
Ενότητα Α’ “Η Εκ Βράχου Αυτοφυής”, ποίημα I
Πάρε ένα ποίημα πρόλογο,
ούτε περιεχόμενα, σημειώσεις απ’ τον επιμελητή,
πύλη σ’ εκείνα που φοβάσαι να σου πω,
παιδί μπροστά τους που λέξεις δεν έχει.
Πέρνα μέσα και πάρε ένα μικρό εργάκι για σένα,
πέρνα και φύγε γρήγορα!
Μη σε μαγέψω με λόγια
και δεν βρίσκεις μετά ακροατές
να τους πείσεις πως όσα συμφωνήσαμε τότε κρυφά
ήταν ένα ποτ πουρί από μετριούτσικα υψόμετρα
και κάτι τσοντούλες με σοφιστικέ αμπαλάζ.
Πάρε ένα ποίημα ίσα ίσα,
να πονάει λίγο, να υπονοεί τομούλες,
να μην παίρνει τη βαριοπούλα να τη βαράει στο κόκαλο.
Σαν τέχνη, αλλά λίγη.
Να δημοσιεύεται εύκολα,
να την κρεμάνε στο σαλόνι τους
απέναντι από την πόρτα, αφού μ’ αγαπάς σα μικροαστός.
Πάρε ένα ποίημα πικρούλι,
όχι σαν το πικρό που σου φτύνει τα δόντια,
ένα ποίημα Άπερολ Σπριτζ!
(Την αφιλτράριστη να δεις φοβάμαι.)
Πάρε ένα ποίημα σαν τσίχλα γλυκό,
μη σε λιγώσουν αγκαλιές από τριαντάφυλλα,
μη σε πνίξουν μέλια καστανιάς καραμελωμένα,
γεύσεις βαθιές κι έντονες αν δοκιμαστούν
ας μην καταγραφούν σε κριτικές δημοσίως
και γίνει γνωστό το εστιατόριο.
Mέχρι να μάθεις να ψελλίζεις την τύχη σου
ποθώντας τα αληθινά μου ποιήματα.
Ενότητα Β’ “Η Εξ Ιδρώτος Και Δακρύων Αυτοποτιζομένη”, ποίημα VΙII
Ο χρόνος σταμάτησε σ’ εκείνο το δωμάτιο
και κάθε βράδυ από τότε γυρίζω
να συναντηθούμε ξανά,
εγώ μέσα από τη γυάλινη πόρτα να φέγγω
κι εσύ απ’ έξω με το σουβλί στο χέρι
να με ζυγίζεις.
Ξανά και ξανά η αποτυχία παραγράφεται,
το μόνο που μένει είναι το δωμάτιο,
ο αγκώνας σου να σπάει πλαγίως τον λαιμό μου,
μια λεπίδα μαλλιών να σου κόβει το πρόσωπο,
η βία,
τ’ ολονύχτιο χάδι στη ρώγα,
όλος ο έρωτας που δεν ανταλλάξαμε
να νοηματοδοτεί τη νύχτα σαν αρνητικός χώρος,
όλη η αγάπη που δεν εκφράστηκε
και μας κρατάει μέσα του αιχμάλωτους,
στοιχειωμένους καλώς,
αμπαρωμένους,
για πάντα νοικιασμένο
κι εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες κουνούπια
να στολίζουν τους τοίχους
με ματωμένα διαμάντια και κόκκινα ρόδα,
κι αιωνίως ανοιχτό το παράθυρο.
Ενότητα Δ’ “Η Εξ Ανέμων Καταμαδημένη”, ποίημα V
Την είδα σαν άλλη μέσ’ από την οθόνη κρυστάλλινου μπαλκονιού
αδιάφορη να μοιρολογά με τα μαλλιά κομμωτηρίου αποκρυσταλλωμένα
φτιασιδωμένη σαν μπομπονιέρα για το γάμο.
Τα χέρια της έγνεφαν,
ίδρωνα έκαιγα,
όλα λευκά καινούρια ψεύτικα κυριλέ
κακόγουστα πλουμιστά.
Κι ο ήλιος μαύρισε κι ο ουρανός
με τη σκιά μελανών πουλιών που σκίστηκαν στα δύο σαν τέντα,
κι έβραζε το μεσημέρι και μ’ εκδικούνταν ο ήλιος που ζω,
κι όλοι είχαν κουράγια να λιώνουν σαν τάμα το κατακαλόκαιρο
κι εγώ τρεμόπαιζα χρυσή ενώ κρυβόμουν μπρος στα μάτια τους
έτοιμη να παραδώσω πνεύμα.
Κι ακόμα τώρα δα το κεφάλι της βλέπω λίγο να παίζει στο μπαλκόνι
με τα μαλλιά φρεσκοστολισμένα μπόμπα
και μετά πάλι να χάνεται,
κι οι γάμοι κι οι στολισμοί συνεχίζονται,
κι ο ήλιος ζεματάει
κι όλοι οι νεκροί σηκώνονται να χορέψουν το γαμπριάτικο.
Η Γεωργία Καλαφάτη μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε επικοινωνίες, καλές τέχνες και αγιογραφία. Ως μουσικός έχει κυκλοφορήσει έξι άλμπουμ με το ψευδόνυμο Sugahspank. H πρώτη της ποιητική συλλογή “Η Αγέραστος Ρόζα” κυκλοφόρησε το 2025 από τις ΑΩ Εκδόσεις και σκαρφάλωσε στην τριάδα των καλύτερων πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών των βραβείων Αναγνώστη. Ζει στην Αθήνα και καταπιάνεται με τη μουσική, την τέχνη και τον λόγο.
