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ το 1919 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων. Την ίδια χρονιά, σε συνεργασία με τον φίλο του Άγη Λεβέντη, κυκλοφόρησε τη σατιρική εβδομαδιαία εφημερίδα Η Γάμπα, η οποία, παρά τη μεγάλη απήχησή της, διακόπηκε σύντομα, καθώς κρίθηκε άσεμνη από τις αρχές. Ακολούθησαν το μονόπρακτο Ο άρρωστος (1920), η επιθεώρηση Πελ-Μελ (1921), που συνέγραψε με τον Χ. Σακελλαριάδη, καθώς και η δεύτερη ποιητική του συλλογή Νηπενθή, στην οποία περιλαμβάνονταν και ποιήματα που είχαν διακριθεί στον Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό. Εκτός από την ποίηση, ασχολήθηκε με την πεζογραφία και τη μετάφραση σημαντικών έργων. Η αυτοκτονία του το 1928, σε ηλικία μόλις τριάντα δύο ετών, σημάδεψε την ελληνική λογοτεχνία, ενώ η αξία του έργου του αναγνωρίστηκε ουσιαστικά μετά τον θάνατό του, δίνοντας μάλιστα το όνομά του στο λογοτεχνικό ρεύμα του «καρυωτακισμού».

Αντίθετα, ο Μαλακάσης βρίσκεται ήδη στο απόγειο της λογοτεχνικής του πορείας. Γεννημένος το 1869, πλησιάζει τα εξήντα χρόνια και αποτελεί μία από τις πλέον αναγνωρισμένες μορφές της ελληνικής ποίησης, έχοντας τιμηθεί το 1924 με το Αριστείο Γραμμάτων. Η οικονομική άνεση της οικογένειάς του τού επέτρεψε να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία, ενώ η έντονη παρουσία του στους κοσμικούς κύκλους της Αθήνας συνέβαλε στη δημόσια εικόνα του. Ως εκπρόσωπος της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, καλλιέργησε κυρίως την ερωτική και λυρική ποίηση, με κυρίαρχα θέματα τον έρωτα και την ομορφιά. Η ποίησή του διακρίνεται άλλοτε από μελαγχολική και άλλοτε από αισιόδοξη διάθεση, ενώ χαρακτηρίζεται από αρμονία, μουσικότητα, εκφραστική λιτότητα και υψηλή στιχουργική δεξιοτεχνία. Καθοριστική υπήρξε η επίδραση του Ζαν Μορεάς (Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, 1856-1910, περισσότερο γνωστός για τη συνεισφορά του στα γαλλικά γράμματα με το ψευδώνυμο Ζαν Μορεάς), από τον οποίο υιοθέτησε τη λιτότητα της έκφρασης, τον αρμονικό στίχο και τη συμβολιστική αξιοποίηση της εικόνας. Ο Μαλακάσης πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία εβδομήντα τεσσάρων ετών, έχοντας αφήσει σημαντικό αποτύπωμα στην ελληνική ποιητική παράδοση.

Ο Μαλακάσης ευγενής άνθρωπος πικραίνεται. Ο Καρυωτάκης μετανιώνει, λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση γράφει στον Μαλακάση, ζητώντας του συγγνώμη για το «Μικρή Ἀσυμφωνία εἰς Α Μεῖζον»:

Σεβαστέ μου Κύριε,

Θα εδιαβάσατε ίσως ένα ποίημά μου αναφερόμενο σε σας και γραμμένο σε ύφος κάπως ασύνηθες.
Είναι μια τρέλα στην οποία με παρέσυραν κυρίως οι δυνατότητες της ομοιοκαταληξίας.
Λυπούμαι ειλικρινώς γιατί παρέβλεψα το σεβασμό που όφειλα στο πρόσωπό σας.
Ελπίζω όμως ότι θα εγελάσατε με την απροσδόκητον αυτή και αβλαβή επίθεση, την οποία πάντως σας παρακαλώ να μου συγχωρήσετε.

Με εξαιρετική τιμή,
Κ.Γ. Καρυωτάκης

Τέτοιου είδους παρεξηγήσεις είναι συνήθεις σε λογοτεχνικούς κύκλους ακόμα και σήμερα. (Γιατί δεν με χαιρέτησαν, γιατί δεν με κάλεσαν στην εκδήλωση, γιατί δεν έγραψαν κριτική για το βιβλίο και η λίστα παραπόνων δεν τελειώνει). Όσοι ασχολούνται με την τέχνη εκτός από ευαίσθητοι άνθρωποι είναι και εύθικτοι ως χαρακτήρες. Όσες γνώσεις και σοφία έχουν τόσο πιο διψασμένοι, μερικές φορές, αισθάνονται για αποδοχή και πρόσκαιρη καταξίωση.

Αλλά ας επανέρθουμε στους αρχικούς προβληματισμούς. Αν, όντως, είναι ειλικρινής η τοποθέτηση του Καρυωτάκη, είναι δυνατόν η φόρμα να παρασύρει τις πρωτογενείς προθέσεις ενός ποιητή; Σε παραδοσιακό ή ελεύθερο στίχο πρέπει να εντρυφούν οι ποιητές;

Τέτοιου είδους ποιητικές αναμετρήσεις είναι άνευ ουσίας. Ο χρόνος είναι αυτός που δε θα «δικάσει» τους τύπους και τις συμβατικές νόρμες, ούτε θα «γελάσει» τα διλήμματα στη ζυγαριά περί παραδοσιακής ή μοντέρνας ποίησης, αλλά θα δικαιώσει, χωρίς ιδεοληψίες, τα ποιήματα που εκφράζουν και πάλλονται στους εναγώνιους πόθους της εκάστοτε ανθρώπινης κοινότητας.

Πηγές

Βιβλία

 Κ. Γ. Καρυωτάκης. (1981). Ποιήματα. Εισαγωγή Έλλης Αλεξίου. Παρουσίαση Γιώργη Πικρού. Αθήνα: Εκδόσεις “Γ. Οικονόμου”

Εμμανουηλίδης, Π & Πετρίδου-Εμμανουηλίδου, Ε. (2006). Νεοελληνική Λογοτεχνία Ποίηση. Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Αναγνωστόπουλος, Β & Φωτάκης, Κ. (2000). Λεξικό Συγγραφέων Βιογραφίες – Εργογραφίες. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.

Διαδίκτυο

https://sarantakos.wordpress.com/2013/01/20/karyotmalakasis-2/

https://karyotakis.blogspot.com/2005_11_01_archive.html

 Εφημερίδα Κυριακή του Ελεύθερου Βήματος, 20 Νοεμβρίου 1927.


O Γιάννης Ξέστερνος είναι απόφοιτος του τμήματος Φιλοσοφίας – Παιδαγωγικής – Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος του Διιδρυματικού προγράμματος «Δημιουργική Γραφή» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Έχει εργαστεί ως φιλόλογος στη δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση. Υπήρξε συνιδρυτής του fanzine εντύπου Αστυδρόμος (2008-2013, 9 τεύχη). Έχει αποσπάσει Έπαινο Ποίησης στον 5ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ομίλου για την Unesco Τεχνών, Λόγου & Επιστημών Ελλάδος (2016) και Β΄ Έπαινο Ποίησης στον 3ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό των εκδόσεων Αποστακτήριο με θέμα: «1974-2024: 50 χρόνια από την παράνομη τουρκική εισβολή και κατοχή εδαφών της Κύπρου» (2025). Η πρώτη ποιητική συλλογή Άρρηκτες Φρυκτωρίες (εκδόσεις Ιωλκός, 2023) ήταν στη βραχεία λίστα πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή για το Bραβείο Βαρβέρη της Εταιρείας Συγγραφέων. Η δεύτερη ποιητική συλλογή τιτλοφορείται Ποδήλατο με αερόσακο (εκδόσεις Ιωλκός, 2025). Έχει συμμετοχή σε συλλογικά βιβλία και ανθολογίες εκ των οποίων το βιβλίο Για τον μεγάλο Γκάμπο, Έλληνες λογοτέχνες τιμούν την μνήμη του σπουδαίου συγγραφέα Gabriel Garcia Marquez (εκδόσεις Έναστρον, 2024) μεταφράστηκε σε συνεργασία του Pen Greece & Pen International στα ιταλικά και στα ισπανικά και κυκλοφορεί αντίστοιχα στην Ιταλία Il grande Gabo και στην Κολομβία Αl gran Gabo. Έργα του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα (Λογοτεχνικό Δελτίο, Mουσών, Νόημα, Η Οδοντωτός, Τα Ποιητικά, Καρυοθράστις) και ηλεκτρονικά (Χάρτης, Μονόκλ, Θράκα, Culturebook, Fractal, Mανδραγόρας, Poeticanet, Poets.gr, Ποιείν,Varelaki, Creative voices & pages, Λογοδιαδρομές, Bακχικόν).