Χλιαρό Νερό

© László Moholy-Nagy

Πρόσωπα
Εουτζένιο Μοντάλε
12 Οκτωβρίου 1896 – 12 Σεπτεμβρίου 1981

[…Mina – E penso a te …]

«Η ποίηση γίνεται τέχνη τη στιγμή ακριβώς που η τέχνη
αμφισβητείται και αναιρείται προς όφελος άλλων ανθρωπίνων
δημιουργιών: του θεάματος, της χειρονομίας, της κρυπτογράφησης,
του πρόχειρου κλισέ. Πανάκειες δεν υπάρχουν: αν άλλαζε ο κόσμος
θʼ άλλαζε και η ποίηση· αλλά η ποίηση (ό,τι επιζεί από αυτήν)
δεν μπορεί νʼ αλλάξει τον κόσμο…». 

 

Σαν πνεύματα θεατρικά συλλαμβάνουμε τα όρια του ρόλου μας. Και μερικές φορές, κάποιος από εμάς, κάποιος διαβάτης αυτής εδώ της ζωής, αναλαμβάνει το χρέος εξολοκλήρου. Γίνεται ο ίδιος ένα καθήκον και σε πείσμα της πραγματικότητας που αναγνωρίζει ο Εουτζένιο Μοντάλε, βαδίζει σαν ηφαίστειο. Έτσι ακριβώς όπως τα αηδόνια σε αιώνια παρακείμενο τραγουδούν την ανατολή, ουρλιάζοντας τη λέξη αγάπη με κάθε τρόπο και ας μην αντιλαμβανόμαστε εμείς τη λεπτότητα των πραγμάτων.

Ο Εουτζένιο Μοντάλε, τριγυρίζει στους αραμπάδες της ποίησης και με το αιώνιο κοντραμπάντο του, κάνει πράξη την ποιητική του πεποίθηση. Όχι, ο κόσμος δεν θα αλλάξει από την ποίηση, όμως η τελευταία θα γίνει τρυφερότερη, αποκαλύπτοντας κάτι που δεν είδε ποτέ ο σκηνοθέτης, κάτι που δεν φαντάστηκε ο ηθοποιός. Και για άλλη μια φορά πηγαίνοντας κόντρα στον έκπληκτο αυτόν κόσμο, ας πιστέψουμε πως μπορεί κάποιος να γίνει ψίθυρος, σε χιλιάδες στόματα, να πει την ιστορία τους, υπαγορεύοντας στίχους αλήθειες στην ανθρωπότητα.

Και αυτό το καταφέρνει μονάχα ένας ποιητής, με ένα του πέρασμα, ίδιο με χτύπο της κολοσσιαίας καρδιάς.

Πρόσωπα
Χάρολντ Πίντερ
10 Οκτωβρίου 1930 – 24 Δεκεμβρίου 2008

[…στα ηχεία Both Sides Now. Τζόνι Μίτσελ…]

Πάει αυτό ήταν,
ο Μάρτης γίνηκε μουσείου
και ο Απρίλης ένας άνεμος στις κουρτίνες.

Ταξιδεύω μέσα από την έρημη γκαλερί
οι ηθοποιοί στήνουν τις τέντες τους
και οι φωνές τους σκίζουν
το βάμμα της νύχτας
σκαρφαλώνονται ως τους αγγέλους.
Προχωρώ προς το εσωτερικό
και κλείνω τους λογαριασμούς μου
με όλο αυτό το ρεπερτόριο.

Κυρίες και κύριοι ο Χάρολντ Πίντερ. Μαγικός και μαγεμένος, με τον αναποδογυρισμένο του κόσμο, με κάτι σαν ίλιγγο, σαν γκρεμό πέρα από τις λέξεις του. Συναισθήματα κλειδωμένα στο λαιμό, τώρα και για πάντα, η φωνή του Πίντερ.

Οι δρόμοι, τα μέρη και οι άνθρωποι, όλα μες στα ποιήματα αλλάζουν χρώμα και βλέμμα. Ένας στρατός από τρελές μοναξιές, όπως ο Λουκ σε μια στροφή, σε κάποιο ποίημα του. Από εκείνα που θα γράψει χρόνια πριν διακριθεί στο θεατρικό σανίδι με τα εμβληματικά, παγκόσμιας εμβέλειας έργα του.

Να’μαι,
στα χαμένα, σχεδόν εξόριστος σε κάποια Γουάιμπρεντ
ή όπως αλλιώς λέγεται τούτος ο δρόμος.

Εδώ επισκέφτηκα κάποτε μια παμπ με κίτρινη πρόσοψη
κάποτε, σε τούτα εδώ τα μέρη, έμεινα για πάντα
πλάι στους σκουπιδοτενεκέδες

ήταν τότε που βρήκα τον Λουκ, έναν παράξενο τύπο,
με προμελετημένα μάτια, αδιάβροχο και ολοφάνερο
βικτωριανό στυλ
κρατώντας την απάντηση για τα πάντα
μες στη χούφτα του.

Συγκρούστηκε με την εποχή του, τα κακώς κείμενα τον βρήκανε στην απέναντι πλευρά. Στην κριτική του κορυφαίοι πολιτικοί της εποχής του, θιασώτες πολέμων και συρράξεων που διαμόρφωσαν τον κόσμο μας. Γεννήθηκε το 1930 στο Λονδίνο και έφυγε για πάντα την παραμονή των Χριστουγέννων του 2008, έχοντας μοιραστεί τρεις δεκαετίες κοινής ζωής με την Αντόνια Φρέιζερ.

Έκτοτε το Πάρτυ του εξακολουθεί να αφήνει εποχή. Με τη φαντασία του ο Πίντερ κατάφερε να αποκαλύψει τις βαθύτερες, τις πιο εσωτερικές σχέσεις των πραγμάτων.

Το γράμμα

Όλο και όλο είχαν ανταλλάξει ένα γράμμα. Περισσότερο εκείνος, νέος τότε, διπλώνοντας άγαρμπα μες στον φάκελο μερικές σελίδες. Τις καλύτερες νόμιζε τότε και έγραφε με το κερί ώρες ολόκληρες, θυσιάζοντας μια ζωή κανονική. Οι φίλοι τον είχαν χάσει από την ταβέρνα. Τον αναζητούσαν, όμως άκουγε τη μητέρα του που έλεγε με πικραμένη τη φωνή της, όταν έφταναν ως το σπίτι,  “γράφει ποιήματα, το ‘να καλύτερο από τ’άλλο”. Της έλεγαν πως τον είχανε πεθυμήσει και πως ήταν πάντα ευπρόσδεκτος στην παρέα της ταβέρνας. Άφηναν να εννοηθεί πως για τις μικρές παρεξηγήσεις ανάμεσα στους νεαρούς, αυτές που στήνει το ποτό και ο θολωμένος νους, για αυτές λοιπόν, έπαιρναν ακέραια όλη την ευθύνη. “Αν κάπου φερθήκαμε σκάρτα, αμφιβάλλω δηλαδή, μα λέω, αν φερθήκαμε, ζητούμε συγνώμη”.

Αυτός γράφει ποιήματα το ‘ναι καλύτερο από τ’άλλο. Όμως τίποτε δεν του κάνει, έχει μείνει μισός, αυτή η εμμονή θα του στοιχίσει τη ζωή. Η μητέρα συναντιέται με τον επίσκοπο, τον δάσκαλο και τον αστυνόμο. Ζητά τη συμβουλή τους μα εκείνοι βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα. Δεν το ‘χουν σε τίποτε να τον σύρουν στο δικαστήριο και να τον καταδικάσουν. Μια τουφεκιά μονάχα φτάνει και όλα τέλειωσαν. Για αυτό πάει η μητέρα και όλο ρωτά και όλο παρακαλά. Πώς να συνέλθει ο μονάκριβος της, πώς να σωθεί από τα ποιήματα.

Λίγους μήνες μετά, καλούν τους νέους σε επιστράτευση. Εκπαιδεύονται βιαστικά και πηγαίνουν στο μέτωπο. Είναι εύκολα τα πράγματα, το Ράιχ αξίζει όσο χίλιοι πολιτισμοί. Οι αξιωματικοί είναι καλοί, τα αποσπάσματα κάνουν γρήγορα τη δουλειά τους. Δεν χρειάζεται προσπάθεια, οι άνθρωποι εκεί πεθαίνουν από την πείνα. Το Ράιχ ζητεί ατομική προσφορά στον κοινό αγώνα. Ζητεί να είσαι ικανός για να κομματιάσεις τη βιτρίνα ενός Εβραίου, να βάλεις κάτω ένα πλανόδιο ζωγράφο που δεν πείραξε ποτέ του κανέναν. Θα πρέπει ακόμη να σταθείς στην άκρη του πεζοδρομίου και να χαιρετήσεις στρατιωτικά όταν θα περνάει ο Φίρερ. Τριγυρίζει τις γειτονιές, εκεί που μεγαλώνει τ’άνθος του κακού. 

Σήμερα ο καιρός έχει ένα χρώμα μελαχρινού ξύλου. Όλα είναι καθάρια και παλιά, με τις ατέλειες τους τρομερά διάφανες. Ο Άλμπερτ βάζει τα χαρτιά μες στο φάκελο και στήνεται απ’’εξω. Σε λίγο ο ταχυδρόμος περνά, του δίνει μερικά ρέστα, κοιτάζει το φάκελο. Είναι κλειστός, ελαφρύς, δεν κοστίζει πολλά. Πού πάει; Στη Βόννη. Εκεί τους βάλαμε κάτω, η πόλη, λένε καθάρισε. 

Ξεμακραίνει με το ποδήλατό του, η μητέρα έρχεται από μακριά, τον πιάνει από το μπράτσο και του φοράει στα γρήγορα το σήμα του ράιχ. Κοιτάζει γύρω μην την είδαν, για πολύ ελαφρότερες κατηγορίες εκτελέστηκαν άνθρωποι, οικογένειες ολόκληρες. 

Θα πρέπει να προσφέρεις. Εδώ ή στο μέτωπο. Την άλλη μέρα ταξίδευε με το τραίνο. Από όπου περνούσε ο συρμός άφηνε μια γρατζουνιά στο χρώμα της νύχτας. Κουβαλούσε στρατιώτες, μπόλικες μοτοσικλέτες, κράνη, τουφέκια, όλμους, δημοσίους υπαλλήλους και πολύ κάρβουνο. Τουλάχιστον τριάντα βαγόνια πίσω είναι καρότσια, φορτωμένα ως απάνω με άνθρακα. Υπάρχουν ώρες με στη νύχτα που θαρρείς πως πέφτει εκεί απάνω του φεγγαριού η πλαγιαστή μορφή. Κάποιος στήνει με όλο αυτό το σκουπιδαριό, ένα γνήσιο μυθιστόρημα, πιάνει το ίχνος από τον ουρανό και γητεύει τους κυκλώνες, με τα σύννεφα κάνει ότι του καπνίσει, με τις καταιγίδες, το ίδιο. 

Από γράμμα σε γράμμα περνούσαν οι μήνες. Ο παλιός εκείνος Άλμπερτ είχε πια αναδειχτεί σε αρχιλοχία του ράιχ. Τα ‘χε καταφέρει περίφημα και είχε κάνει τη δουλειά του, ψύχραιμα, ωραία όταν προκύψανε εκείνοι οι παρτιζάνοι. Βγήκαν από την είσοδο ενός σκοτεινού μεγάρου και άρχισαν να πυροβολούν. Ο Άλμπερτ με τη διμοιρία του κανόνισε την υπόθεση, πήρε το παράσημο της πόλης και όλοι στην Βόνη έχουν να λένε για τους καλούς στρατιώτες που τιμούν τη στολή τους. 

Είναι αλήθεια αυτό Άλμπερτ; Έτσι είναι; 

Μερικές φορές πρέπει να πέσει κανείς πολύ χαμηλά. Εννοώ, να ξεχάσει πως είναι άνθρωπος. Άλλοτε πάλι, τα παρακάλια σε διεγείρουν, τότε χτυπάς πιο δυνατά, γελάς πιο δυνατά, θέλεις ο άλλος να πονά περισσότερο. Ο νους σου παθιάζεται, παίρνεις ένα κομμάτι από σπασμένη άσφαλτο και συντρίβεις το κεφάλι του υπόπτου. Δεν χρειάζονται κατηγορίες και δικαστήρια, αρκεί το ένστικτο ενός υπαξιωματικού του ράιχ. Άλλο επιχείρημα δεν θα σταθεί από αυτό. Έτσι όπως σας τα λέω, πιστεύω πως πέραν του σχήματος, πρέπει να πέσει κανείς πολύ χαμηλά, προτού κερδίσει μια άξια θέση, κοινωνική πρωτίστως, στις τάξεις του ράιχ. Το τελευταίο, δίνει ιδιαίτερη σημασία στις βραδιές συσφίξεως των μελών του κόμματος, καθώς σφυρηλατούνται οι πεποιθήσεις του οργανισμού. Ένας αβίαστος διάλογος ανάμεσα στο χθες και το σήμερα της παρατάξεως. 

Για αυτό μην με ρωτάτε τι έγινε εκείνη τη νύχτα στον εβραϊκό τομέα της πόλης. Ίσως υπερβάλλαμε στο φέρσιμό μας. Μα ήταν ρητή η εντολή, ολοκληρωτικά, αυτό έγραφε η διαταγή. Κοιταχτήκαμε μα δεν είπε κανείς τίποτε, ένας χαιρέτησε στρατιωτικά και οι άλλοι ακολουθήσαμε. Στις δέκα τη νύχτα, μες στην παγωνιά φτάσανε με τα καμιόνια δυο φορτηγά. Σύνολο δύναμη είκοσι αντρών, οπλισμένων σαν αστακών. Περιφράξαμε τη γειτονιά και βάλαμε φωτιά στα μαγαζιά. Γρήγορα επεκτάθηκε, το πλήθος φάνηκε στις σκάλες του μεγάρου. Περάσανε όλοι από μπροστά μας, τους στοιχίσαμε και αρχίσαμε να παίρνουμε στοιχεία. Στου Εβραίους χαράζαμε ένα αστέρι, επειδή δεν είχαν μείνει πολλά υφασμάτινα. Τα παιδιά πονούσαν μα εμείς είχαμε το χρέος μας. Ένα καθήκον και ύστερα πίσω στη ζωή μας. Ο κύριος Μαξ, ο πολίτης εκείνος έπεσε κατά τύχη στα χέρια μου όταν προσπάθησε να διαφύγει. Τον διέκρινα στον κήπο να σκαρφαλώνει τον πλαϊνό μαντρότοιχο. Μια σφαίρα αρκούσε. Παρέμεινε ακίνητος ώσπου να τον πλησιάσω. Ρώτησα για τα στοιχεία του.

Πιες λίγο νερό Άλμπερτ, εκείνα τα χρόνια ήταν άγρια, σωστά;

Ευχαριστώ. Ναι, ήταν, παράλογα χρόνια, ανερμήνευτα θυελλώδη. Οι ιστορικοί διαφωνούν μα ως την ανθρώπινη κτηνωδία, υπάρχει μια ανεξήγητη απόσταση, δεν συμφωνείτε; Εκείνος ο τύπος, ο κύριος Μαξ, μου συστήθηκε και έπειτα κοίταξε βαθιά στα μάτια. Είσαι ο Άλμπερτ, σωστά;

Ναι, ο Άλμπερτ του γράμματος, τότε που ήταν νέος πολύ. Και δεν είχε μπει ακόμη στο κόμμα, περνούσε υπέροχα τη ζωή του με ένα σορό ασχολίες. 

Δεν πήρες ποτέ την απάντησή μου;, ρώτησε ο κύριος Μαξ. 

Μα ο Άλμπερτ είχε διαλυθεί μες στον εαυτό του, η αυτοκυριαρχία του έτρεμε, η ζωή του ολάκερη. Ξάφνου θυμήθηκε τον ποιητή, Πόσα χρόνια από τότε, βάλθηκε να μετρά και όλα απέκτησαν μια όψη χαρτονένια. 

Απάντηση; Ποίηση; Θα αστειεύεσαι γέρο. Κοιτάς να σωθείς έτσι, μα είναι αδύνατο. Δεν σε χρειάζεται κανείς.

Εσύ κάποτε. Με χρειάστηκες. Θυμάσαι; Πήρα το γράμμα με τους διπλωμύνους στίχους. Δεν ήταν άσχημοι, αυτό σου έγραψα. Ακόμη και αν η επιστολή επεστράφη δεν θα μπορούσα να το ξέρω. Περιμένω την εκτέλεσή μου μήνες τώρα. Τα τάγματα κάνουν καλά τις δουλειές τους, βλέπω. Δεν θα γινόσουν ποτέ μεγάλος ποιητής μα είχες ακόμη μπόλικη αθωότητα, Άλμπερτ.

Το επόμενο πρωινό ο κύριος Μαξ εκτελέστηκε βιαστικά. Αρκούσε το ένστικτο ενός έμπιστου λοχαγού και αυτό ήταν. Ωστόσο κάποιος μίλησε για το παρελθόν του Άλμπερτ. Και έτσι τον κάλεσε η επιτροπή. Ένας γηραιός εκπρόσωπος με ματογυάλια καρφωμένα στη μύτη του, κάλεσε τον Άλμπερτ και του εξήγησε τη φύση του παραπτώματος, τη σοβαρότητά του. Τον κάλεσε να απαλλάξει την Γερμανία από τον εαυτό του και έτσι και έγινε. 

Δυο μερόνυχτα μετά, κάποιος φίλος του, τον γύρεψε για αφισοκόλληση. Τον βρήκε νεκρό μες στην καμαρή του, φορούσε τη μεγάλη του στολή με τα χαρακτηριστικά χρυσά κουμπιά, ίδια δουκάτα, σαν τ’αργύρια της προδοσίας. Τόσο κοστίζει η φρίκη στον κόσμο που σήμερα πεθαίνει με τη μεγάλη του, την άσχημη στολή. Και την πεποίθηση στην τσέπη του σακακιού, την τρομερή βεβαιότητα πως η ποίησή του δεν άξιζε μήτε μια σταλιά. Η απάντηση είχε έρθει, το γράμμα είχε παραλειφθεί, μα εκείνος δεν είπε τίποτε. Μόνο πληγώθηκε πολύ και βρήκε την ευκαιρία με δυο γαλόνια στο γιακά του, βρήκε την ευκαιρία.

Το ιερατικό, εφιαλτικό φεγγάρι του ράιχ γνέφει συγκαταβατικά, με ικανοποίηση. Και μεμιάς ακούγεται η τελευταία λέξη της ιστορίας. Ακολουθούν χρόνια και χρόνια ανταποκρίσεων. Ο τηλέγραφος του χρόνου δουλεύει ακατάπαυστα και όλο ακούγεται, σαν φωνή μέσα από τα φύλλα του καιρού. 

Επίμετρο

[…στα ηχεία Το Δίχτυ. Έτσι, εις μνήμην…

Διονύσης Χαριτόπουλος
27 Αυγούστου 1947 – Αθήνα, 9 Οκτωβρίου 2026

“Τώρα πια δεν χρειάζεται να δανειστεί καμιά γραβάτα.
Τώρα ταξιδεύει για τα νησιά της ελαφρόπετρας
σβέλτος πια σαν σφαίρα
και αιώνιος”

Α.Θ