Το σώμα, η επιθυμία και η ταξική επισφάλεια στο Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι | Νικόλας Κουτσοδόντης | Εκδόσεις Θράκα, 2021

Σελίδες: 64 
Σχήμα: 12 x 19 εκ
 ISBN: 978-618-5463-14-4
Έτος έκδοσης: 2021

Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Στην ποιητική συλλογή Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι (Θράκα, 2021, ISBN:978-618-5463-14-4), ο Νικόλας Κουτσοδόντης συνδέει την κουήρ εμπειρία με την οικογενειακή καταπίεση, την εργασιακή επισφάλεια, την κοινωνική βία και την πολιτική μνήμη. Η επιθυμία δεν παρουσιάζεται ως μια αποκλειστικά προσωπική υπόθεση, αλλά ως εμπειρία που διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές και ταξικές συνθήκες. Με όχημα την προφορικότητα, τις αναφορές στην ποπ κουλτούρα και τις απρόσμενες ποιητικές εικόνες, η συλλογή διερευνά τη δυνατότητα μιας ζωής που δεν θα χρειάζεται να αποκρύπτει την ταυτότητα και τις επιθυμίες της για να γίνει κοινωνικά αποδεκτή.

Ήδη από τον τίτλο διατυπώνεται ένα από τα κεντρικά διακυβεύματα του βιβλίου: η αντιφατική αποδοχή της διαφορετικότητας από την πατριαρχική οικογένεια, η οποία επιτρέπει την ύπαρξή της μόνο όσο παραμένει αόρατη. Η φράση «Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι» συμπυκνώνει τον συμβιβασμό μιας οικογένειας που εμφανίζεται πρόθυμη να ανεχτεί την ιδιαιτερότητα του παιδιού της, αρκεί αυτή να μην παραβιάζει την κοινωνική κανονικότητα. Στο ποίημα «Νησιώτικη Ηθική (Του Άγγελου)» (σ. 13), ο πατέρας επιχειρεί να αποτρέψει τη φυγή του γιου του, λέγοντάς του: «Έλα γύρνα στα τυροπιτάκια της μαμάς. Δε θα σε κρίνω μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι και μόνος να θυμάσαι θα πεθάνεις». Η υπόσχεση της αποδοχής ακυρώνεται από τον όρο της απόκρυψης, ενώ η απειλή της μοναξιάς λειτουργεί ως μηχανισμός συμμόρφωσης. Η οικογένεια παρουσιάζεται έτσι ως χώρος όπου η αγάπη μπορεί να συνυπάρχει με την πειθάρχηση.

Η ίδια ένταση ανάμεσα στην έκθεση και την αυτοπροστασία αποτυπώνεται και στο εξώφυλλο, με την ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός γυμνού νεαρού άνδρα που περιβάλλει με τα χέρια το κεφάλι και το σώμα του. Το σώμα εμφανίζεται ταυτόχρονα ευάλωτο και προστατευμένο, ως τόπος επιθυμίας αλλά και ως πεδίο όπου εγγράφονται οι κοινωνικές απαγορεύσεις.

Η διερεύνηση της ομοφυλοφιλικής επιθυμίας ξεκινά από την παιδική ηλικία. Στο ποίημα «Ρόμπιν» (σ. 11), ο Τιμ Ντρέικ, ήρωας των κόμικς, μετατρέπεται από παιδικό ίνδαλμα σε αντικείμενο ερωτικής φαντασίωσης: «…δε συνήθιζα τους φίλους / ούτε κι εκείνο το νεαρό του / γαντοφορεμένο χέρι / ύπουλα να πιέζει την κοιλιά μου −/ βίαια κι όμορφα να με λαχανιάζουν / οι μελαχρινές τούφες στα μάτια του…». Η επιθυμία εκδηλώνεται ως σωματική εμπειρία, πριν ακόμη αποκτήσει συνειδητή ταυτότητα και γλώσσα.

Η αυθόρμητη εξομολόγηση προς τη μητέρα −«Σκούντηξα τη μαμά μου − / μου αρέσει / αυτό το αγόρι μου αρέσει!»— δεν συναντά ανταπόκριση. Εκείνη «Συνέχισε ό,τι έπινε με την παρέα / στο Κεφαλάρι / το βράδυ εκείνο που ήμουνα / δεκάχρονος / και θέλησα πρώτη φορά κορμί». Η απουσία αντίδρασης συνιστά μια πρώιμη εμπειρία αορατότητας: η επιθυμία υπάρχει, αλλά δεν βρίσκει αποδέκτη. Η παιδική αποκάλυψη μετατρέπεται έτσι σε σημείο εκκίνησης μιας διαδρομής προς την ενηλικίωση, η οποία σημαδεύεται από την ανάγκη αναγνώρισης.

Από την ιδιωτική σιωπή, η συλλογή περνά στη δημόσια βία. Στο «Zackie Oh» (σσ. 33-35), η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, της Zackie Oh, στην οδό Γλάδστωνος εντάσσεται σε μια διεθνή αλυσίδα ομοφοβικής και τρανσφοβικής βίας. Οι αναφορές στις τρανς γυναίκες της Βραζιλίας, στον Μάθιου Σέπαρντ και στα θύματα της επίθεσης στο κλαμπ Pulse στο Ορλάντο συνδέουν διαφορετικές ιστορίες σε ένα κοινό πεδίο συλλογικής μνήμης.

Η επανάληψη του ονόματος «Zackie Oh» λειτουργεί ως ρυθμική επίκληση και πράξη αντίστασης στη λήθη. Κάθε επανάληψη προσθέτει μια νέα εικόνα βίας, μετατρέποντας το ποίημα από ελεγεία σε πολιτική καταγγελία. Παράλληλα, οι στίχοι «Zackie Oh στο Παγκράτι ρίχνουνε χλωρίνη στα ζευγάρια […] χαφιέδες με την Παναγιά για φοροτεχνικό» στρέφονται εναντίον της καθημερινής υποκρισίας και της κοινωνικής συνενοχής. Το ποίημα κορυφώνεται με τη δήλωση «Zackie Oh δε με ξαπλώνουνε αμαχητί στη Γλάδστωνος», όπου η μνήμη γίνεται συλλογική διεκδίκηση και άρνηση της παθητικότητας.

Η πολιτική προβληματική της συλλογής επεκτείνεται στην εργασία και στην ταξική ανισότητα. Στο «Τηγανόλαδο» (σ. 18), η μισθωτή καθημερινότητα αποτυπώνεται μέσα από την εικόνα «…απομένει να μετρώ τις επιδόσεις των μισθωτών μου απογευμάτων/ και την επιδρομή του διευθυντή/ που ταράζει στο τηγάνι/ το στάσιμο τηγανόλαδο». Το στάσιμο λάδι παραπέμπει στη φθορά και την επαναληπτικότητα της εργασίας, ενώ η παρουσία του διευθυντή εισάγει την εξουσία στον καθημερινό εργασιακό χώρο. Ο χρόνος δεν βιώνεται ως ελεύθερη διάρκεια, αλλά ως κάτι που μετριέται και καταναλώνεται.

Στο ποίημα «Ο σερβιτόρος» (σσ. 19–20), η ταξική περιφρόνηση γίνεται ορατή μέσα από τη στάση των εύπορων καλεσμένων σε εγκαίνια καταστήματος: «…με κοιτάζουνε παστέλ χρώμα προσώπου ντρέπονται για την πάρτη μου (τι τρώει τον αέρα που αναπνέουμε) όρθιος άβολος στα εγκαίνια του υποκαταστήματος με μουσική Σαντάνα είμαι εδώ και πίνω αυτό που μου ’χεις φτιάξει…». Ο εργαζόμενος είναι απαραίτητος για την εξυπηρέτηση, αλλά παραμένει ανεπιθύμητος ως ισότιμη κοινωνική παρουσία. Οι αναφορές στη «βρωμόφορμα» και στη «φανέλα μουσκεμένη» επαναφέρουν τη σωματική φθορά που αποκρύπτει η εικόνα της καταναλωτικής ευημερίας. Η εργασιακή επισφάλεια δεν αποτελεί απλώς κοινωνικό φόντο της κουήρ εμπειρίας, αλλά επηρεάζει την ασφάλεια, τις σχέσεις και τη δυνατότητα του υποκειμένου να διεκδικεί χώρο για τον εαυτό του.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ενότητα των «Επισκέψεων», όπου ιστορικές μορφές επανέρχονται μέσα από ποιητικές ανασυνθέσεις. Στην «Επίσκεψη πρώτη [Ο Χάρι Χέι διαγράφεται απ’ το Κόμμα]» (σ. 25), ο Χάρι Χέι, σημαντική μορφή του πρώιμου κινήματος για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων στις ΗΠΑ, εμφανίζεται αντιμέτωπος με τον κομματικό μηχανισμό. Η μαρξιστική θεωρητική κατάρτιση και οι εργατικοί αγώνες συνυπάρχουν με την κρυφή ερωτική ζωή: «Στους εργατικούς αγώνες έτη δεκαοχτώ / τη διαλεκτική το “Κράτος και επανάσταση” / και το “Γκρούντρις” / να διδάσκω έτη δέκα», ενώ «τις νύχτες / σε αφώτιστα πάρκα ή τούνελ / κάποιος Μάθιου Τζον Τόμπι και Μπράιαν / μου μάθαινε έρωτα/ του μάθαινα γεύση…».

Η αντίθεση αναδεικνύει τα όρια μιας πολιτικής που διεκδικεί την κοινωνική απελευθέρωση, αλλά δεν αναγνωρίζει πάντοτε τις μορφές καταπίεσης που λειτουργούν στο εσωτερικό της. Η επιθυμία παραμένει έξω από τους επίσημους χώρους της πολιτικής, σε μέρη που επιτρέπουν την έκφρασή της μόνο υπό συνθήκες απόκρυψης.

Στην «Επίσκεψη τέταρτη [Ο Μαρίνους Βαν Ντερ Λούμπε στο δικαστήριο]» (σ. 40), ο Ολλανδός κομμουνιστής που κατηγορήθηκε για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ το 1933 παρουσιάζεται ως μια περιθωριακή μορφή εγκλωβισμένη ανάμεσα στην κρατική εξουσία και τις πολιτικές σκοπιμότητες. Ενώ ο Γκέρινγκ ουρλιάζει και ο Δημητρόφ αγορεύει, ο Βαν ντερ Λούμπε στέκεται «χωρίς πουκάμισο αλήτη και λερό». Η φράση «Δε με σκοτώνουν / τη φλόγα δεν μπορείς να τη σκοτώσεις / με νομικά βιβλία…» μετατρέπει τη φωτιά σε σύμβολο ανυποταξίας. Η Ιστορία εμφανίζεται όχι ως ενιαία αφήγηση, αλλά ως πεδίο συγκρούσεων για το ποιος δικαιούται να μιλήσει και να διατηρηθεί στη συλλογική μνήμη.

Υφολογικά, η συλλογή χαρακτηρίζεται από προφορικότητα, ελεύθερο στίχο και ένα λεξιλόγιο που συνδυάζει τη λαϊκή γλώσσα με την ποπ κουλτούρα, την τεχνολογία και τις πολιτικές αναφορές. Οι Τελετάμπις, τα κόμικς, τα αρχεία JPG, η Rihanna και το Skype συνυπάρχουν με λέξεις όπως «φτωχομπινέδες» και «πεσκέσια». Η σχετική απουσία στίξης και οι απότομες μεταβάσεις ανάμεσα σε εικόνες και σκέψεις δημιουργούν έναν ρυθμό που θυμίζει εσωτερικό μονόλογο και καθημερινή αφήγηση.

Στο «Μεταξουργείο» (σ. 14), ένας λευκός ελέφαντας «που λευτερώθηκε από μια ζωγραφιά στο νηπιαγωγείο» εισβάλλει στον αστικό χώρο, ανατρέποντας τα όρια ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Στην «Κουβέντα με τη Μαγείρισσα» (σ. 17), η σελήνη γίνεται «τετράγωνη σαν καναπές με κρόσσια» και μετατρέπεται σε τραυματιοφορέα. Οι απρόσμενες αυτές εικόνες δεν λειτουργούν ως διακοσμητικά στοιχεία, αλλά δημιουργούν στιγμές φαντασιακής διαφυγής και φροντίδας μέσα σε μια καθημερινότητα που συχνά εξαντλεί το υποκείμενο.

Η διακειμενικότητα, με αναφορές στον Πασκάλ, στον Βίτγκενσταϊν, στον Νίκο Εγγονόπουλο, στην Έρθα Κιτ και στον Τένεσι Ουίλιαμς, διευρύνει το πεδίο της συλλογής. Το φιλοσοφικό και το καθημερινό, το υψηλό και το λαϊκό, δεν διαχωρίζονται αυστηρά, αλλά συνυπάρχουν σε έναν ποιητικό κόσμο που αμφισβητεί τις παραδοσιακές πολιτισμικές ιεραρχίες.

Το Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι συνδέει την επιθυμία με τις κοινωνικές και υλικές συνθήκες της ύπαρξης. Η οικογένεια, η εργασία, η πόλη και η πολιτική ιστορία γίνονται χώροι όπου το σώμα περιορίζεται, εκτίθεται, αλλά και διεκδικεί την ελευθερία του. Η δύναμη της συλλογής βρίσκεται στη συνάντηση της προσωπικής εμπειρίας με τη συλλογική μνήμη και στην ανάδειξη των πολλαπλών μορφών βίας που καθορίζουν ποια σώματα μπορούν να εμφανίζονται δημόσια και ποια καλούνται να παραμείνουν αόρατα. Ο τίτλος συμπυκνώνει αυτή την αντίφαση: η αποδοχή προσφέρεται με τον όρο της απόκρυψης. Απέναντι σε αυτόν τον όρο, η ποίηση του Κουτσοδόντη δίνει χώρο στην επιθυμία να ειπωθεί, να υπάρξει και να διεκδικήσει τη θέση της στον κόσμο.