Δις Βάιολενς

© Lisette Model

[…στα ηχεία, Rocketman, Elton John…]

Η δις Βάιολενς διαθέτει τυποποιημένη ευγένεια και αδρά χαρακτηριστικά. Κάθε πρωί, ντυμένη με την τελευταία λέξη της μόδας, επισκέπτεται την τοπική αγορά. Οι άνθρωποι πίσω από τους πάγκους την καλημερίζουν μα η δις Βάιολενς δεν ανταποκρίνεται, αφού ανήκει σε μια άλλη τάξη κοινωνική. Έπειτα συνηθίζει να απολαμβάνει τον καφέ της στα κοντινά μπιστρό. Έχει το δικό της τραπέζι και αν τύχει να μην το βρει ελεύθερο, θυμώνει. Κάνει σκηνή και επιβάλλεται όπως η μοναξιά στους ανθρώπους τριγύρω. Φωνάζει και το πρόσωπό της παραμορφώνεται, οι γραμμές του αλλάζουν και μια σκοτεινιά τυλίγει το βλέμμα της. Οι άνθρωποι τότε την φοβούνται και αμέσως μετανιώνουν που διάλεξαν το δικό της τραπέζι. Αν επιμείνουν η δις Βάιολενς τους προειδοποιεί με ακατανόμαστες απειλές και σπέρνει μες στις καρδιές τους τον φόβο.

 Η μοναξιά δεν την φοβίζει, όπως τους άλλους γύρω της. Ή έτσι νομίζει, μα ότι πιστεύει η δις Βάιολενς δεν είναι παρά η μόνη και αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Γύρω στο μεσημέρι, ισορροπεί στα ακριβά της τακούνια και επιστρέφει στη γειτονιά της που θυμίζει αποστειρωμένο παραμύθι, δίχως δράκους και ευαισθησίες. Γευματίζει πάντα πλάι στο παράθυρο που κοιτάζει προς τη μεριά της λεωφόρου. Ο μόνος ήχος είναι εκείνος της ανάσας της και ίσως ένας άνεμος ξαφνικός που εισβάλλει και κάνει τις κουρτίνες να χορεύουν. Ακόμη και αυτό την εξοργίζει και ευθύς κλειδώνει τα τζάμια, αφού ότι κάνει τον κόσμο της να χάνει τη σιγουριά του, την εξωθεί στα άκρα. 

Το απόγευμα κάθεται στον κήπο. Είναι η ώρα που ίσως μετανιώνει για τη ζωή της, η ώρα που σπάει, μα δεν το παραδέχεται. Και αυτό διότι η δις Βάιολενς βάζει τον εαυτό της πάνω από όλα. Η ζωή της διαθέτει μια ορισμένη πόζα και τίποτε, μα τίποτε δεν πρέπει να ταράξει αυτήν την εύθραυστη σιγουριά της. Κοιτάζει τα παιδιά που περνούν με τα ποδήλατά τους, τα παιδιά που γελούν. Αύριο θα αγαπηθούν παράφορα και θα γεμίσουν τη ζωή τους με άλλους ανθρώπους. Η δις Βάιολενς αυτό το λογαριάζει σαν το χειρότερο λάθος που θα μπορούσε να κάνει καθένας. 

Τις νύχτες τριγυρίζει μες στ’ακριβό σαλόνι της. Ζαλισμένη από το ποτό μιλάει στα κάδρα και αέρινη πολύ και μοναχική, αναλογίζεται τη ζωή της. Κοιτάζεται στους καθρέφτες και εκείνοι σπάνε από θλίψη, η νύχτα τρυπώνει μες στους πόρους του δέρματος της και την καθορίζει. Τα έχει όλα μα και τίποτε και έτσι σίγουρη για τον εαυτό της αποκοιμιέται μεθυσμένη. Κάθε βράδυ ραγίζει μα δεν το αντιλαμβάνεται και έτσι συνεχίζει να ζει, δίχως να αλλάξει το παραμικρό.

Μα σαν όλα τα παραμύθια, έρχεται μια ώρα και η δις Βάιολενς μετανιώνει. Φταίει η αγάπη, ένα βλέμμα, τ’άγγιγμα που λείπει χρόνια τώρα από τη ζωή της. Ήταν ένα πρωινό σαν όλα τα άλλα που η δις επισκέπτεται το αγαπημένο της μπιστρό. Το τραπέζι της είναι κατειλημμένο και εκείνη θυμώνει παράφορα. Όμως αυτός ο άνδρας που κάθεται μόνος την αφοπλίζει με ένα χαμόγελο. Η δις Βάιολενς δίνει τη συγκατάθεσή της και εκείνος της προτείνει να καθίσουν μαζί. Όλα μοιάζουν παράξενα για την δις Βάιολενς και ώρα με την ώρα εκείνη η ρωγμή που σας ανέφερα  πρωτύτερα βαθαίνει, γίνεται φαράγγι, κοιλάδα, χάσμα. 

Το ίδιο απόγευμα στον τέλειο κήπο της τίποτε δεν μοιάζει ίδιο. Τα χρώματα δείχνουν πιο ζωντανά μα η μοναξιά της για πρώτη φορά φαντάζει εκκωφαντική. Όλα της μοιάζουν με τεφροδόχους, το σπίτι, η ζωή της, τα δωμάτια με τα ακριβά πράγματα, όλα σκεπασμένα με στάχτες δεν σημαίνουν πια τίποτε, καμιά ομορφιά δεν τα σημαδεύει, όπως κάποτε νόμιζε η δις Βάιολενς. Ο κόσμος γεννιέται από την αρχή μέσα της, ο κόσμος που διαθέτει τη φωνή και το βλέμμα εκείνου του ανθρώπου. Πόσο ξαφνικά βρήκε τον τρόπο να μπει η αγάπη μες στη ζωή της, σκέφτεται. Τι και αν σφάλιζε τόσα χρόνια τα παράθυρα, τι σημασία έχει αν μεγάλωνε με τόση φροντίδα χρόνια ολόκληρα τη μοναξιά της. Όλα διαλύθηκαν , οι κλειστοί δρόμοι άνοιξαν, οι παλιές συνταγές και τα φαντάσματα, όλα σκόρπισαν. 

Τριγυρίζει μες στ’άδειο σπίτι. Στους καθρέφτες μόνο δάκρυα και το ποτό που δεν της κάνει τίποτε. Η φωνή της σπασμένη, η ομορφιά της μια άνοιξη δίχως περιθώρια έκφρασης. Όλα δείχνουν το πρωί, όταν θα περάσει από το μπιστρό και όταν θα τον ξαναδεί καθισμένο στο δικό της τραπέζι. Ο έρωτας είναι μια μορφή βίας που η δις Βάιολενς -δεν υπολόγισε ποτέ της. Απόψε η δις Βάιολενς πονάει με όλες τις απογνώσεις της παρούσες. Δεν βρίσκει την ώρα να γλιτώσει επιτέλους από το ολόχρυσο κλουβί της και από αυτή τη φρίκη της μοναξιάς της προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποδράσει. 

Ως το πρωί η δις Βάιολενς είναι μια άλλη γυναίκα. Δεν είναι σίγουρη για τίποτε και φοβάται τη σιωπή. Ο έρωτας, σαν τάγματα κρουστικών δραπανών χτυπάει εκκωφαντικά μέσα της. Ναι, είναι έρωτας αυτό που νιώθει. Έτσι αβέβαια βαδίζει και πάλι ανάμεσα στους πάγκους της τοπικής αγοράς. Κατευθύνεται προς το φυτώριο, χρειάζεται να αγοράσει κάτι για να ομορφύνει τον κήπο της, να έχει λίγο ίσκιο για τα παιδιά που περνούν από εκεί. 

Αν το θέλει η τύχη, σε λίγο καιρό η αυλή της θα ‘χει μεταμορφωθεί σε έναν αληθινό βυσσινόκηπο, όπως εκείνος του βιβλίου. Με γερούς κορμούς, με τα μάτια του ήλιου εδώ και εκεί ανάμεσα στους ίσκιους. Με το αίνιγμά της ολοζώντανο, με το παλάτι της δίχως στέγη, μόνο με ουρανούς, όπως συμβαίνει στις εξοχές της ποίησης. 

Η δις Βάιολενς απόψε αλλάζει και σαν αργή, πλαγιαστή μορφή, για χρόνια σκεπασμένη με μοναξιά, έρχεται επιτέλους στο φως.

Επίμετρο
Νίκος Καρούζος
1926-1990

[…Κοίτα με στα μάτια…]
Αγαπητέ Νίκο,

Πόσο δίκιο είχες, τώρα το καταλαβαίνω. Όταν έλεγες πως “παλεύουν να μειώσουν το θάμβος της ποίησης”, δεν ένιωσα τη βαρύτητα. Μήτε που έδινα σημασία στη φωταγώγηση του δευτερολέπτου που πάλεψες να κατορθώσεις χρόνια και χρόνια. Όλα τα λογάριαζα σαν ευκολίες, μα πάει καιρός που στερεώθηκε εντός μου η αμφιβολία.

Τώρα μονάχα σαν να αντιλήφθηκα τη βαρύτητα των πραγμάτων. Τώρα μονάχα σαν να κατάφερα να ταιριάξω λίγα κομμάτια από φως και ποίηση, να συναρμολογήσω, λέει το θαύμα. Και πάλι αγαπητέ Νίκο, τίποτε δεν κατόρθωσα μα  είναι μια κάποια αρχή αυτή η άτακτη υποχώρηση, η παραδοχή ετούτη φαντάζει σαν κάποιο είδος νίκης. 

Τούτη την ώρα που σου γράφω μαίνεται το φθινόπωρο. Μα είναι μια ευωδιά παράξενη που εκπλήσσει τους αγγέλους, μια ευωδιά ισάξια του έαρος, μυστική και ανομολόγητη. Υψώνεται καθέτως, σαν ποίημα, ακριβώς όπως το ‘γραψες χρόνια πριν στα υπόγεια, εκεί που θεμελιώνεται η “ορατότητα”.

Α.Θ