Σοφία Νικολάου | Χαρτογράφηση

© Henri – Cartier Bresson

Συνέβη ήσυχα. Όχι ήσυχα. Ύπουλα. Σαν ένα τσίμπημα στο πόδι από κάτι που δε βλέπεις, σαν ένα χέρι ελαφρύ στην τσέπη σου. Έτσι ένιωσα, νομίζω, όταν άνοιξες τα μάτια σου. Αιφνιδιασμένος. Ληστεμένος. Σε κοίταζα κι ήσουν εσύ, χωρίς αμφιβολία ήσουν εσύ δίπλα μου στο στρώμα, σ’ αυτήν που από καιρό έχω συνηθίσει για μεριά σου, βαθουλωμένη μέρα τη μέρα σε μια καμπύλη μοναδική, στο σχήμα του κορμιού σου. Για χρόνια, εσύ κι εγώ καταφέραμε τούτο, ένα κοινό αποτύπωμα στο κρεβάτι, ένα καλούπι να μας χωράει και τους δυο, μια ζωή χωνεμένη στο 1.40 επί 1.90, διπλό, ιδανικό για ζευγάρια, άνεση κι αντοχή διαφήμιζε τότε η πωλήτρια στου Δούνια και την πιστέψαμε. Την πιστέψαμε και μ’ ένα δυο ελατήρια ξεχαρβαλωμένα, μ’ ένα βούλιαγμα ανεπαίσθητο που σε τραβάει προς το κέντρο τη γλιτώσαμε, βιάστηκα να πανηγυρίσω ο ανόητος, και σε περίμενα να ξυπνήσεις, με το ισχνό φως απ’ τις γρίλιες να επιβάλλει σιγά σιγά τη μέρα στο πρόσωπό σου. Σε περίμενα, να ψιθυρίσω τα χρόνια πολλά, να μοιραστώ το κατόρθωμα, τα τριάντα χρόνια που γάζωσ’ απάνω μας ο έγγαμος βίος. Σαν τώρα σε θυμάμαι να περπατάς, ήλπιζα σίγουρη, προς το μέρος μου, με τα μαλλιά σου μπούκλες χρυσές και στην κορυφή στερεωμένα άσπρα ανθάκια, ολόλευκη, με τον έναν ώμο ακάλυπτο, επαναστατημένο στην αρχή της άνοιξης. Οι μπούκλες χαλάρωσαν κι ασήμισαν, όμως συντροφεύουν το ίδιο πρόσωπο, το ίδιο αν και λίγο πιο οστεώδες, αγαπημένο μου πρόσωπο, που τώρα με κοιτάζει αγουροξυπνημένο, καρτερικό, κι εγώ, προσπαθώ να κρύψω το πρώτο σάστισμα, την ταραχή μου. Σου χαμογελάω μ’ ένα τρέμουλο στα χείλη. Αφήνω τα δευτερόλεπτα να περάσουν. Κατηγορώ τον ύπνο κι ελπίζω πως βρίσκομαι ακόμα σε μια κατάσταση ενδιάμεση, αλλιώς δεν εξηγείται. Σε παρακολουθώ να τεντώνεσαι, ακολουθώ τις γραμμές του κορμιού σου που διαγράφονται κάτω απ’ το σεντόνι. Το γνωρίζω απ’ άκρη σ’ άκρη κι αυτό μ’ ανακουφίζει και ταυτόχρονα με γεμίζει με νέο φόβο. Το έχω δει αυτό το σώμα να ορθώνεται, να σπαρταράει, να στρογγυλεύει, να κυοφορεί και τώρα φτάνει τούτη η ώρα (την περίμενα;) που το κοιτώ και… αυτόματα μπήγω τα νύχια στο μπούτι μου, ένα σοκ να μ’ επαναφέρει, ένα μάταιο σύνελθε. Γυρίζεις στα πλάγια μουρμουρίζοντας κάτι, χωρίς να το ξέρεις μου δίνεις χρόνο. Απλώνω το χέρι. Σκέφτομαι πως αν το περάσω απ’ όλα σου τα σημάδια, αν τα καταμετρήσω, αν τα ονοματίσω, τότε θα καταφέρω να θυμηθώ, αυτό το πρωινό θα περάσει και δε θα ‘χει σημασία. Δε θα ‘χει καμια σημασία που σήμερα, μετά από 32 χρόνια, αν συγκεντρώσω όλη την κοινή μας ζωή, ξεχνάω για πρώτη φορά τ’ όνομά σου. Ξεχνάω κι ας μπορώ με μεγάλη ακρίβεια ν’ ανακαλέσω στη μνήμη μου την πρώτη φορά που σε είδα μ’ ένα σκισμένο τζιν κι ένα ζιβάγκο μπλε, να μπαίνεις αργοπορημένη στ’ αμφιθέατρο. Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία. Νιώθω στ’ αριστερό μου χέρι τους παλμούς, σα να του στέλνει ολόκληρο το σώμα μου SOS, το φορτίζει με την ανάγκη της απόδειξης. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ. Μεμονωμένο γεγονός ή η αρχή από κάτι μεγαλύτερο, αναπόφευκτο; Πνίγω τις σκέψεις μου κι αρχίζω απ’ τον σβέρκο σου, μια τριμμένη, μελανή πεταλούδα σε μέγεθος σπιρτόκουτου, περνάω τον αντίχειρά μου απ’ τα φτερά της, ζωντανεύει μονάχα όταν αναριγώ για κάτι μου ‘χες πει γελώντας, κρύβοντας το πρόσωπό σου στο μαξιλάρι εκείνη την πρώτη φορά. Τώρα που σ’ ακουμπάω άραγε πώς νιώθεις; Προχωράω στους ώμους, στην ελαφρώς κυρτωμένη πλάτη σου, νιώθω την αναπνοή σου σταθερή, μου δίνει ρυθμό, μου δίνει κουράγιο. Περνάω τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα δικά σου, τα ψηλαφώ, τα ‘λεγες πάντα πολύ ντελικάτα για αντρικά, χέρια πιανίστα. Το βρίσκω. Κόψιμο από γυαλί, ανάμεσα στον μέσο και τον παράμεσο, ένα ποτήρι ραγισμένο, κόκκινος νεροχύτης, δεν είναι τίποτα, τρία ράμματα στη γιορτή σου, καλοκαίρι, τραπέζι έξω, ρούχα ανοιχτά. Θυμήσου. Για λίγο το νιώθω όλο τούτο έξω από μένα. Σα να μην είμαι εγώ ο φταίχτης, σα να μη με πολεμάει το ίδιο μου το μυαλό. Κάποιος άλλος. Όχι εγώ. Κάποιος άλλος αποφάσισε να με κλέψει κομμάτι κομμάτι, κάποιος έξυπνος άλλος, βρήκε εκείνη την κλωστή που, αν την τραβήξεις, δεν οδηγεί αλλού παρά στην πλήρη απογύμνωση μου, κι όσο εγώ χαρτογραφώ, όσο νομίζω πλησιάζω, από Μι ή από Βήτα, όχι από Ταυ ούτε από Άλφα, τόσο εκείνος με ξηλώνει την ίδια στιγμή. Τραβάς το χέρι μου πάνω σου, με μια αγκαλιά μισή, με την παλάμη μου καλύπτεις την κοιλιά σου. Με οδηγείς. Είναι δυνατόν να κατάλαβες; Ο Γιάννης μας. Η καισαρική τομή με καίει, ποτάμι κόκκινο, κι ίσα που τη βρίσκει πια ο δείκτης. Νιώθω ένα μούδιασμα, ένα μούδιασμα που ξεκινάει από ‘κείνο το σημείο κι απλώνεται. Παραλύω. Κι αν σήμερα αυτό, αύριο τι; Αφήνεις απαλά το χέρι μου. Γυρνάς κι ακουμπάς τα χείλη σου στα δικά μου, μάτια γυάλινα, χρόνια πολλά, αγάπη μου, χωρίς να περιμένεις απάντηση. Σηκώνεσαι, φοράς τη γαλάζια ρόμπα κι ανοίγεις την μπαλκονόπορτα. Το δωμάτιο γεμίζει ένα φως ψυχρό που με κάνει κι ανατριχιάζω. Απομακρύνεσαι σαν αερικό μες το γαλάζιο κι απομένω για λίγο εκεί ηττημένος. Χρόνια πολλά. Θα μπορούσα απλώς να κοιτάξω το κουδούνι της εξώπορτας, έναν λογαριασμό της ΔΕΗ, την επαφή του κινητού μου. Το πιάνω στα χέρια μου κι αμέσως τ’ αφήνω πάλι πίσω στο κομοδίνο. Ντρέπομαι. Από ‘δω και πέρα; Ένα μόνιμο χαρτάκι στο πορτοφόλι, σε κάθε τσέπη. Ένα σκονάκι. Κι έπειτα; Θα περιμένω ως το βράδυ, ως αύριο. Η μυρωδιά του καφέ μ’ ενεργοποιεί. Ξέρω πως με περιμένει με το πρωινό στο τραπέζι, ξέρω πως θα ‘χεις φροντίσει να υπάρχουν λουλούδια στο βάζο, αμάραντοι, μοβ, κίτρινοι, λευκοί. Ξέρω πως θα πίνεις ήδη τον δικό σου ελληνικό στο μπαλκόνι κι ας κάνει ακόμα ψύχρα, γιατί σ’ αρέσουν οι πρώτες μέρες της άνοιξης. Σε ξέρω. Σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι και πλένω το πρόσωπό μου. Ίσως να ‘ναι κάτι παροδικό. Σε ξέρω. Κάθομαι στο τραπέζι και πίνω την πρώτη γουλιά, μου καίει ευχάριστα τη γλώσσα. Σε κοιτάζω απ’ την ανοιχτή μπαλκονόπορτα, χωμένη στα τετράδιά σου, να παλεύεις πάντα με μια ιδέα για καινούριο βιβλίο. Εγώ σε ξέρω.

Μέρα 93η 

Χθες το βράδυ ένιωσα πως έφτασα πολύ κοντά. Όσο διαβάζω τις σημειώσεις μου κρατιέμαι, μα νιώθω πως όλο και πιο θολά γίνονται πράγματα που με βεβαιότητα γνώριζα. Κάποιες αναμνήσεις μου μοιάζουν πια κουνημένες φωτογραφίες, κινήσεις μετέωρες στο κέντρο της μνήμης μου. Αρχίζουν σιγά σιγά ν’ απαγκιστρώνονται απ’ το μυαλό μου. Σα να καίγονται αργά αλλά σταθερά από γύρω γύρω, απ’ το περίγραμμα προς τα μέσα, κι αυτό το μέσα προσπαθώ να το κρατήσω με νύχια και με δόντια. Εχθές το βράδυ κάναμε έρωτα. Τριάντα χρόνια. Το είχα σημειώσει. Κοιτούσα το πρόσωπό του πιο γερασμένο, ταλαιπωρημένο, κι όμως στα μάτια του αναγνώριζα την ουσία. Ξέρω ακόμη πως είναι αυτός, όμως το όνομά του ούτε χθες το θυμήθηκα.

 


Η Σοφία Νικολάου γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα μικρό χωριό της Αχαΐας. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης τα τελευταία δέκα χρόνια. Ασχολείται με τη συγγραφή διηγημάτων. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά.